Επετειακές “γραφές”στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Οι συγγραφείς για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Άγγελος Χαριάτης-17η Μαρτίου

Ήταν ανήσυχος, γύρναγε σαν το θηρίο στο κλουβί όλο το βράδυ. Δεν είχε κοιμηθεί. Ήμουν σίγουρη. Αναστέναζε με ένα μικρό συριγμό που δεν γινόταν εύκολα αντιληπτός. Τα μάτια του ήταν σαν γυάλινοι σβώλοι. Λαμπύριζαν σαν διαμαντένια άστρα μέσα στη νύχτα. Δεν τόλμησα να σηκωθώ πριν από κείνον. Είχε καταλάβει πως κι εγώ δεν κοιμόμουν. Είχε χαμογελάσει για ένα δευτερόλεπτο, όπως συνήθιζε να κάνει κι ύστερα πάλι έγινε το πρόσωπό του κέρινο. Ήταν ο μπέης της Μάνης, ο ηγεμόνας της, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης! Είχε αναλάβει την ηγεσία μέσα σε μια δύσκολη εποχή. Όχι πως δεν ήταν οι προηγούμενες ή δεν θα ήταν οι επόμενες. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι Ρώσοι είχαν αιματοκυλήσει την Πελοπόννησο, είχαν δώσει την ελπίδα και την είχαν πάρει πίσω. Είχαν περάσει πενήντα ένα χρόνια.

«Πέτραινα, δεν κοιμάσαι;» ρώτησε ο μπέης. Έξω είχε αρχίσει να χαράζει.
«Όχι μπέη μου. Δεν κοιμούμαι» απάντησα. Ένα πουλί τερέτιζε στο παραθύρι, σάμπως να ετοιμαζότανε για την άνοιξη που ερχόταν με βήμα ταχύ.
Γύρισε και με κοίταξε. Έπειτα έπεσε το βλέμμα του, βαρύ, έξω από το παράθυρο. Το γαλάζιο είχε διώξει το βαθύ μπλε. Είχε σχεδόν ξημερώσει.
«Σήμερα ξημέρωσε μεγάλη μέρα. Σπουδαία. Ίσως η σπουδαιότερη της πατρίδας» ψιθύρισε. Ήταν βραχνός. Είχε κρυώσει. Τα προηγούμενα βράδια ροβόλαγε παρέα με τους πρόκριτους πάνω στ’ άλογά τους από την Τσίμοβα μέχρι το Λιμένι. Ήταν σκεπτικός. Μήνες τώρα. Έστριβε τα μουστάκια του και άφηνε το βλέμμα του να χαθεί στο βάθος τού ορίζοντα. Ήταν ο τρόπος του να σκεφτεί με ηρεμία.

Δεν μίλησα. Δεν χρειαζόταν. Εδώ στη Μάνη είχαμε την ελευθερία μας. Είχαμε το δικαίωμα της άποψης. Μόνο που εδώ, σ’ αυτόν τον σκληρό και άγονο τόπο, τα λόγια ήταν μετρημένα. Δεν μας άρεσαν ούτε τα μεγάλα, ούτε τα πολλά λόγια. Γνώριζα. Έβλεπα. Άκουγα. Αισθανόμουν. Ο Μπέης με τους καφούς του, έπαιρναν τα άλογα και τράβαγαν μέχρι το κάστρο της Κελεφάς κι ύστερα πάλι στην Τσίμοβα. Κατάλαβα πως τα πράγματα ήταν σοβαρά όταν στις Κιτριές συναντήθηκε με τις άλλες δυο οικογένειες και φιλιώσανε. Οι Γρηγοριάνοι δεν μπορούσαν κάμουν αλλιώς. Το είχαν χάσει το μπεηλίκι από τον Σιουκούρ Μπέη, από τον γιο του Γιάννου του Σκυλόγιαννη κι οι Τρουπάκηδες είχαν χάσει από καιρό την αίγλη τους.
«Πέτραινα, ξέρεις τι θα γένει απόψε;» ρώτησε ο Πετρόμπεης. Είχε σηκωθεί από το κρεβάτι, είχε φορέσει τη βράκα του, τις μπότες και το γιλέκο, κρατούσε το φέσι του κι αγνάντευε τη θάλασσα από το παράθυρο, μέχρι εκεί που άπλωνε το μπλε σκούρο πέπλο της. Το πουλί, σπουργίτι ήταν, τον είχε φοβηθεί κι είχε πετάξει μακριά ζητώντας την ασφάλειά του.

«Θα ελευθερώσουμε τους Έλληνες» αποκρίθηκα, χωρίς να τον κοιτάξω. Μόνο τα σανίδια κοίταξα και θυμήθηκα τα παιδιά και τα κορίτσια να μεγαλώνουν σ’ εκείνη την ένδοξη οικία στο επίνειο της Τσίμοβας, το Λιμένι, γνωρίζοντας από την πρώτη μέρα πως κάθε στιγμή όφειλαν να είναι προετοιμασμένοι για μάχη. Μάθαιναν πως θα μάχονταν για να διατηρήσουν την ελευθερία. Είχα σηκωθεί από το κρεβάτι μας και τον κοίταζα· στα κλεφτά. Τον θαύμαζα. Εκείνον, τον άρχοντα των Μανιατών, εκείνον που είχε μιλήσει με τους αντιπροσώπους του Βοναπάρτη, τους εκπροσώπους του Τσάρου, που είχε διατηρήσει το αναφαίρετο δικαίωμα των Μανιατών στην ελευθερία.

«Τράβα Πέτραινα και φέρε τη σημαία να τη δω» με διέταξε και άρχισε να φτιάχνει τα μουστάκια του. Είδα τα μαλλιά του να πέφτουν στους δυνατούς ώμους του και ένιωσα την ίδια ταραχή όταν τον είχα αντικρίσει για πρώτη φορά. Όταν με είδε στον δρόμο για τη Δροσοπηγή με τον πατέρα μου, τον Πότη τον Δημητρηκαράκο, πήρε την απόφαση να με ζητήσει. Αλίμονο αν αρνιόταν ο πατέρας μου. Τέτοια τιμή, από τις μεγαλύτερες φαμίλιες, αν όχι η μεγαλύτερη στη Μάνη, και να αρνηθεί; Χωρίς να μεσολαβήσει κιόλας προξενήτρα;
Τη σημαία την είχα φτιάξει εγώ μαζί με τις υπόλοιπες του χωριού. Στα κελάρια του αρχοντικού. Μαζευόμασταν κάθε απόγευμα συζητώντας, ράβοντας και ξηλώνοντας. Να φτιάξουμε σωστά τον σταυρό, να ‘χει το γαλάζιο τής θάλασσας, να είναι ολόισιος μην τυχόν και δεν πάει καλά η επανάσταση κι ύστερα εκείνο το «Νίκη ή Θάνατος» στο πάνω μέρος και το «Ταν ή επί Τας» στο κάτω της, αυτό κι αν ήταν δύσκολο. Αυτό δα έλειπε να ξεκινήσει ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων χωρίς σωστό σύμβολο. Εκείνο το σύμβολο, αντικατόπτριζε τον πόθο των κατακτημένων, ήταν κατά ένα τρόπο η φασκιά για τη νεογέννητη ελπίδα.
Την κοίταξε και έλαμψε το πρόσωπό του από ικανοποίηση. Είχαμε κάμει εξαιρετική δουλειά.

Τον άκουγα τον Μπέη να συζητάει με τους καφούς του και τα παιδιά μας. Είχαμε τα πάντα. Δύναμη, εξουσία, ελευθερία. Ο φόρος υποτέλειας ποτέ δεν είχε πληρωθεί. Από τα χρόνια των Κατελάνων και των Βενετσιάνων. Κι οι δυο μεριές έκαναν τα στραβά μάτια κι όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Αφού όμως είχε έρθει η ώρα της λευτεριάς για τους υπόλοιπους Έλληνες, η φάρα μας δεν θα έκανε πίσω, είναι πρώτη στον αγώνα, τον άκουσα να λέει στον Θοδωρή από το Λιμποβίσι. Διαθέτω πέντε χιλιάδες πτωχούς πλην τίμιους πολεμιστές, συνέχισε και είδα τον στρατηγό να χαμογελάει, να βάζει το χέρι του στον ώμο του Μπέη και τον χτυπάει φιλικά. Αν είχαν τους Μανιάτες μαζί τους, όλα θα πήγαιναν καλά, συνέχισε ο Κολοκοτρώνης. Οι οικογένειες φίλιωσαν, αυτό ήταν το βασικό βήμα, αποκρίθηκε ο Πετρόμπεης. Η εντολή έχει έρθει από τον Δούναβη, ήρθε η ώρα, συνέχισε ο Γέρος του Μωριά. Οι Έλληνες θα ξανακέρδιζαν την κλεμμένη γη, είχαν χάσει την εμπιστοσύνη στους Ρώσους. Η νίκη δεν κατακτιέται με δανεικά, συμπλήρωσε ο Μπέης και ο συνομιλητής του συμφώνησε.

«Πέτραινα έλα δω» είπε ο Πετρόμπεης. Με εκείνο τον τόνο στη φωνή που υποδήλωνε διαταγή σχεδόν έτρεξα, με γρήγορα βήματα δηλαδή, όχι βέβαια σαν φοβισμένη δούλα, αυτά, εδώ, σ’ αυτά τα χώματα δεν πέρναγαν, ήμασταν ίσες, η ανάγκη της επιβίωσης σε τούτο τον σκληρό τόπο μάς είχαν κάνει ίσους, και στάθηκα δίπλα στο πλευρό του. Τον κοίταξα και κράτησα τον αναστεναγμό μου. Πόσο τον ποθούσα ακόμα και μετά από τόσα χρόνια κάτω από το ίδιο κεραμίδι, ακόμα και μετά τη γέννηση των παιδιών μας που έγιναν ολόκληρα παλικάρια, έτοιμα να πολεμήσουν για τα ιδανικά μας και κοπελούδες έτοιμες για παντρειά, έτοιμες να στηρίξουν τις νέες τους φαμίλιες.
«Ναι Μπέη μου» είπα και τον κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια.

«Αν σου δινόταν η ευκαιρία να διατηρήσεις όσο ζούσες για σένα και τα παιδία και τα κορίτσια σου μετέπειτα όλη την εξουσία, χωρίς προβλήματα, τι θα έκανες;» ρώτησε. Με κοίταξε και ύστερα εξέτασε τα ακροδάκτυλά του, σαν να επικύρωνε την πράξη που θα ερχόταν αμέσως μετά και την επόμενη στιγμή τα έχωσε στα παχιά μουστάκια του ισιώνοντάς τα. Την ήξερα εκείνη την κίνηση. Ήταν ο τρόπος που σκεφτόταν κάτι έντονα, ήταν η σωματική έκφραση της επερχόμενης λύσης στο πρόβλημα που τον απασχολούσε.
«Μπέη μου τίποτα δεν δίνεται δωρεάν, δεν χαρίζεται ούτε βότσαλο από τον Δυρό» απάντησα έχοντας σκληρύνει· το κατάλαβα από το τράβηγμα που ένιωσα στα μάγουλα. Ήταν εκείνος ο τρόπος του για να οδηγήσει την κουβέντα. Εγώ ήμουν μια άξια συνομιλήτρια. Εδώ στη Μάνη, οι άντρες τον περισσότερο καιρό πολεμούσαν, έλειπαν για μήνες ή χρόνια και οι γυναίκες έπαιρναν τη θέση των αντρών στους πύργους, στα πυργόσπιτα, στα αρχοντικά, στις καμάρες, στα χωράφια, στο χτίσιμο των ξερολιθιών, στο μεγάλωμα των παιδιών και των κοριτσιών. Γι’ αυτό είχαμε και λόγο. Και μας σέβονταν.

«Σωστά. Κι αν από την άλλη, αν είχες διψασμένους για νερό, κορακιασμένους, κι ήξερες ότι το νερό δεν θα πήγαινε χαμένο, θα τους το έδινες; Χωρίς όριο; Κι ας διψούσες λιγάκι κι εσύ;» ρώτησε και κοίταξε τις μπότες του. Ήταν καλά γυαλισμένες. Είχα φροντίσει από το χθεσινό βράδυ. Καθετί πάνω του μαρτυρούσε τη σημαντικότητα της ημέρας.
«Ναι» αποκρίθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχα σταυρώσει τα χέρια μου στην ποδιά μου. Τον κοίταξα στα μάτια. Σπίθιζαν. Αν έπιανα το πρόσωπό του, ήμουν σίγουρη πως θα καιγόταν η παλάμη μου.
«Με οποιοδήποτε κόστος;» ρώτησε ο Πετρόμπεης βηματίζοντας προς το μέρος μου.
«Ναι Μπέη μου» απάντησα πάλι και φόρεσα το μαντήλι μου για να ετοιμαστώ για την κουζίνα.

«Και δεν θα ζήταγες τίποτα;» ρώτησε πάλι και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα που οδηγούσε στο κατώι, στην καμάρα με την ξύλινη τάβλα, τις καρέκλες, το τζάκι με τις μαντεμένιες εστίες, τον πέτρινο νεροχύτη και τα μαγειρικά σκεύη κρεμασμένα στον τοίχο.
«Μόνο ευγνωμοσύνη Μπέη μου» είπα και τον ακολούθησα προς τα κάτω.
Στην κουζίνα ο Πετρόμπεης κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού. Δίπλα του, από αριστερά και δεξιά τα παιδιά και πίσω απ’ αυτά πιο πίσω τα κορίτσια, όσα από τα κορίτσια κι τις ψυχοκόρες δεν ετοιμάζανε μαζί μου το πρωινό. Την ώρα που έφτιαχνα τις κουταλίδες, –είχαν ζεστάνει το λάδι οι μικρότερες και έβραζε το κατσικίσιο γάλα, ώστε να το πιούμε ζεστό, να καθαρίσει το κορμί από τον ύπνο– τον κοίταξα πάλι. Έφτιαχνε τα μουστάκια του. Πάλι σκεφτόταν. Ο Λιάκης, ο Αναστάσης, ο Γιωργής, ο Γιάννης, ο Δημήτρης τον κοίταζαν. Περίμεναν. Τα κορίτσια σιωπηλά.

«Αν σκοτώνονταν όλα τα αδέλφια σου στη μάχη, τι θα έκανες;» ρώτησε δείχνοντας με το δάκτυλο τον Ηλία και ύστερα όλους τους γιους με τη σειρά.
«Αν έπεφταν διά την ελευθερία των Ελλήνων, θα έκλαιγα από χαρά» είπε ο Λιάκος και χτύπησε το χέρι του πάνω στην τάβλα ώστε να επιδοκιμάσει τα λόγια του.
Είδα τον Πετρόμπεη να χαμογελάει. «Άιντε παιδία, τραβάτε να φέρετε τη σημαία. Μας περιμένουν στους Ταξιάρχες να ορκιστούμε», είπε ο Πετρόμπεης και τον είδα να γελάει έπειτα από χρόνια.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Άγγελος Χαριάτης γεννήθηκε το 1975 στην Καλλιθέα Αττικής. Ζει και εργάζεται στα Νότια Προάστια. Έργα του: 25 Ιστορίες για Ευτυχισμένους Αστούς-Εκδόσεις Μαραθιά, Παράπλευρες Απώλειες- Εκδόσεις Ιβίσκος, Το Δάκτυλο- Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή, Μαύρο-Κόκκινο (e-book)- Εκδόσεις Σαΐτα, Όταν ξημερώνει…- Εκδόσεις Μ.Σιδέρη, Οι Δέκα Εντολές (e-book)- Εκδόσεις tovilvio.net, Η πόλη των Γενναίων (Brave City)- Εκδόσεις Μ.Σιδέρη, Ισορροπώντας σε μια μεθυσμένη αλφαβήτα-Εκδόσεις Άρωμα, Ο συγγραφέας (εγχειρίδιο αποτυχίας για νέους συγγραφείς) (e-book)- αυτοέκδοση.
Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε το site www.chariatis.gr

Προτεινόμενα για εσάς