Επετειακές “γραφές” από τον Ελπ. Ιντζέμπελη

Το ναυτόπουλο ο Κωνσταντής
του Στέφανου Μίλεση

Το 1813 τα ελληνικά σιτοκάραβα των νησιών μας έφταναν στον αριθμό τα εξακόσια δεκατρία. Αποτελούσε παράδοση στην Ύδρα, στις Σπέτσες, στα Ψαρά και σε άλλα νησιά την εποχή εκείνη, όταν γεννιότανε αγόρι, οι γονείς του από τη βρεφική ακόμα ηλικία, να λάβουν τάξιμο από καπετάνιο, να το πάρει στη δούλεψή του, να του μάθει την τέχνη του εμπορίου και της θάλασσας, για να προκόψει. Μα για να γίνει κάποιος έμπορας, έπρεπε πρώτα να γίνει ναυτικός. Καθώς τα εμπορικά πλοία των νησιών «χτίζονταν» με τη μέθοδο της σερμαγιάς, της συμμετοχής δηλαδή των πολλών, για να είναι οιμερισματούχοι ευχαριστημένοι, έπρεπε το καράβι να είναι κερδοφόρο. Το όνομα του καπετάνιου ήταν που έφερνε το χρήμα. Αυτός αποφάσιζε τις δύσκολεςτις ρότες που έβγαινε το κέρδος και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Φόρτωναν τα ραγιάδικα τα πλοία στάρι από την Αγία Ρωσία και το κουβαλούσαν στα διάφορα λιμάνια της Ευρώπης, σπάζοντας τους αποκλεισμούς που επέβαλαν οι πόλεμοι της εποχής και κύρια οι θαλασσοκράτορες Άγγλοι, που έκλειναν με τους στόλους τους, τους γαλλικούς και τους ισπανικούς λιμένες για να εξαναγκάσουν τους εχθρούς τους σε παράδοση.

Και οι αποκλεισμένοι από την πείνα κάτοικοι,πλήρωναν όσο – όσο για να ξεφορτώσουν στις προκυμαίες τους τα πλοία της ζωής, που ήταν πάντοτε τα ελληνικά! Αυτά μονάχα τρύπωναν κάτω από τη μύτη των θεόρατων πολεμικών και έμπαιναν στο λιμάνι για να μοιράσουν το ρωσικό το στάρι. Και καθώς το φορτίο μοσχοπουλιόταν, όταν πίσω στο νησί γινόταν το ξεκαθάρισμα, ο γενικός λογαριασμός απέδιδε κέρδη μεγάλα σε όλους. Και χτίζονταν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο τα σιτοκάραβα και γέμιζαν στην Ύδρα και στα άλλα τα νησιά τα πιθάρια, με τα ισπανικά δίστηλα και τα φιορίνια και τα δουκάτα και τις αγγλικές λίρες. Και οι νησιώτες τοποθετούσαν πάνω στο περβάζι των τζακιών τα βάζα τα ξέχειλα από χρήμα, το ένα πλάι στ’ άλλο, για να γίνεται γνωστό στους επισκέπτες όχι το κέρδος του σπιτιού, μα το θάρρος του ταξιδευτή! Και δεν ήταν διόλου τυχαία η έκφραση που αποτελούσε νόμο νησιωτικό τότε, πως «ο καλός ο έμπορας έπρεπε να είναι παλικάρι». Έμπορας ήταν μόνο ο γενναίος ναυτικός.

Αυτός ήταν το παλικάρι. Και οι καπεταναίοι έφτιαχναν τη φήμη τους, με τις παράτολμες τις πράξεις τους. Τα ναυτόπουλα μάθαιναν εκτός από καλοί έμποροι και ναυτικοί, να είναι και τολμηροί πολεμιστές, για να διασώζουν και να προφυλάσσουν το πολύτιμο φορτίο του καραβιού από τους πειρατές, πραγματική μάστιγα των θαλασσών. Κι έτσι απέκτησαν τα σιτοκάραβα κανόνια, με την άδεια του Σουλτάνου και με οθωμανικά φιρμάνια. Τα νησιωτόπουλα μόλις γίνονταν δέκα χρονών, πήγαιναν να μαθητεύσουν στον καπετάνιο που είχε κάνει τάξιμο από τη γέννησή τους. Ανέβαιναν στην κουβέρτα του σιτοκάραβου,άπειρα και άβρεχτα και μάθαιναν τα αστέρια του ουρανού, τα θαλασσινά τα ρεύματα, τους ανέμους και τα ιστία. Τέτοιο μικρό ναυτόπουλο ήταν και ο Κωνσταντής που όλοι είχαν να το λένε στο νησί, για το πώς γλίτωσε από το τουρκικό μαχαίρι την ύστατη στιγμή. Μια γειτόνισσα τον άρπαξε από τα Αϊβαλιώτικα τα χώματα,τον έβαλε σε ένα μικρό μπρίκι, μαζί με την οικογένειά της και έτσι γλύτωσε μονάχα εκείνον αλλά όχι και οι γονείς του. Η Καγκελαρία της Ύδρας ανέθεσε τη φροντίδα του σε έναν καλό χριστιανό και τίμιο άνθρωπο, τον παπά Στέργιο. Μόλις είχαν περάσει μερικοί μήνες,όταν ο παπά Στέργιος τον έπιασε και του μίλησε, με τον ίδιο τρόπο που θα μιλούσε σε έναν Υδραίο της ίδιας ηλικίας. «Ήρθε η ώρα σου να τραβήξεις στα καράβια Κωνσταντή» του μήνυσε.

Έτσι ο Κωνσταντής μπήκε στην «Κυρά της Θάλασσας» ένα σιτοκάραβο υδραίικο να μάθει τη δουλειά. «Τράβα δυνατά Κωνσταντή», «καθάρισε τους μπουλμέδες», «γρήγορα στα αμπάρια!»του φώναζε μια ο καπετάν Γιώργης ο Βώκολος και μια ο ναύκληρος, που τον φόρτωνε διαρκώς δουλειές. Και παρά τις απανωτές διαταγές για αγγαρείες, ο μικρός Κωνσταντής έτρεχε αγόγγυστα και τις εκτελούσε με προθυμία, χωρίς να δυστροπεί ή να μουρμουράει. Κάθε σάλτο στα ξάρτια, κάθε διόρθωση στα μαντάρια, κάθε παρατήρηση για τα ιστία τον έκανε καλύτερο, του αποκάλυπτε τα μυστικά της ναυτοσύνης. Κάποτε έφτασε επιτέλους η ευλογημένηώρα, που τα σιτοκάραβα πέταξαν την τρίχρωμη ραγιάδικη σημαία και ύψωσαν αυτήν της επανάστασης. Και κάθε φορά που τα αντίκριζε ο εχθρός να πλέουν μεσοπέλαγα, άλλαζε ρότα για να τα αποφύγει. Φοβόντουσαν οι Οθωμανοί όταν έπλεαν στην άσπρη θάλασσα (στο Αιγαίο), μήπως σταθούν άτυχοι και πέσουν πάνω τους και πάθουνε μεγάλη συμφορά. Και τα μικρά αργοκίνηταφορτηγά, όπως η «Κυρά της Θάλασσας», οι «Άγιοι Ανάργυροι», ο «Μπουρλοτιέρης», η «Αθηνά», ο «Ηρακλής», όταν συγκεντρώνονταν για να φτιάξουν μια ελληνική μοίρα, ήταν λες και γινόταν σύναξη αγίων, χριστιανών και αρχαίων μαζί. Δίπλα στον «Άη Γιώργη» έπλεε ο «Θησέας», και αντάμα στον «Άγιο Αρτέμιο» ο «Θεμιστοκλής», ο «Λεωνίδας»και ο «Οδυσσέας». Ήρωες, θεοί και ημίθεοι, του Ολύμπουκαι χριστιανοί Άγιοι επιστρατεύθηκαν,για να βοηθήσουν τους φτωχούς ραγιάδες που ξεσηκώθηκαν και τόλμησαν να λέγονται Έλληνες.

Μα κανένας δεν τους λάμβανε υπόψη και έλεγαν σε Δύση και Ανατολή. «Μα πώς είναι δυνατόν αυτοί οι κακομοίρηδες, οι μελαμψοί, οι πεινασμένοι, οι κουρελήδες να τολμούν να σηκώσουν κεφάλι; Ποιοι νομίζουν ότι είναι;» Και οι μεγάλοι τα κανόνιζαν μεταξύ τους, χωρίς σε αυτούς τους κουρελήδες να απευθύνουν λόγο! Οι Έλληνες περίσσευαν από τις συμφωνίες τους. Μα πότε οι σκελετωμένοι μαχητές του Μεσολογγίου και πότε τα μικρά σιτοκάραβα, τους χαλούσαν τα σχέδια. Δεν άργησε να φτάσει και η σειρά του Κωνσταντή,να βαπτιστεί με τη μπαρούτη και διόλου δεν φοβήθηκε. Ένα Οθωμανικό δίκροτοτραβούσε καταπάνω τους. Ο Καπετάν Γιώργης μόλις το είδε, φώναξε στους άνδρες«Άντε παιδιά να τους προλάβουμε εμείς!»Τα ελληνικά κανόνια βρόντηξαν πρώτα, δείχνοντας στους Οθωμανούς ότι δεν τους σκιάζονταν.«Όρτσα όλα τα πανιά! Κοράκι ίσα πάνω τους… ύστερα πλώρη στα δεξιά… αριστερά ετοιμάστε κανόνια…

Πάνω τους παιδιά! Ο Θεός μαζί μας! Φωτιά!»φώναζε ασταμάτητα ο Καπετάν Βώκολος. Και συνέβη το εξής. Αντί οι Οθωμανοί να τους βάλουν στο κατόπι, αυτοί πρώτοι τράβηξαν ίσα πάνω τους! Ανέβαινανολοένα τα βαρελάκια με τη μπαρούτη από το εσωτερικό του πλοίου, που τα είχαν αποθηκευμένα, πάνω στο κατάστρωμα. Σε κάθε μπαταριά έτρεμαν τα σανίδια, αγκομαχούσαν τα ξύλα των ιστίων, τεντώνονταν τα μαντάρια. Οι μπούκες των κανονιών ξερνούσαν φωτιά καπνό και μαύρες μεταλλικές βολίδες συρίζοντας έσχιζαν τον αέρα όμοια με τον ήχοτων καζανιών της κόλασης, όπως συνήθιζε να του περιγράφει ο παπά Στέργιος κάθε φορά που του μιλούσε για την κόλαση. Όλος ο ορίζοντας θόλωσε από τον καπνό των κανονιών, σαν ένα παχύ πέπλο ομίχλης να έπεφτε ολόγυρα. Και ο μικρός Κωνσταντής, όπως στην ειρήνη έτσι και στον πόλεμο, έτρεχε σβέλτα δεξιά κι αριστερά, πότε να κουβαλήσει πυρομαχικά, πότε να δέσει ένα ξάρτι που κρεμόταν πότε να σκαρφαλώσει ψηλά στο ιστίο, πότε να καταβρέξει ένα πυρακτωμένο από την κάψα της μπαρούτης κανόνι, για να μην σκάσει.

«Για κοιτάξτε ορέ κιοτήδες Μεχμέτηδες. Ούτε τα ανήλικα παιδιά μας δεν μπορείτε να τρομάξετε», φώναζε ο Καπετάν Γιώργης, λες και μπορούσαν οι απέναντι να τον ακούσουν. Τον άκουγε όμωςο Κωνσταντής και φούσκωνε από περηφάνια για τον δημόσιο τον έπαινο. Αργά τα δύο πλοία, το ελληνικόσιτοκάραβο και οθωμανικό πολεμικό τραβούσαν το ένα πλάι στο άλλο, σε μια αγκαλιά θανάτου. Τότε παράξενη σιωπή απλώθηκε παντού. Ούτε μπαταριές κανονιών ακούγονταν, μήτε άλλοι κρότοι. Παρά μονάχα μια μονάχα φωνή στην αρχή και ύστερα πολλές άλλες. Όλες μόνο Ελληνικές! «Γιούργιααα… Πάνω τους παιδιά. Πίσω και σας φάγαμε ρεεεε». Σύσσωμο το πλήρωμα της «Κυράς της Θάλασσας» με έναν σάλτο πήδηξε από το ελληνικό σκαρί στο Οθωμανικό. Τρόμος στο πλήρωμα του εχθρού. Μάχη για ώρα, κορμί με κορμί.Σα να άκουγε ο μικρός Κωνσταντής να αντηχεί στα αυτιά του την ώρα εκείνη μια πολεμική μελωδία, ένας θούριος! Ιδέα του θα ήταν! Ποιος θα μπορούσε να τραγουδάει τέτοια ώρα..

«Ως πότε παλληκάρια να ζούμε στα στενά….».Μα το παράξενο αυτό τραγούδι δεν συνοδεύονταν από λαγούτα και βιολιά, παρά από κρότους και μπαρουτόβολα!Στο τέλος για να γλυτώσουν οι Οθωμανοί βούταγαν στη θάλασσα κι ας μη γνώριζαν κολύμπι. Προτιμούσαν να πάνε από πνιγμό, παρά να πέσουν από ελληνικό σπαθί. Δεν άργησαν οι Έλληνες να αφεντέψουν το Σουλτανικό το πλοίο κι όσους Οθωμανούς δεν πρόλαβαν να πηδήξουν στο νερό. Τους έδεσαν πισθάγκωνα κάτω στα αμπάρια και οδήγησαν το σουλτανικό πίσω στην Ύδρα όπου οι κάτοικοι τους υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Πραγματικό πανηγύρι. Κάπως έτσι στεριώθηκε η φήμη της ελληνικής ναυτοσύνης, και τα ελληνικά σιτοκάραβα, απέκτησαν φήμη τρομερών πολεμικών. Και το μικρό ναυτόπουλο, ο Κωνσταντής, πάνω στην κουβέρτα της «Κυράς της Θάλασσας» ανδρώθηκε και έγινε αργότερα καπετάνιος με τα όλα του. Και μαζί του ανδρώθηκαν χιλιάδες άλλα ναυτόπουλα. Διότι αποτελούσε παράδοση στην Ύδρα και στα άλλα τα νησιά, τα μικρά παιδιά να μπαίνουν από νωρίς στη θάλασσα για να μάθουν να γίνουν έμποροι.

Ήταν γνωστή η φράση, που ήταν νόμος στα νησιά, πως «ο καλός ο έμπορας έπρεπε να είναι παλικάρι». Και η παράδοση αυτή έγινε θεσμός για όλο το ναυτικό των Ελλήνων, που από τότε έπαιρνε μικρά παιδιά στα πλοία και τα εκπαίδευε ώστε να γίνουν κάποτε κι αυτά με τη σειρά τους από απλά ναυτόπουλα… τρανοί ναυμάχοι! Και όταν η Ελλάδα αργότερα ανέπνεε ελεύθερη, έγινε κανόνας τόσο στις σχολές του εμπορικού όσο και του πολεμικού ναυτικού, να προσλαμβάνουν μικρά παιδιά, ναυτόπουλα! Σαν τον Κωνσταντή.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Στέφανος Μίλεσης είναι συγγραφέας, αρθρογράφος, ιστορικός ερευνητής και ραδιοφωνικός παραγωγός. Έχει δώσει πλήθος διαλέξεων με θέματα την ναυτικής, τοπικής ιστορίας και παράδοσης, σε σχολεία, γυμνάσια, λύκεια, σε πολιτιστικούς συλλόγους και σε άλλα πνευματικά ιδρύματα. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά (Εφημερίδες “Καθημερινή”, “Ντοκουμέντο”, “Κόντρα”, “Ελεύθερο Τύπο”, “LIFO” κ.α.). Έχει τιμηθεί από συλλόγους στον Πειραιά και έχει συνεργαστεί σε τηλεοπτικές παραγωγές (“Μηχανή του Χρόνου”, “Τα Στέκια”, ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ κ.α). Από το 2016 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πειραϊκού Συνδέσμου και του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος. Έχει συγγράψει ή έχει μετάσχει στη συγγραφή δέκα (10) βιβλίων που περιλαμβάνουν ναυτικά διηγήματα, ιστορίες του Πειραιά, ιστορικά χρονογραφήματα αλλά και βιβλία για παιδιά. Είναι έγγαμος με την Εύα Μπογιατζή και έχει δύο παιδιά την Ελευθερία και τον Παναγιώτη. Από το 2009 η ιστοσελίδα του Pireorama.gr καταγράφει την ιστορία του Πειραιά. Από το 2015 αφηγείται στο Κανάλι Ένα την ιστορία της πόλης μέσα από την εκπομπή “Πειραϊκές Ιστορίες”.

Προτεινόμενα για εσάς