Επετειακές “γραφές” στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Ιστορία εμπνέει το μέλλον

Οι συγγραφείς για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Στο πλαίσιο του εορτασμού των διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του1821 η εφημερίδα «Ηχώ της Άρτας» θα πραγματοποιήσει αφιέρωμα τιμώντας την ιστορική επέτειο: θα παρουσιάζει κάθε εβδομάδα ανέκδοτα διηγήματα σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων, που θα αναφέρονται στο 1821.
Σημαντικοί Έλληνες συγγραφείς ανταποκρίθηκαν με χαρά στο κάλεσμα του συνεργάτη μας Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη και έγραψαν εξαιρετικές ιστορίες, που θα κρατήσουν συντροφιά στους αναγνώστες το προσεχές διάστημα.
Ανάμεσά τους οι: Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πέτρος Γκάτζιας, Νιόβη Ιωάννου, Κατερίνα Καριζώνη, Κωνσταντίνος Μπούρας, Μίτση Πικραμένου, Απόστολος Σπυράκης, Φίλιππος Φιλίππου, Άγγελος Χαριάτης, κ. ά.
Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Κώστας Στοφόρος

Ο Οδυσσέας κι ο Οδυσσέας (Ανδρούτσος)

Ποιος θε ν’ ακούσει κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια,
διαβήτε από τη Λιβαδιά και σύρτε στη Βελίτσα
κι’ εκεί ν’ ακούστε κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια.
Ν’ ακούστε την Αντρούτσενα, τη μάνα του Δυσσέα,
πώς σκούζει, πώς μοιρολογά και σαν τρυγόνα κλαίει,
σαν περδικούλα θλίβεται και σαν παπί μαδιέται,
σαν του κοράκου τα φτερά μαυρίζει η φορεσιά της.
-Δεν στόπα γω Δυσσέα μου, δεν στόπα γω παιδί μου,
με τη Βουλή μην πιάνεσαι και τους καλαμαράδες… *

Τι το ήθελε ο δάσκαλος;
Ο Οδυσσέας δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Μόλις πήγαινε να κοιμηθεί ο εφιάλτης ερχόταν ξανά και ξανά.
Ένα σκοτεινό κελί, άγρια πρόσωπα, φωνές, ουρλιαχτά και μετά να τον αρπάζουν με βία και να τον πετάνε από τα βράχια.
Ξυπνούσε καθώς έβλεπε τη στέγη της εκκλησίας να πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σίγουρος πως θα τσακιστεί κάπου εκεί δίπλα, στο προαύλιό της.
Ήταν το όνομα που είχαν κοινό; Οι μακρινές του ρίζες από την ιστορική Γραβιά ; Ήταν η ίδια η ηρωική μορφή του;
Ο Οδυσσέας θαύμαζε όσο κανέναν άλλο τον μεγάλο ήρωα της Επανάστασης του ’21, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Του άρεσε που ήταν παλικάρι, αλλά του άρεσαν κι οι πονηριές του. Όπως τότε που βρέθηκε μετά από μια μάχη στο Δαδί -τη σημερινή Αμφίκλεια- ανάμεσα σε Αλβανούς κι άρχισε να μιλάει Αρβανίτικα.

Εκείνοι τον πέρασαν για δικό τους και τον πίστεψαν μόλις τους είπε πως θα τους οδηγήσει σε μέρος που κρύβονταν γυναικόπαιδα. Ο Ανδρούτσος μόλις βρέθηκε στο κατάλληλο σημείο, έγινε καπνός. Έτρεχε σαν βολίδα!
Την άλλη φορά πάλι λένε πως λύθηκε η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου γιατί έστειλε γράμμα που επίτηδες το άφησε να πέσει στα χέρια των Τούρκων, ότι δήθεν καταφθάνει από ώρα σε ώρα με 10 χιλιάδες στρατιώτες. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής, μάζεψαν τους δικούς τους κι όπου φύγει -φύγει!
Μετά απ’ όλα αυτά είναι να απορείς πως τον κατάφεραν οι δικοί του και τον πιάσανε και τον οδήγησαν στη φυλακή στην Ακρόπολη. Πίστεψε βλέπεις το πρωτοπαλίκαρο του τον Γκούρα.

Αυτός ο άτιμος! Μετάνιωσε λέει μετά και υπήρξε και παλικάρι. Τι να το κάνεις;
Ο δάσκαλος χθες στη τάξη τους διάβασε όσα είπε ένας αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του Ανδρούτσου, ο Κώστας Καλατζής και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καιροί» στις 25 Δεκεμβρίου του 1898, περισσότερα από 70 χρόνια μετά τη δολοφονία…
«…Από καιρό τον είχαν φυλακίσει στη μεγάλη κούλια της Ακρόπολης, του είχαν βάλει στα χέρια και στα πόδια σίδερα με μπάλες βαριές. Φαγητό δεν του έδιναν ταχτικά, ούτε καλή τροφή, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα στη φυλακή ήταν ανάλαγος, λερωμένος, κουρελιασμένος με ένα κοντοκάπι και με τον ιστορικό του καλογηρόσκουφον λιγδωμένον από λέρα…

…Επειδή ήταν πυκνό σκοτάδι μπόρεσα να πλησιάσω αρκετά και άκουσα τον κρότο από τα κλειδιά της φυλακής. Την άνοιξαν και μπήκαν οι τρεις τους στον πύργο, ο σκοπός στέκονταν στη μισάνοιχτη πόρτα της φυλακής. Άμα μπήκαν μέσα ακούστηκαν οι κρότοι από τις αλυσίδες του στρατηγού επειδή αυτός από την ξαφνική τους παρουσία θα σηκώθηκε. Τον άκουσα να τους λέει: «—Ωρέ ξέρω καλά ποιός σας έστειλε εσάς εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε με λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιός είμαι και πώς με λένε. Αυτές εδώ τις σαπιοκοιλιές δεν τις συνερίζομαι μα εσύ μωρέ Γιάννη ίΜαμούρη) γιατί;». Και ενώ έλεγε αυτά καθώς κατάλαβα από την ταραχή που επακολούθησε αμέσως επιτέθηκαν κατά του φυλακισμένου. Άκουσα το βόγγημα τους αναστεναγμούς και μούγκρισμα του λιονταριού εκείνου και ραγίζονταν η καρδιά μου. Μετά από αυτά άκρα ησυχία….»

Ο Καλατζής τους είδε να κουβαλάνε κάτι βαρύ κι ύστερα ήχο από πέτρες που πέφτουν…
«…Το πρωί άμα σηκώθηκα έμαθα ό,τι είχε διαδοθεί παντού: ότι δηλαδή ο Οδυσσέας προσπάθησε να δραπετεύσει και ενώ κατέβαινε το τείχος της Ακρόπολης δεμένος με ένα σκοινί, κόπηκε το σκοινί και σκοτώθηκε…» (πηγή: Αιμιλία Λ. Γιαννακούρου-Χατζημανόλη Η ΛΙΒΑΔΕΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ)
Αυτή η περιγραφή στοίχειωνε τον μικρό Οδυσσέα.
Και το μήνυμα του Γκούρα που έλεγε να εκτελέσουν τον Καπετάνιο: «Να πουλήσει λάδι γιατί θα πέσει η τιμή του» έγραφε συνθηματικά στον φρούραρχο Μαμούρη που είχε αφήσει στη θέση του… Σα να του έλεγε «Δολοφονείστε τον Ανδρούτσο!»
Ήταν το βράδυ 4 προς 5 Ιουνίου του 1825, όταν εκτελέστηκε η εντολή…
Στο φύλλο της 6ης Ιούνη 1825 η «Εφημερίς των Αθηνών», που εκδιδόταν τότε στην Αίγινα, αφιέρωσε στον θάνατο του μεγάλου οπλαρχηγού, του ήρωα της Γραβιάς, μόλις μια πρόταση: «Σήμερον ετελείωσε τον δρόμον της ζωής του ο Οδυσσεύς Ανδρίιτσου».
Τα χειρότερα όμως ήρθαν τρεις μέρες αργότερα.

Η ίδια εφημερίδα, γράφει:
«Η σημερινή αυγή μας εξημέρωσε και τον θάνατον του περιβοήτου εις την Ιστορίαν Οδυσσέως Ανδρίτσου…
Αυτός είχε προβλέψει με την φυσικήν του πανουργίαν δυο τριχιαίς … Περί τας 5 ώρας της νυκτός της 4 Ιουνίου, ενώ οι δύο στρατιώται όπου τον εφύλαττον, ήσαν εις το πρωτοΰπνι, κρεμιέται με τη μίαν από τα υψηλά του Πύργου – Γουλέ – έχοντας ζωσμένην και την άλλην εις την μέση του, διά να χρησιμεύση ακολούθως να κατέβη και από τα τείχη του Κάστρου και να φύγη, όπου αυτός ήξευρε.

Αλλ’ η θεία δίκη, προλαμβάνουσα, φαίνεται τους ολεθρίους σκοπούς του ανθρώπου τούτου διά την Πατρίδα, ωκονόμησε προτού να φτάση ακόμη εις τα μέσα του Πύργου καταβαίνοντας και σπα η τριχιά εκείνη, και πίπτει ο άθλιος εις το λιθόστρωτον έδαφος της Απτέρου Νίκης, θύμα ελεεινόν της κακοβουλίας και πανουργίας του» (Διονυσίου Α. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, εκδόσεις Μέλισσα)
Οι δολοφόνοι και οι εντολείς τους επιστράτευσαν και την …επιστήμη. Τα περί «πτώσεως» επιβεβαίωσε ιατροδικαστική έκθεση του Ιταλού γιατρού και υποπροξένου του Βασιλείου της Νεαπόλεως Βιτάλη.
Η αλήθεια θα περάσουν δεκαετίες για να αποκαλυφθεί.

Ο Ανδρούτσος θάβεται έξω από τον ναό των Αγίων Ασωμάτων και θεωρείται προδότης.
Η αποκατάσταση του θα γίνει 40 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του, όταν μετά από τελετή στη Μητρόπολη θα μεταφερθούν τα οστά του στο Α Νεκροταφείο…
Πάντως ο Ανδρούτσος τους ήξερε τους εχθρούς του. Αν ο Κολοκοτρώνης τον είχε ακούσει, όλα θα ήταν διαφορετικά.
Ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος) στα «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» αναφέρει τα όσα συζητήθηκαν ανάμεσα στον Ανδρούτσο και στον Κολοκοτρώνη σε ένα γεύμα τους στην Τριπολιτσά τον Φλεβάρη του 1823, σχετικά με τους κοτσαμπάσηδες:

«Ο Οδυσσεύς είπεν ότι «καθώς μας κάμνουν τώρα οι κοτζαμπάσηδες, όπου εμείς είμεθα δυνατοί και έχομεν και τα άρματα εις τας χείρας μας, αύριον θα μας σύρουν εις τη φούρκαν”. Ο Κολοκοτρώνης του απεκρίθη: “Αϊ! Και συ, όλο μ’ αυτούς έχεις να κάμης. Αφησέ τους και λησμονιούνται μοναχοί τους”. “Καλά, είπεν ο Οδυσσεύς, εσένα θα πρωτοσκοτώσουν, και όχι με την αλήθεια, αλλά με ψέματα θα σου πλέξουν το σχοινί της φούρκας”. Ο Κολοκοτρώνης είπεν “ό,τι διάβολο θέλουν ας κάμουν, εγώ δε μαγαρίζω τα χέρια μου εις αυτούς”»…
Δεν φανταζόταν πως ήταν ο ίδιος που θα πρωτοσκοτωνόταν ενώ ο Κολοκοτρώνης δέχθηκε κάθε είδους διώξεις…

Ο Οδυσσέας παρακάλεσε του γονείς του να πάνε εκδρομή στο χωριό στις 8 Μαΐου που θα γινόταν η αναπαράσταση της Μάχης στο Χάνι της Γραβιάς. Και τα καταφέρε, λέγοντας πως τους το πρότεινε ο δάσκαλος. Καταπληκτικό θέαμα!
Οι Τούρκοι πολιορκούσαν και οι Έλληνες αντιστέκονταν.
Έδειξαν και τον περίφημο χορό. Ο Ανδρούτσος καθώς δεν ήθελε κανείς να παραμείνει στο Χάνι παρά τη θέλησή του, έβγαλε το μαντίλι που φορούσε στο κεφάλι του και κάλεσε σε χορό όσους διάλεγαν αν μείνουν. Πρώτος – πρώτος έπιασε το μαντίλι ο Γκούρας… Συνολικά 118 ήταν αυτοί που έμειναν να υπερασπιστούν το Χάνι.

Αν το δεις σήμερα απορείς πραγματικά πως τα κατάφεραν. Βεβαίως ο Οδυσσέας ήξερε πως αυτό δεν είναι το παλιό Χάνι, αλλά έχει κατασκευαστεί όπως υποθέτουν οι ιστορικοί πως ήταν , ακριβώς απέναντι από τα ερείπια του αυθεντικού. Στα ερείπια εκείνα χτίσθηκε το 1888 το περίφημο μνημείο που εγκαινίασε ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Α…
Πώς να ένιωσαν εκείνοι οι ήρωες όταν είδαν αν καταφθάνει το ασκέρι του Ομέρ Βρυώνη και να γεμίζει το οροπέδιο;
Ο Διάκος είχε θυσιαστεί στην Αλαμάνα για να τους σταματήσει…
Έξι φορές προσπάθησαν οι πολιορκητές να καταλάβουν το χάνι και τις έξι φορές γύρισαν πίσω άπρακτοι.
300 νεκροί και 600 τραυματίες ήταν οι απώλειες των στρατευμάτων του Ομέρ Βρυώνη…
Μετά την αποτυχία και της έβδομης προσπάθειας αποφάσισε να φέρει κανόνια από τη Λαμία, που τότε λεγόταν Ζητούνι.

Εκεί πάλι απέδωσε η πονηριά του Ανδρούτσου. Ένας δικός του άνθρωπος που είχε τοποθετήσει στο στράτευμα των Τούρκων άρχισε να φωνάζει, δήθεν για να φοβερίσει τους αγωνιστές πως «θα τους δείξουν αυτοί αύριο που θα έρθουν τα κανόνια από το Ζητούνι»
O Ανδρούτσος αποφάσισε να φύγουν μέσα στη νύχτα. Έθαψαν τους δυο μοναδικούς νεκρούς τους, ξεκουράστηκαν και προετοίμασαν την έξοδο.
Δυο ώρες πριν ξημερώσει μόλις τα σύννεφα έκρυψαν το φεγγάρι, έφυγαν από την πόρτα που έβλεπε προς τον κάμπο. Πάλι έκανε την πονηριά του ο Καπετάνιος. Για να δει αν θα τους έπαιρναν είδηση οι φρουροί των Τούρκων, πέταξε με τη σειρά τρεις κάπες που είχαν από μια πέτα μέσα κι έκαναν τον θόρυβο που θα έκανε κάποιος αν πηδούσε από τον τοίχο του Χανιού. Μόλις είδε πως δεν υπήρξε αντίδραση, διέταξε την έξοδο.
Πέρασαν μέσα από τις γραμμές των πολιορκητών πολεμώντας και τράβηξαν προς την ελευθερία…

Ο Οδυσσέας τα θυμόταν όλα αυτά ένα μήνα αργότερα, όταν ο δάσκαλος τους έφερε στην Πλάκα για περίπατο.
Μάθαιναν διάφορα για την ιστορία της πόλης, όμως η έκπληξη τους περίμενε στο τέλος, όταν έφτασαν σε ένα παλιό Βυζαντινό εκκλησάκι κάτω από την Ακρόπολη. «Μεταμόρφωση του Σωτήρος» είναι η επίσημη ονομασία, όμως οι Αθηναίοι το λένε «Σωτηράκη».
Εκεί λέει η παράδοση βρέθηκε στην πραγματικότητα το σώμα του νεκρού ήρωα όταν τον πέταξαν από την Ακρόπολη…
Σ’ αυτό το σημείο ο δάσκαλος τους διάβασε ένα γράμμα του Ανδρούτσου, που τέλειωνε έτσι:

«…Τόσον με εφώτισεν ο διάβολός μου, ώστε να γεμίσω ψείραις, να λιμάξω ψωμί, να κείτομαι εις τα νερά, εις τα χιόνια και εις τη λάσπην, να δοκιμάζω κάθε στρατιωτικήν αχαριστίαν, να πίνω φαρμάκια από εχθρούς και φίλους, να κυνηγώμαι ως κατάδικος από αυτούς τους συγγενείς και φίλους της δικαιοσύνης, να επιθυμώ συνελεύσεις εθνικάς, να αγαπώ δικαίους διοικητάς, να είμαι λάτρης των εναρέτων και φίλος των σοφών, να διψώ την αυτονομίαν και ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, επιθυμώντας μόνον και μόνον Έλληνες να διοικούν και να βασιλεύουν εις τους Έλληνας». (από Γ.Πετρόπουλο ε.α.)
Άραγε το όνειρο του Ανδρούτσου είχε γκρεμιστεί μαζί του από τη Ακρόπολη;

ΥΓ. Αφιερώνω το κείμενο αυτό στον φιλόλογό μου Στέφανο Ψαρρά. Ήταν ο άνθρωπος που με παρακίνησε -ήμουν μαθητής της Γ Γυμνασίου- να ερευνήσω το τι ακριβώς συνέβη με τον θάνατο του Ανδρούτσου… Ανακάλυψα έτσι την αξία της ιστορικής έρευνας…

*Από το βιβλίο του Μιχαήλ Περάνθη «Ο Δαίμονας», εκδόσεις Εστία

Προτεινόμενα για εσάς