Επετειακές “γραφές”στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Απόστολος Σπυράκης

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΩΝ

Σ’ όλη τη διαδρομή από το Άγιο όρος ως τη Θεσσαλονίκη έβλεπε παντού αποκαΐδια και πτώματα, καπνοί έβγαιναν απ’ τα εγκαταλειμμένα χωριά, στην Γαλάτιστα μεθυσμένοι γενίτσαροι γύρω από τον πύργο τραγουδούσαν σα δαιμονισμένοι, το μεγάλο κακό είχε γίνει κατά την Κασσάνδρα κοντά στη διώρυγα όπου ο Μεχμέτ Αμπούδ ο Ροπαλοφόρος δεν είχε αφήσει τίποτα όρθιο, μονάχα το χορτάρι στο χώμα που είχε αρχίσει να πρασινίζει καθώς προχωρούσε η άνοιξη έμοιαζε ζωντανό. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και σταμάτησε στηΘέρμη σε μια θεία του που είχε σπίτι κοντά στα λουτρά, δεν είχαν τίποτα να του δώσουν να φάει, μονάχα λίγες ελιές κι ένα ξεροκόμματο, πλάγιασε στο στάβλο πάνω στα ξερά χορτάρια που ήταν ζεστά, όλη νύχτα τινάζονταν από θορύβους κι έστηνε αυτί μήπως κάποιος ερχόταν κατά κει, αν έβρισκαν τα γράμματα που κουβαλούσε για τον επίσκοπο Κίτρους θα τον έσφαζαν στο γόνατο.

Την άλλη μέρα έφτασε στην Θεσσαλονίκη κι έφριξε απ’ αυτά που άκουσε, οι τούρκοι είχαν ξεσαλώσει, ο όχλος κρέμασε στην πλατεία της Αλευραγοράς ένα σωρό γνωστούς δημογέροντες και τον ίδιο τον Μητροπολίτη Κίτρους, τα μαγαζιά είχαν λεηλατηθεί, στην πόλη δεν κυκλοφορούσε ούτε σκυλί μονάχα κάτι σαρικοφόροι έβγαιναν εκείνη την ώρα από τα λουτρά του Μπέη Χαμάμ σα να μη συνέβαινε τίποτα γύρω τους. Όταν έφτασε στο πατρικό η μάνα του είπε αλαφιασμένη ‘’Πήραν τον Γιαννάκη, τον έχουν κλεισμένο στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία μ’ άλλους πενήντα , τι θα κάνουμε;’’ Ένιωσε τα μέλη του να λύνονται , αν σκότωναν τον αδερφό του δε θα το άντεχε, τον αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο, είχαν μεγαλώσει μαζί κι ήταν πάντα αχώριστοι. Άρχισε να σπάει το κεφάλι του ψάχνοντας μια λύση , το πρώτο πράγμα που είχε να κάνει ήταν να κάψει τα γράμματα για τον μητροπολίτη, τώρα πια μόνο ζημιά μπορούσαν να κάνουν, πήγε στο τζάκι, τα έβαλε κάτω απ’ την πυροστιά και τα είδε να εξαϋλώνονται βγάζοντας μαύρο καπνό, κατόπιν άρχισε να σκέφτεται πως θα μπορούσε να βγάλει από την εκκλησία τον αδερφό του .

Πήγε κατευθείαν σ’ έναν πρωτοσύγκελο που ήξερε, εκεί έμαθε λεπτομέρειες για τον θάνατο του επισκόπου, τον είχαν συλλάβει και τον κρατούσαν κλεισμένο σ’ ένα υπόγειο, ύστερα άφησαν το πλήθος των φανατικών να τον κομματιάσουν. Δεν είπε τίποτα στον πρωτοσύγκελο για τα γράμματα που κουβαλούσε, τον ρώτησε μόνο αν μπορούσε να μεσολαβήσει για τον αδερφό του ‘’Δε γίνεται τίποτα παιδί μου’’ είπε εκείνος ‘’Έχουν αγριέψει πολύ τα πράγματα, εγώ τους είπα να μην κινηθούν, έκαναν του κεφαλιού τους !’’ Τον έπιασαν τα κλάματα, ο πρωτοσύγκελος τον παρηγόρησε ‘’Ο θεός δεν θα αφήσει έτσι τον αδερφό σου ’’ Ευχαρίστησε τον ιερωμένο όμως δεν μπορούσε να ησυχάσει, αποφάσισε να πάει να δει από κοντά τι γινόταν . Τράβηξε για την περιοχή πάνω από τον Άγιο Δημήτριο κι ανέβηκε με τρόπο στην ταράτσα ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού απέναντι απ’ τον Προφήτη Ηλία, από κει μπορούσε να δει καθαρά το χώρο, στο προαύλιο υπήρχαν καμιά εκατοστή τούρκοι οπλισμένοι με πιστόλες και χαντζάρια, δεν άφηναν κανέναν να πλησιάσει, θα ήταν αδύνατο να κάνει οτιδήποτε, περίμενε μέχρι να βραδιάσει κι επέστρεψε τη νύχτα, οι σκοποί τώρα δεν ήταν πάνω από δέκα άτομα, αν ήταν να γίνει κάτι έπρεπε να γίνει στα σκοτεινά.

Πήγε και βρήκε τον Σαράντη που ήταν χασάπης, γνωρίζονταν από μικρά παιδιά, ο Σαράντης είχε μεγαλώσει μέσα στα κοπάδια και μαζί με τον πατέρα του κάθε άνοιξη, πριν το Πάσχα ,έσφαζαν δεκάδες πρόβατα να τα πουλήσουν στα παζάρια, πολλές φορές ταξίδευαν μέχρι το πανηγύρι των Γρεβενών, μια φορά είχαν πάει και στην εμποροπανήγυρη του Δομοκού με τα ζώα τους, είχαν πουλήσει τότε πάνω από πεντακόσια αρνιά . Ο Σαράντης ήταν εξοικειωμένος με τα μαχαίρια, στο σπίτι του είχε μια συλλογή κι όλη την ώρα τα ακόνιζε σε μια τσακμακόπετρα, μαζί θα μπορούσαν να δοκιμάσουν μήπως μπορούσαν να σώσουν το αδερφό του. Ο Σαράντης που ήταν ριψοκίνδυνο παιδί δέχτηκε αμέσως πρότεινε μάλιστα να πάρουν μαζί τους και τον Χατζημελέτη, έναν ψαρά που είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη από την Ιερισσό όταν το ιππικό των τούρκων είχε ρημάξει το χωριό του, ο ψαράς μισούσε τους Οθωμανούς κι ήταν πρόθυμος να βοηθήσει.

Ο τρεις τους παρακολουθούσαν πολλές νύχτες την εκκλησία, από κει μέσα έβγαιναν φωνές κι αναστεναγμοί,‘ ’Βγάλτε μας πατριώτες, για το θεό σώστε μας, βοήθεια, πεινάω!’’, δεν άντεχες ν’ ακούς. Αποφάσισαν να δοκιμάσουν μια νύχτα που έβρεχε, μια από εκείνες τις νύχτες του Μαΐου που έπιαναν οι καλοκαιρινές μπόρες στη Θεσσαλονίκη και κατέβαζαν ποτάμια νερού από την πάνω πόλη, μέσα στον χαμό θα είχαν την ευκαιρία να κινηθούν, ήταν πολύ επικίνδυνη πράξη γιατί πολύ κοντά, έξω από την Αχειροποίητο, οι γενίτσαροι είχαν το στρατόπεδο τους, εκεί είχαν στήσει τις σκηνές, τα γιατάκια όπου κοιμόταν και τα καζάνια για το συσσίτιο τους.

Ένα Σαββάτο βράδυ μόλις έπιασε η βροχή κι έριχνε το καταπέτασμα πλησίασαν σιωπηλά, δυο σκοποί μόνο στέκονταν στην πίσω μεριά της εκκλησίας κάτω από ένα υπόστεγο να φυλαχτούν από τη νεροποντή, οι άλλοι είχαν πάει στο στρατόπεδο. Έβγαλε από τον κόρφο του το ρολόι που του είχαν χαρίσει στο Άγιο όρος και ψηλάφισε την ώρα, έπρεπε να κινηθούν γρήγορα. Την στιγμή που ο ένας σκοπός έκανε μια βόλτα γύρω από το κτίσμα του ναού ο Σαράντης τον πλησίασε και του έκοψε το λαιμό χωρίς να ακουστεί ούτε ο ελάχιστος θόρυβος ,του έκανε εντύπωση πόσο εύκολα μπορούσε ο χασάπης να σκοτώσει, βέβαια άμα έχεις σφάξει χιλιάδες ζώα σου βγαίνει φυσικά όμως όπως και να το πεις είναι φόνος, έδιωξε γρήγορα αυτές τις σκέψεις από το μυαλό του, αν τους έπαιρναν χαμπάρι οι γενίτσαροι δεν θα το σκέφτονταν ούτε στιγμή, απλά θα τους κρεμούσαν. Ο άλλος σκοπός δε φαινόταν κι άρχισαν ν’ ανησυχούν ο Χατζημελέτης που ήταν ο πιο μικρόσωμος σύρθηκε μέχρι τον νάρθηκα και τον είδε γερμένο σε μια κολώνα να κοιμάται όρθιος, ο Σαράντης τον πλησίασε και σε δευτερόλεπτα είχε τελειώσει και μ’ αυτόν.

Η ώρα πια είχε περάσει κι ο ουρανός φωτίζονταν κατά διαστήματα από κεραυνούς που έκοβαν στα δυο το στερέωμα, είχαν τελέψει με τους σκοπούς και τώρα το θέμα ήταν πως θ’ άνοιγαν την σφραγισμένη πόρτα που την είχαν καρφώσει μ’ ένα σωρό κλάπες και σανίδια, δεν είχαν χρόνο, απ’ ότι είχαν δει τα προηγούμενα βράδια οι σκοποί θα άλλαζαν σε περίπου μια ώρα, από ένα παράθυρο με σιδερένια κάγκελα έριξαν μια ματιά μέσα όμως το μόνο που μπορούσαν να νιώσουν ήταν η απαίσια μυρωδιά της αποσύνθεσης, όλα ήταν σκοτεινά εκτός από μερικές γωνιές που φωτίζονταν λίγο από μισοσβησμένα καντήλια, καθώς τα μάτια τους συνήθιζαν στο ελάχιστο φως άρχιζαν να ξεχωρίζουν τις φιγούρες, πολλοί κοιμόντουσαν στο πάτωμα, άλλοι σταυροκοπιούνταν, μια γριά έκανε μετάνοιες μπροστά σε μια εικόνα μουρμουρίζοντας, έπιασαν κι οι τρεις το κάγκελο του παράθυρου και με όλη τους τη δύναμη κατάφεραν να το βγάλουν από το ξύλο μέσα στο οποίο ήταν χωμένο, αυτός μπήκε μέσα πρώτος και το θέαμα που αντίκρισε του έκοψε τα πόδια , σε μια γωνιά κείτονταν πάνω στις πλάκες οι πεθαμένοι, είχαν αρχίσει να σαπίζουν, η αποφορά ήταν αβάσταχτη, ένα μικρό παιδί που τον κατάλαβε τον πλησίασε κι αυτός του έκανε νόημα να μη μιλήσει, ο κόσμος ξύπνησε κι οι γέροι άρχισαν να γκρινιάζουν ‘’Φύγετε θα μας κάψετε!’’ δυο τρεις χαμογελούσαν σα να ξύπνησε η ελπίδα μέσα τους, αυτόν το μόνο που τον ένοιαζε τώρα ήταν ο αδερφός του, ρωτούσε δεξιά αριστερά όσους σηκώνονταν όμως κανείς δεν ήξερε ώσπου μια γυναίκα του είπε ‘’Εδώ είναι, μας έφεραν μαζί αλλά δε ξέρω αν ζει!’’

Άρχισαν να βγάζουν τον κόσμο από το παράθυρο, την πόρτα δεν μπορούσαν να την ξηλώσουν, θα έκαναν πολύ φασαρία και ήταν επικίνδυνο, ευτυχώς εκείνη την ώρα άρχισε να βρέχει πάλι με το τουλούμι κι ήταν ο καλύτερος αντιπερισπασμός ,τα πιο μικρά παιδιά περνούσαν πρώτα από το παράθυρο κι έβγαιναν έξω ενώ αυτός είχε σκάσει, τόση ώρα δε μπορούσε να βρει που ήταν ο αδερφός του, πήγε σ’ εκείνη τη μεριά κάτω απ’ τον γυναικωνίτη όπου υπήρχαν πτώματα, πήρε ένα καντήλι που έκαιγε τσιρίζοντας και το έφερε κοντά για να δει τα πρόσωπα που είχαν παραμορφωθεί, πέρασε πάνω απ’ τα σώματα και μπήκε στο ιερό, εκεί ήξερε ότι υπήρχε μια καμαρούλα όπου ο παπάς έβαζε τους άρτους και τα κόλλυβα από τα μνημόσυνα για να τα πάει στο σπίτι του, αυτό ήταν πολλές φορές το φαί του, ευτυχώς την ήξερε καλά την εκκλησία και μπορούσε να κινηθεί στα τυφλά, από μικρά παιδιά τους έφερνε εκεί η μάνα του, άπειρες φορές είχαν νέβει στο αναλόγιο να ψάλουν. Άνοιξε την πόρτα από το καμαράκι και προσπάθησε να καταλάβει αν υπήρχε κάποιος εκεί μέσα, σιωπή ‘’ Που στο δαίμονα!’’ άκουσε μια φωνή να βγαίνει από μέσα του κι αμέσως μια άλλη φωνή πολύ γνωστή απάντησε ‘’ Βάσο !’’- ‘’Ρε αφορισμένε!’’ του φώναξε και τον αγκάλιασε μ’ όλη του τη δύναμη. Τον έπιασε από τους ώμους και τον έσυρε γρήγορα κατά το παράθυρο, γύρω δεν υπήρχε κανένας, όλοι είχαν φύγει, ‘’Πότε πρόλαβαν;’’ σκέφτηκε φωναχτά, βοήθησε τον αδερφό του να βγει και τη στιγμή που σκαρφάλωνε άκουσε το κλάμα ενός μωρού.

Τι ήταν αυτό πάλι, πως είχε βρεθεί εκεί το μικρό, που το είχαν αφήσει, μοναχό του, δε μπορούσε να μη το πάρει, σύρθηκε πάλι πίσω και το μάζεψε από ένα στασίδι, ήταν ένα ξανθό αγοράκι, το έδωσε στον αδερφό του και βγήκε έξω αντικρίζοντας την λάμψη ενός κεραυνού που αυλάκωνε τον ορίζοντα. Με τον αδερφό του και το μωρό στην αγκαλιά άρχισαν να τρέχουν στο πλακόστρωτο μέσα στα νερά και τις λάσπες, είχαν συμφωνήσει με τον Σαράντη και τον Χατζημελέτη να βρεθούν κάτω στο λιμάνι, θα έπαιρναν μια βάρκα για να βγουν απέναντι στον Όλυμπο, εκεί υπήρχε ένα παλιό κάστρο γνωστό σαν ‘’Κάστρο των Πορφυρογέννητων’’, εκεί θα κρύβονταν μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.
Στη παραλία η θάλασσα ήταν ήσυχη, παρόλο που έβρεχε φυσούσε μόνο ένα ελαφρύ αεράκι που ήταν ότι έπρεπε, κοιτούσε να δει που ήταν οι άλλοι όταν διέκρινε την κυρτή φιγούρα του Χατζημελέτη, πίσω του ερχόταν κι ο Σαράντης χαμογελώντας μπήκαν στη βάρκα και σήκωσαν το πανί, ο αέρας τους πήγαινε δυτικά, στον ουρανό ψηλά που άρχιζε να καθαρίζει φάνηκαν τ’ αστέρια και το φεγγάρι που χαμήλωνε κατά τον Όλυμπο.

Προτεινόμενα για εσάς