Ανέκδοτα διηγήματα σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων

– Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης –

Ένα χωνάκι ουρανός

Του Κώστα Στοφόρου

«Πώς ν’ αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό;»
Τάσος Λειβαδίτης

Τι ήθελα τώρα και τα θυμήθηκα; Καλοκαίρι και καύσωνας. Και παράξενα ερωτικό. Κι εγώ χωρίς πόνους στη μέση, χωρίς τα γόνατα να πονούν καθώς ανεβαίνω τις σκάλες.
Κι εκείνη η άγνωστη πλατεία.
Κι εσύ τόσο κοντά μου σ’ εκείνο το παγκάκι. Έφτασες φέρνοντάς μου δώρα: Παγωμένες μπίρες και πατατάκια που ήξερες πόσο μου άρεσαν.

Θα παντρευόσουν μου είπες. Εγώ δεν ήξερα τι ήθελα. Μια ζέστη, μια κρύο. Μόνο τις μπίρες πάντα παγωμένες.
Δεν γνωρίζαμε ακόμη πως ήταν ο τελευταίος χρόνος της δικτατορίας. Δεν γνωρίζαμε πως θα γινόταν η εισβολή στην Κύπρο. Ότι η Ελλάδα μετεωριζόταν έτοιμη να μπει σε μια εποχή που θα ονόμαζαν αργότερα Μεταπολίτευση με το «Μ» κεφαλαίο.
Κι ύστερα με φιλούσες και δεν υπήρχε δικτατορία, παρά μονάχα η βελούδινη γλώσσα σου.
Το ίδιο βελούδο με το δέρμα σου.

Τα τολμηρά μου χέρια πετούσαν πάνω σου. Κι εσύ με άφηνες. Για πρώτη και τελευταία φορά, όπως θα ανακάλυπτα μόλις λίγες μέρες αργότερα που ήταν λες κι άνοιξε η γη και σε κατάπιε.
Πουθενά στη γειτονιά. Μια συνωμοσία σιωπής.
Μα τι με έπιασε; Την ώρα που καπνίζαμε μαζί ένα τσιγάρο από το πακέτο «Καρέλια» που το λέγαμε «φοιτητικό», στο διάλειμμα ανάμεσα στα φιλιά μας που γίνονταν όλο και πιο τολμηρά, άνοιξα το περίφημο σακίδιό μου που είχα βρει κάπου στην αγορά του Πειραιά και σου διάβασα μια ιστορία που είχα γράψει. Παραμύθι το είπα κι ας ήταν αληθινό.
«Ήταν μια φορά ένα μικρό αγοράκι. Ας πούμε ότι τον έλεγαν Μ. Που κούτσαινε. Ήταν όμως έξυπνο και σκανταλιάρικο. Πόσες και πόσες τιμωρίες, πόσο ξύλο…. Τίποτα αυτός.
Έπαιζε σε όλα τα παιχνίδια κι είχε και μια Κόκκινη Αγελάδα που την έβγαζε για βοσκή.
Τον πατέρα του δεν τον είχε γνωρίσει, είχε όμως δυο άλλους πατεράδες: Τα δυο μεγάλα αδέρφια του.

Ας πούμε πως τα έλεγαν Κ. και Γ.
Δύσκολα και σκληρά χρόνια.
Ήρθε ο πόλεμος και τα πράγματα έγιναν πιο μαύρα.
Κατοχή.
Πουλούσε τον καπνό στα τρένα που περνούσαν. Καμιά φορά οι στρατιώτες τους κορόιδευαν. Θυμόταν για χρόνια την κονσέρβα που άνοιξε κι ήταν γεμάτη χώμα.
Μετά οι στρατιώτες με τα γκρι έστησαν στην αυλή του σπιτιού τους ένα καζάνι κι έβραζαν γάλα. Δεν του έδιναν γουλιά.
Μια μέρα κι αυτός πάει κρυφά, ανοίγει τη μικρή βρύση που είχε το καζάνι στο κάτω μέρος και το γάλα χύνεται στη φωτιά. Πως γλίτωσε, ένας θεός ξέρει!
Τότε χάθηκε και η μητέρα. Από τα «Στρατεύματα Κατοχής» όπως γράφει στο Μνημείο δίπλα στην εκκλησία.

Όμως να και οι αντάρτες. Θεόρατοι πάνω στ’ άλογα. Με γένια και μαύρους σκούφους. Ο Άρης.
Κι ένα τραγούδι που έμεινε πάντα χαραγμένο στη μνήμη του και δεν μπορούσε ποτέ να πει χωρίς να ραγίσει η φωνή του.
Έλληνες ακολουθείτε/ των ανταρτών τη φωνή
Κι άνθρωποι με τα γκρι, αφού σκότωσαν, έκαψαν, γέμισαν με στάχτη τον ουρανό, έφυγαν.
Για λίγο άνθισε η Ελπίδα σαν αμυγδαλιά το Χειμώνα. Ένα σφουγγάρι τα έσβησε όλα. Ένας λαμπρός ήλιος μετά την καταχνιά. Ο Θύμιος άφησε το χωριό και βρέθηκε στην πόλη με τον ένα αδερφό. Η ζωή ξανάρχιζε. Για λίγο. Ίσα μια ανάσα.
Μαύρα σύννεφα ξανά. Και κορίτσια γονατισμένα μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη. Δεκέμβρης. Κι οι τρύπες από τις σφαίρες σε κοιτούσαν από τους τοίχους σαν πελώρια μάτια.

Ανάσα. Ξανά. Βαθιά αναπνοή. Και πάλι από την αρχή.
Μετά η σιδερένια φτέρνα ήρθε κατά πάνω τους. Στο μικρό δωμάτιο που νοίκιαζαν. Σε εκείνο το παράθυρο που τα κορίτσια κοντοστέκονταν κι άφηναν ένα χαμόγελο. Σαν λουλούδι στο βάζο.
Κάλεσαν τον μεγάλο αδερφό σ τον Στρατό. Τα χαμόγελα μαράθηκαν. Κανείς δεν άλλαξε το νερό στο βάζο. Κανείς δεν ήπιε από το κελαρυστό, παγωμένο νερό της Γκιώνας. Ποτέ ξανά.
…Ναι. Ήταν ο Εμφύλιος. Εδώ το «Ε» ήταν κεφαλαίο. Γιατί οι άλλοι εμφύλιοι ήταν μακριά μας. Ακόμη κι εκείνος που σκότωσαν τον Ποιητή με τα λαμπερά μάτια και τον παράχωσαν σε έναν ομαδικό τάφο.

Με ρωτάς τώρα εσύ τι είναι αυτός ο Εμφύλιος. Και γιατί δεν μιλά κανείς. Και γιατί δεν υπάρχουν τέτοια παραμύθια σαν κι αυτό που πάω -επτά δεκαετίες μετά- να γράψω.
«…Με τα μαθήματα δεν μου γράφεις πως τα πας. Καλά φαντάζομαι. Διάβασμα όσο μπορείς και να μη γυρίζεις εδώ κι εκεί με παλιοπαρέες… Αυτά δεν επιτρέπονται εις παιδιά μορφωμένα και μάλιστα το 1948 που οι νέοι προχωρούν πάντοτε μπροστά…»
Έτσι του έγραφε. Λίγες μέρες πριν συναντήσει τους γονείς του. Στον ουρανό λένε μερικοί. Στο χώμα λένε άλλοι.
Μια σφαίρα; Ένα κομμάτι οβίδας; Κάτι που ερχόταν από τα αδέρφια του. Από εκείνους που μοιράζονταν κάποτε το ψωμί.
Από εκείνους που ονειρεύονταν ένα χωνάκι ουρανό.

Ο Μ. ήταν μόνος όταν ήρθε το σκοτεινό γράμμα. Ο άλλος αδερφός, ο μεγάλος ήταν στην Επί της Γης Κόλαση. Σε αυτή που λέμε Μακρόνησο. Για να κρύψουμε το σκοτεινό της όνομα. Γιατί δεν λέμε τέτοια πράγματα στα παιδιά. Θα βλέπουν εφιάλτες.
Με ρωτάς που τελειώνει η ιστορία. Δεν ξέρω. Να, γεννήθηκα εγώ. Πήρα το όνομα του χαμένου αδερφού.
Γεννήθηκες εσύ, τ’ αδέρφια σου…
Ένα βράδυ, κρυφά, με μια βάρκα πήγα στη Μακρόνησο. Περπάτησα με την ψυχή μου να μαυρίζει. Τη νύχτα τα φώτα απέναντι έλαμπαν σαν πετράδια.
Μα και πάλι. Έτσι δεν γράφονται παραμύθια. Για παιδιά»
Είχες δακρύσει. Αλλά μου είπες πως δεν υπήρχε μέλλον για μας.
Κι όμως, αναρωτιέμαι -χρόνια τώρα- γιατί αποφάσισες να αφεθείς. Σε απόλυτη αντίφαση τα λόγια με το σώμα σου.

Όλο αυτό το γεμάτο γλύκα αγκάλιασμα, μου άφησε ένα αποτύπωμα στην ψυχή. Ποια ψυχή; Σωματικός ήταν ο πόνος, σκληροί οι νυχτερινοί εφιάλτες. Όπως κι αν το ονομάσουμε αυτό το αποτύπωμα ήταν σαν κάψιμο από τσιγάρο που κουβαλάω μέσα μου.
Και δεν είναι παρομοίωση ή μεταφορά. Πραγματικά η κάφτρα από τα Καρέλια έπεσε στο χέρι μου κάποια στιγμή κι ούτε που το κατάλαβα. Μόνο αργότερα, όταν με είχες αφήσει μόνο μου στο έλεος των κουνουπιών ήρθε ο πόνος.
Κοίταζα έκπληκτος αυτό το στρογγυλό κόκκινο σημάδι και δεν θυμόμουν τίποτα.
Σε κατάσταση αναισθησίας βρέθηκα και στον γάμο σου. Η Ελλάδα θρηνούσε και χαιρόταν. Η δικτατορία είχε πέσει, αλλά η μισή Κύπρος είχε χαθεί.

Έτσι μου έμοιαζες κι εσύ. Λαμπερή, ευτυχισμένη στο πλάι του ανθρώπου που σου χάρισε και σου χαρίζει μια όμορφη ζωή, να τσουγκρίζεις ποτήρια, να ταΐζεις τούρτα τον αγαπημένο σου και όλοι να λένε πως αυτός ο γάμος είναι ευλογημένος αφού συμπίπτει με τη Δημοκρατία που ήρθε στη Χώρα.
Κι εγώ, ο μόνος μοχθηρός και απελπισμένος αυτού του καλοκαιριού να σέρνω τα τραύματά μου και να τρέφω τη μνησικακία μου.
Να πίνω και να κρύβομαι από τον εαυτό μου. Να σας εύχομαι -γεμάτος υποκρισία- «βίο ανθόσπαρτο», ενώ θα ήθελα να σύρω τον γαμπρό «επί ασπαλάθων» όπως είχε ονειρευτεί ο Ποιητής για τους δικτάτορες.
Να ονειρεύομαι τη γεύση της παγωμένης μπίρας στα χείλη σου, αλατισμένα από τα αγαπημένα μου πατατάκια.

Και ξανά και ξανά, να σου λέω την ιστορία που δεν είχα πει σε κανένα. Κι εσύ να δακρύζεις και να φεύγεις.
Και τα κουνούπια να μου πίνουν το αίμα εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι.
Και τα χρόνια περνούσαν, αγαπούσα -ή έτσι νόμιζα- διάβαζα, έγραφα, ταξίδευα, έκανα δουλειές που άλλοι θα ζήλευαν κι ύστερα ξαφνικά τα παρατούσα όλα κι άρχιζα κάτι άλλο.
Πάντα όμως τα καλοκαίρια με μελαγχολούσαν και γινόμουν ο πιο κεφάτος άνθρωπος, αναζητώντας αντίδοτο στη θλίψη μου. Γινόμουν η ψυχή της παρέας. Ο ασταμάτητος χορευτής στη Ντίσκο, ο νυχτερινός κολυμβητής, ο ιδανικός εραστής που λατρεύεις να ξεχνάς.

Και επειδή η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μυθιστόρημα, άλλοτε κακογραμμένο κι άλλοτε κακογραμμένο, αλλά με προδιαγεγραμμένο -και μοιραίο- τέλος, συναντηθήκαμε πάλι καλοκαίρι.
Και δεν μπορούσε να είναι καμία άλλη ημερομηνία παρά η επέτειος της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Αν με ρωτήσει κάποιος μάλλον δεν θα ξέρω να του πω πως αφήσαμε τη δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο και πως βρεθήκαμε σε εκείνο το πάρκο με το όνομα του διχοτομημένου νησιού. Το μόνο που μπορώ να ορκιστώ είναι πως τα πατατάκια ήταν ίδια. Οι μπίρες πάλι παγωμένες. Μάλλον τις αγόρασες εσύ από κάποιο περίπτερο. Όπως και τα πατατάκια άλλωστε. Μόνο φοιτητικά Καρέλια δεν υπήρχαν πια κι έτσι στρίψαμε καπνό από την ίδια μάρκα.

Εγώ ξέχασα πως δεν καπνίζω πια.
Αυτή τη φορά δεν σου διάβασα ούτε ψεύτικα, ούτε αληθινά παραμύθια.
Μόνο ποιήματα. Σκόρπια. Ό,τι θυμόμουν. Αναγνωστάκη, Ρίτσο, Ελύτη, Καρυωτάκη, Καβάφη, Λειβαδίτη, Σεφέρη.
Τα μάτια σου υγρά, αλλά δεν δάκρυσες αυτή τη φορά.
Η γλώσσα σου πάντα βελούδινη, αλλά την είχε αγγίξει η πατίνα του χρόνου.
Μου ζήτησες να σε πάω στη Μακρόνησο.
Μου φάνηκε ο απόλυτος παραλογισμός. Όμως είχες το σχέδιο σου. Κάτι μου είπες για μια συναυλία /παράσταση που θα δινόταν εκεί με θέμα τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη.

Ήσουν μόνη πια. Εγώ ήμουν πάντα μόνος.
Και ναι. Βρεθήκαμε στο νησί του μαρτυρίου ένα σούρουπο. Περπατούσαμε και μάτωνε η ψυχή μας.
Σα να ακούγονταν φωνές από τα ερείπια.
Κι όμως.
Εκεί συντελέστηκε το θαύμα.
Ίσως ήταν ιεροσυλία. Δεν ξέρω.
Ίσα που προλάβαμε το καράβι της επιστροφής. Τρέχοντας στον χωματόδρομο σαν ξετρελαμένοι έφηβοι.
Δεν είδαμε ούτε μισή σκηνή από την παράσταση, χαμένοι ο ένας στο σώμα του άλλου.
Ποιος ξέρει τι δράματα να είχε δει πριν αυτή η παραλία.
Να ήταν άραγε ίδιο το φεγγάρι;
Ένιωσα για πρώτη φορά να κερδίζω κι εγώ ένα χωνάκι ουρανό….

Βιογραφικό
Ο Κώστας Στοφόρος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Έχει εργαστεί επί σειρά ετών στην τηλεόραση και τώρα συνεργάζεται με το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης, ενώ γράφει στο διαδίκτυο, σε εφημερίδες και περιοδικά κυρίως για θέματα βιβλίου και πολιτισμού. Έχει γράψει τη σειρά βιβλίων «Το ημερολόγιο ενός πατέρα», παραμύθια και ιστορίες για παιδιά και νέους, αλλά και βιβλία για ενήλικεςς. Έχει δημιουργήσει την Παραμυθοκουζίνα μαζί με τη ζωγράφο Στεφανία Βελδεμίρη, φτιάχνει παραμύθια μαζί με τα παιδιά με τη «Μαγική Τράπουλα» και εκπονεί εκπαιδευτικά προγράμματα. Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού –Ηλεκτρονικού Τύπου (ΕΣΠΗΤ), της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και του Ελληνικού Τμήματος ΙΒΒΥ – Κύκλος Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Περισσότερα μπορείτε να μάθετε επισκεπτόμενοι το ιστολόγιό του Paramithokouzina.blogspot.gr.

Προτεινόμενα για εσάς