Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Οι συγγραφείς για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Αντωνία Παυλάκου

ΧΟΡΗΓΟΣΚΑΛΑ – ΤΟ ΖΑΛΟΓΓΟ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Θρόισμα θρήνου νιώθω να κατεβαίνει τη βαθιά χαράδρα κάθε που φέρνω ίσια το βλέμμα απ’ το Μαρδάκι ως τους αντικρινούς απόκρημνους βράχους. Φωνές χορού γυναικών που με το αίμα τους πότισαν τους άσπρους γκρεμούς της Χορηγόσκαλας. Φωνές χορού γονιών, παιδιών, αγαπημένων, που έσμιξαν τον δικό τους θρήνο με τον απόηχο της μεγάλης θυσίας για του Έθνους την τιμή.

Είκοσι περίπου του Μάη ήταν του 1826. Πορθημένο το μαρτυρικό Μεσολόγγι, το φύτρο της Λευτεριάς μαραμένο κι ο θυμός του Ιμπραήμ γιομίζει ξανά την ψυχή του ραγιά φαρμάκι και μαρτύριο. Στην Καρύταινα καθώς φτάνει, αίμα κι ιδρώτα οσμίζουνται οι κάτοικοι και ροβολούν απ’ τα Σαμπάζικα μέχρι τον Άκοβο. Να γλιτώσουν θέλουν, έστω και πρόσφυγες, τη μανία του χριστιανομάχου, που κοιτάει με το μονοκυάλι του τα κάστρα της Μεσσηνίας καθώς διαβαίνει την πεδιάδα της ως το Νησί.
Πονηρός, αφήνει πίσω του σώμα ολάκερο που κυνηγάει τους πρόσφυγες και καίει τα χωριά. Πρόσφυγας από του Κατσαρού στον Άκοβο, ο μπαρμπα-Αναστάσης μιλάει στους ντόπιους για τον αχό του κατακτητή που πέρασε απ’ τα μέρη του. Τον υπολογίζουν όλοι κι ας είναι ξενομερίτης. Λεβέντης ακόμη στα εβδομήντα του με την μπαρουτοκαπινισμένη φουστανέλα του, τ’ ασημοπίστολα και τη μαυρομάνικη μάχαιρα στο σελάχι του, λάφυρα παλιότερης παλληκαριάς, μαζεύει τους άντρες γύρω του, τις φαμίλιες τους, και τη δική του. Γιο αρραβωνιασμένο, δύο ακόμη παντρεμένους και κόρη μία βρεφομάνα έχει. Να μείνουν τα μισά ντουφέκια μαζί του θέλει κι ο αρραβωνιασμένος κοντά του κι αυτός. Διατάζει τους υπόλοιπους να φύγουν για Δυρράχι. Υποψιάζεται ότι θα περάσουν Τούρκοι από εκεί. Μα πρέπει να προλάβουν.

«Να τους πετσοκόψετε από τα υψώματα καθώς θα περνούν. Να κρατήσετε ανοιχτά τα περάσματα να βγουν πρώτες οι γυναίκες και τα παιδιά στα Πισινά Χωριά με ασφάλεια. Μετά εσείς. Πρώτα τα γυναικόπαιδα! Μ’ ακούτε, ορέ;», φώναξε για να φτερώσει το μαραμένο φυλλοκάρδι τους.
Συλλογισμένοι φάνηκαν όλοι για τον χωρισμό, και δεν κατέβαζαν για το ναι τα κεφάλια. «Κινάτε τώρα» ούρλιαξε. «Τις φωτιές δεν τις θωράτε, ορέ; Οι άπιστοι έρχονται! Τους μισούς θα τους κόψω εγώ, τους υπόλοιπους ελόγου σας. Αν δεν πάρετε δρόμο, όλοι μαζί στον χαμό θα πάμε… Κι αλλοίμονο απ’ τις γυναίκες μας… Θα τις ζωγρήσουνε μωρέ, και το κρίμα στον λαιμό σας!». Διώχνει τους δύο παντρεμένους γιους και τη θυγατέρα του. «Κι εσύ, νύφη να πας με τη μάνα σου,μεγάλη κι ανήμπορη είναι».
Δεν υπάρχει αποχαιρετισμός ούτε χώρος για δάκρυα, μόνο ματιές κι υπόσχεση να ξαναβρεθούν όλοι μαζί στη Μεγάλη Αναστάσοβα. Κινάνε για Δυρράχι. Οι γιοι κι ο γαμπρός του Αναστάση μπροστά, να δίνουν το πρόσταγμα.

Ο παλιός κλέφτης μένει πίσω κι αντραγαθεί. Είκοσι έξι Τουρκαλάδες από τη μια φάλαγγα του Μπραΐμη μακελεύει με τον γιο του. Την άλλη χτυπούν οι φευγάτοι σε θέσεις μετά το Δυρράχι. Οι γυναίκες προλαβαίνουν να κρύψουν γερόντους και τα μεγαλύτερα παιδιά στις σπηλιές και προχωρούν.Ένα μανιασμένο μπουλούκι από Αραπάδες πιο γρήγορο απ’ τους άλλους πέφτει στον δρόμο τους και κλείνει από μπροστά είκοσι περίπου απ’ αυτές. Είναι νιες, φρέσκα κρίνα του αγρού και μικρομάνες με τους ανθούς στην αγκαλιά. Η αιχμαλωσία, η σκλαβιά, θεριά ολόκληρα θολώνουν το μυαλό, παγώνουν τις καρδιές τους. Μιλούν μόνο τα καυτά βλέμματα της περηφάνειας. «Καλύτερα γκρεμισμένες παρά ατιμασμένες», φωνάζει η νύφη του Αναστάση και καθώς βλέπει τ’ αδιέξοδο του χάους μπροστά της, βουτάει πρώτη από ψηλά.

Η κόρη του από δίπλα της φτερώνει στις άλλες πόδια και ψυχή. «Κουράγιο γυναίκες. Σφίχτε τα παιδιά πάνω σας και φευγάστε… Χέρι Αράπη να μη σας τα μαγαρίσει…» φωνάζει. Οι κραυγές των γυναικών «Για τη Λευτεριά! χάνονται στον αέρα καθώς το κενό καταπίνει γοργά τη μια μετά την άλλη.Τελευταία η βρεφομάνα κόρη του Αναστάση τις ακολουθεί στη σιωπή.
Το αθώο αίμα αγναντεύει από ψηλά ο βράχος. Βρυχάται για τον άδικο χαμό και κρουνούς από πέτρες αφήνουν τα άσπρα σπλάχνα του. Κάποιοι Αραπάδες φτασμένοι στα χαμηλά, κοντά στις γκρεμισμένες, δέχονται τα αιχμηρά πυρά του. Το Μεσολόγγι αγροικά το νέο πέταγμα προς τη Λευτεριά. Η φύση του Μαγιού σκορπάει τα μύρα της. Τα δάση πενθούν, τ’ αγρίμια σωπαίνουν. Ένας σταυραετός ισοζυγιάζει τα φτερά του, θωρεί τα σεπτά σώματα ματωμένα και χάνεται μακριά.

Η Παναγιά από το αντικρινό Μαρδάκι ενώνει το δάκρυ της με τους ζωντανούς που στον βράχο της Χορηγόσκαλας θρηνούν κι ορκίζονται εκδίκηση… Μαζί τους ο αρραβωνιασμένος, ο νιόγαμπρος και οι άλλοι δύο γιοι του Αναστάση. Η φωνή του γέροντα με τρεις κουμπουριές σκίζει τον αέρα. «Πάφτε το μοιρολόι, ορέ… Τίμιος ο σπόρος τους για τη Λευτεριά που ’ρχεται! Αυτό μόνο να συλλογάστε … Ιερή η γη που πατάμε. Δοξασμένη η μνήμη τους.Ακοίμητες στις καρδιές μας!».
Κι εγώ έτσι που σας μελετώ βράδια, δειλινά ή απομεσήμερα, καθώς διαβαίνω πια τη μεγάλη στράτα για τη Νέδουσα και τ’ άλλα χωριά του Ταϋγέτου, κόμπος μοιρολογιού απ’ ανάδεμα της καρδιάς φτάνει στα χείλη μου. Γυναίκες εσείς, τραγικές και συνάμα αντρειωμένες, πόσο με ευγνωμοσύνη να σταθώ και πόσο να απολογηθώ για τη θυσία σας την καρπερή, για τον χάρο που δεν λογιάσατε, καθώς πράξη δική μου καμιά δεν φελάει να παραβγαλθεί με το μπόι της ψυχής σας της αδούλωτης, να ξεπληρώσει το αντίτιμο του αγέρα του λεύτερου που ανασαίνω σήμερα… Αθάνατες!
Αντωνία Παυλάκου

Χορήγι: Ασβέστη.
Χορηγόσκαλα: Βράχος από ασβεστολιθικά πετρώματα με ελικοειδείς φυσικές αναβαθμίδες.
Σαμπάζικα: Οικισμοί και χωριά μετά την Καρύταινα ως τον Άκοβο Αρκαδίας.
Άκοβος: Χωριό της Αρκαδίας στα σύνορα με τη Μεσσηνία.
Δυρράχι: Χωριό της Αρκαδίας ανατολικότερα του Άκοβου που συνδέεται με τα Πισινοχώρια.
Πισινά Χωριά: Χωριά του Δυτικού Ταϋγέτου πίσω από τον Μυστρά. Είναι τα σημερινά χωριά της περιοχής Αλαγονίας:Νέδουσα, Αλαγονία, Πηγές και Αρτεμισία. Ανήκουν πλέον στον Δήμο Καλαμάτας.
Μεγάλη Αναστάσοβα: Το σημερινό χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας.(Ανήκει στον Δήμο Καλαμάτας.)
Μαρδάκι:Το μοναστήρι της Παναγίας κοντά στη Νέδουσα και απέναντι σχεδόν από την τοποθεσία της θυσίας των γυναικών.

Βιογραφικό
Γεννήθηκε στην Καλαμάτα όπου και ζει μόνιμα. Σπούδασε Κλασική φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Μανδραγόρας», «Νέα Αριάδνη», σε ηλεκτρονικές σελίδες και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες. Είναι πρόεδρος της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων.

Πέτρος Γκάτζιας
Ο συντηρητής…

Ένας ψηλός άντρας προχωρά στον δρόμο. Λίγες ξανθές τρίχες έχουν απομείνει στο κεφάλι του, λιπόσαρκος, με ένα στρατιωτικό παντελόνι και ένα μακό μπλουζάκι. Φοράει αρβύλες, ξεθωριασμένες και σκασμένες στην άκρη. Είναι φανερό πως πρόκειται για ρούχα της δουλειάς.
Κάτω απο το πηγούνι του, τσαλακωμένη μια υφασμάτινη χειρουργική μάσκα και στα χέρια ένα δοχείο που καταλήγει σε μια μικρή αντλία. Κάτι ψεκάζει μ΄αυτό. Δεν χαμογελά. Περπατάει με σκυμμένο το κεφάλι.
Κάθε τέτοια εποχή – Άνοιξη είναι – η διαδρομή του είναι καθορισμένη. Κινείται στο κέντρο, σε συγκεκριμένες πολυκατοικίες. Οι ένοικοι τον περιμένουν σαν σωτήρα, αλλά πολύ αμφιβάλλω εάν θυμούνται το πρόσωπό του. Άλλωστε φοράει πάντοτε
τη μάσκα όταν ψεκάζει. Απεντομώσεις και μυοκτονίες ο Σταμάτης.

Σταμάτης Μπέμπας, το πλήρες όνομά του, αλλά αποφεύγει να το λέει. Απο το σχολείο τού έκαναν καζούρα γι΄αυτό. Ένας άνθρωπος συνηθισμένος, χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αλλά με μία δεξιότητα : να εξολοθρεύει αποτελεσματικά έντομα και τρωκτικά.
Απέναντί του στον δρόμο, ένας άλλος ψηλός άντρας, Αφρο-αμερικανός. Τον συναντά πάντοτε τέτοια εποχή. Το πιθανότερο είναι εκείνος να κυκλοφορεί καθημερινά έτσι ντυμένος. Ρούχα άλλης εποχής. Καρώ τραγιάσκα και ασορτί σακάκι με παντελόνι. Εποχής swing. Η ζέστη ωστόσο είναι αφόρητη, ειδικά για μάλλινα ρούχα.
Ο Σταμάτης τον χαιρετά και για πρώτη φορά χαμογελά, έστω και λίγο. Εκείνος του ανταποδίδει το χαμόγελο και προχωρά. Και γι΄αυτόν είναι μια ευχάριστη συνήθεια, να γνωρίζει πως τέτοια εποχή θα συναντήσει τον συντηρητή στον δρόμο. Γιατί έτσι θέλει να αυτο-αποκαλείται ο Σταμάτης : Συντηρητής. Ένας καλός τίτλος για να προσδιορίσει, κάπως πιο γενικά αυτό που κάνει. Πιο εύηχος! Στο κάτω – κάτω και αυτό είναι μια μορφή συντήρησης!

Μόνο που αυτή την συγκεκριμένη ημέρα ο Σταμάτης έχει άλλα στο μυαλό του. Δεν αφορούν τη μικρή του επιχείρηση, αλλά για πρώτη φορά το επίθετό του – το οποίο αντιπαθεί. Ή καλύτερα το πλήρες ονομά του : Σταμάτης Μπέμπας !
Μόλις το περασμένο βράδυ δέχθηκε μια παράξενη πρόσκληση – ή μάλλον
η πρόσκληση δεν είναι παράξενη, αυτός αγνοούσε ή είχε ξεχάσει το παρελθόν του.
Στο κατώφλι του σπιτιού του ήρθαν, ένας Γάλλος δημοσιογράφος με έναν διερμηνέα και του ζητούσαν πληροφορίες και ένα ημερολόγιο, για κάποιον πρόγονο, πολλά πολλά χρόνια πριν, στην επανάσταση του 1821.
Οι γονείς του δεν πολυμιλούσαν για τα παλιά, παππούδες δεν πρόλαβε, αλλά είναι αλήθεια πως θυμάται τον συγχωρεμένο τον πατέρα του να του δείχνει ένα παλιό βιβλίο, στην πραγματικότητα, μερικά χαρτιά, μέσα σε ένα πρόχειρο ντοσιέ, κιτρινισμένα και εύθραστα, με γράμματα δυσανάγνωστα, απο άνθρωπο που δεν καλοήξερε γραφή.

Ο πατέρας του είχε ξετυλίξει ένα βυσσινί βελούδο για να του αποκαλύψει το περιεχόμενο, στα γρήγορα, λες και ήταν το μεγάλο μυστικό της οικογένειας.
Πρέπει να ήταν τότε ο Σταμάτης στην Τρίτη δημοτικού, μέσα στην χούντα και στο σχολείο θα έκαναν γιορτή για την επανάσταση του 1821. Όλα τα παιδιά είχαν πάρει να πουν και απο ένα ποίημα, εκτός απο τον Σταμάτη. Ο δάσκαλος θεώρησε πως η συστολή του δεν θα τον βοηθούσε και έτσι έμεινε εκτός.
Ο πατέρας του για να τον κάνει να νιώσει καλύτερα, όταν τον είδε να επιστρέφει σπίτι δακρυσμένος και με τα μούτρα στο πάτωμα, αποφάσισε να του πει για τον πρόγονό τους – ήρωα της επανάστασης, με τον οποίο μοιράζονταν το ίδιο όνομα.
Ήταν δύο ημέρες μετά την κήρυξη του αγώνα. Ο Σταμάτης Μπέμπας βρισκόταν στην Ρούμελη, μόνος σε μια χαράδρα. Περπατούσε για να ενωθεί με την ομάδα του οπλαρχηγού Κομνά Τράκα και τον γιο του Σταμάτη, με τον οποίον είχαν μεγαλώσει μαζί.
Ξάφνου, πίσω απο ένα δέντρο εμφανίζονται τρεις Τούρκοι, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Τον βλέπουν ρακένδυτο και κοκαλιάρη και αρχίζουν να γελάνε μαζί του. Δεν υπολόγισαν όμως σωστά.

Και πριν προλάβει το γέλιο να σβήσει απο τα χείλη τους,
ο Σταμάτης τραβάει το γιαταγάνι του και τους ορμάει.
Οι Τούρκοι τα χάνουν. Μέχρι να προσπαθήσουν να αμυνθούν έχει φάει ήδη τον έναν. Όμως, προτού ορμήξει και στους άλλους, τον πυροβολούν και τον σωριάζουν στο έδαφος, αιμόφυρτο.
Την ώρα που τον πλησιάζουν ο Σταμάτης, που έκανε τον νεκρό, καρφώνει με το μαχαίρι του τον ένα στην καρδιά και με υπεράνθρωπη δύναμη ξεπαστρεύει και τον άλλον.
Το αίμα τρέχει ποτάμι απο τα πλευρά του, αλλά ο Σταμάτης έχει ένα στόχο, να ανταμώσει με τους άλλους για να πολεμήσει. Δένει σφιχτά ένα πανί στα τραύματά του, αρπάζει τα τουρκικά καριοφύλια και βαδίζει σέρνοντας τα βήματά του, μέχρι το χάνι όπου βρίσκονται οι υπόλοιποι.

Όταν φτάνει καταρρέει μπροστά τους. Ο γιος του Τράκα, Σταμάτης και αυτός, τον σηκώνει και τότε εκείνος του ψιθυρίζει στο αυτί το τι έγινε. Τον μεταφέρουν σε ένα δωμάτιο και μια γυναίκα του διπλανού χωριού περιποιείται τα τραύματά του.
Απο το κρεβάτι αυτό ακούει όλο το πρωί μέχρι αργά το μεσημέρι τον αχό της μάχης, μη μπορώντας να κάνει τίποτα. Το απόγιομα, όταν φέρνουν στον οπλαρχηγό Τράκα τα χαμπέρια για τον γιό του, ο Σταμάτης, λες και τα άκουσε ξεψυχά.
Ο Σταμάτης Τράκας, φίλος του Σταμάτη Μπέμπα, πέρασε στην ιστορία ως ο πρώτος νεκρός της επανάστασης στα Σάλωνα. «Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται,» φέρεται να αναφώνησε σκωπτικά ο πατέρας του όταν το έμαθε.

Ο Σταμάτης Μπέμπας ξεχάστηκε. Δεν υπήρχαν μάρτυρες για τον ηρωισμό του και τις όποιες λεπτομέρειες τις είχε πει στον νεκρό φίλο του. Ξέρουμε μόνο ότι έφθασε στο χάνι σ΄αυτή την κατάσταση επειδή ξεπάστρεψε τρεις Τούρκους.
Στο δισάκι του βρέθηκαν και αυτές οι λιγοστές σελίδες, γιατί ο Σταμάτης προσπαθούσε να μάθει γράμματα για να έχει κάποιο ρόλο – όπως φανταζόταν – στην ελεύθερη Ελλάδα.
Τόσα ήξερε ο πατέρας του, τόσα του είπε. «Σταμάτης εκείνος, Σταμάτης και εσύ,» θυμάται να του είχε τονίσει. Ο νεκρός είχε αφήσει πίσω του δυό γιούς, που πάλεψαν να τα καταφέρουν στην ζωή, ορφανοί, χωρίς βοήθεια στην ελεύθερη Ελλάδα.
Αυτή η μοίρα ακολούθησε και τις επόμενες γενιές. Κανένας – εκτός απο τον ένδοξο πρόγονο – δεν έκανε κάτι σημαντικό.

Μ΄αυτή την νοοτροπία μεγάλωσε και ο Σταμάτης και αν δεν ήταν ο Γάλλος δημοσιογράφος να του το θυμίσει, θα έφευγε απο την ζωή μουτζούφλης, όπως ήρθε – έτσι τουλάχιστον έλεγε η μητέρα του.
Έκανε απολύμανση και στην τελευταία πολυκατοικία. Κινήθηκε πιο γρήγορα απο τις άλλες φορές. Στην γειτονιά του μπορεί να μην του έλεγαν ούτε καλημέρα, όμως κατά κάποιο τρόπο, την δουλειά του την απολάμβανε. Έδινε λύση στους φόβους και τα προβλήματα των ανθρώπων.

Ένας ηλικιωμένος πέρασε ξαφνικά τον δρόμο μπροστά του και παραλίγο να τον χτυπήσουν τα αυτοκίνητα. «Μα τι είναι αυτό που κάνει τους ηλικιωμένους να διασχίζουν τον δρόμο χωρίς να κοιτάζουν, λες και θέλουν να προκαλέσουν τον θάνατο» αναρωτήθηκε, ενώ το μυαλό του ήταν ακόμη χαμένο στις σκέψεις του για το ντοκιμαντέρ και τον πρόγονό του.
Όταν μπήκε σπίτι έτρεξε στην παλιά αποθήκη για να βρει το ημερολόγιο. Είχε να το δει απο μικρός, αλλά λογικά ήταν πάντα εκεί. Όταν το βρήκε ένιωσε τα στήθη του να φουσκώνουν. Τράβηξε το βελούδο και προσπάθησε να διαβάσει. Ήξερε ότι δεν θα έβρισκε κάτι το ιδιαίτερο καθώς ο πρόγονός του πέθανε στο ξέσπασμα της επανάστασης. Όμως ο Γάλλος δημοσιογράφος θεωρούσε κάθε στοιχείο σημαντικό για το ντοκιμαντέρ του.

Για πρώτη φορά, ίσως με εξαίρεση εκείνη την γιορτή για το 1821 στην χούντα, ο Σταμάτης ένιωσε για πρώτη φορά, σπουδαίος απόγονος ενός σπουδαίου προγόνου.
Το πληγωμένο και βασανισμένο ‘εγώ’ του συντηρητή αναθάρρησε, για πρώτη φορά όλα αυτά τα χρόνια, όταν λίγες ημέρες μετά διάβαζε μπροστά στην κάμερα τα λόγια του προγόνου του : «Αν και είμαστε ζωντανοί, ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε σε δύο με τρεις ημέρες…» έγραφε, λες και προέβλεπε το τέλος μέσα στην αρχή. «Ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε, αλλά δεν φοβόμαστε και έχουμε κέφια…»
Η τελευταία καταγραφή ήταν στις 25 Μαρτίου του 1821. Ο Σταμάτης Μπέμπας, μιλούσε για λογαριασμό του, αλλά και για λογαριασμό μερικών φίλων.
200 χρόνια μετά, ο Σταμάτης Μπέμπας επαναλάμβανε με καμάρι αυτά τα λόγια μπροστά σε ξένους, για να καταγραφούν – έστω και καθυστερημένα – στην ιστορία…

Βιογραφικό
Ο Πέτρος Γκάτζιας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 1987. Είναι προϊστάμενος εξωτερικού δελτίου στην τηλεόραση του ALPHA. Συγγραφέας άλλων δύο βιβλίων: “Ένας επιτυχημένος άνθρωπος”, εκδ. Ι. Σιδέρης (μυθιστόρημα) και “40+.Το φαινόμενο των νέων ηγετών στη διεθνή πολιτική σκηνή”, εκδ. Ι. Σιδέρης.

Προτεινόμενα για εσάς