Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Θεόδωρος Μπενάκης

Η απόφαση του γιατρού Γεώργιου Δεναξά

Αύγουστος 1831. Η τρομοκρατία είχε πάλι απλωθεί πάνω από το Ναύπλιο όπως και πριν από μερικά χρόνια. Κουμπουροφόροι είχαν ξαπολυθεί να βρουν και να χαλάσουν όσους δημοκρατικούς απόμεναν ακόμα στη δοκιμασμένη πόλη. Και μαζί με αυτούς κλέβανε και χτυπούσαν τους απλούς κατοίκους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Ναυπλιώτες και μαζί τους τόσοι άλλοι που είχαν φέρει τι ελπίδες τους από αλλού στην νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, έπεφταν θύματα του εμφύλιου διχασμού. Κοντά διακόσιους άμαχους νεκρούς είχαν αφήσει πίσω τους οι βομβαρδισμοίτης πόλης από τον φρούραρχο της το 1827. Και τώρα που η αντιπολίτευση στον Κυβερνήτη είχε πάρει τα πάνω της, αυτός έστελνε πάλι τα όργανά του κατά δικαίων και αδίκων.

Χαράματα της τρίτης Αυγούστου ο νεαρός Γεώργιος Αλεξάκης, που είχε αφήσει τις σπουδές του στο Παρίσι για να πολεμήσει στην Επανάσταση και ο Χαράλαμπος, ένας αγωγιάτηςέμπιστος των δημοκρατικών, γλίστρησαν στους βρώμικους και σκοτεινούς δρόμους και χτύπησαν συνθηματικά την θήρα του γιατρού Νικόλαου Δεναξά.
«Πάμε γρήγορα γιατρέ», είπε ο φοιτητής σαν πρόβαλε στο κατώφλι ο Δεναξάςμεένα κερί που κρατούσε στο αριστερό χέρι. Τα φράγκικα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα. Όμως δεν έδειχνε να βιάζεται.
«Τι περιμένεις; Έλα, να πάρουμε και την κυρά και να φύγουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε», τον πρότρεψε ο Αλεξάκης. «Πάμε στην Ερμιόνη, φεύγουν όλοι, ο τύραννος ξαπόλησε τους παλικαράδες του και σπέρνουν τον τρόμο».
«Με συμπαθάς αφεντικό αλλά δεν έχουμε χρόνο. Τα σκυλιά είναι αμολημένα στους δρόμους. Κι επειδή μαζί τους είναι τα ξαδέλφια μου θα κάνουν τα στραβά μάτια. Αλλά βιάσου για τ’ όνομα του Θεού!»

Ο Δεναξάς τους έκανε νόημα να περάσουν. Έδειχνε γερασμένος, περπατούσε αργά και με μετρημένα βήματα. Τον ακολούθησαν, από τον μικρό προθάλαμο στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε για ιατρείο και γραφείο. Τα πάντα ήταν σπασμένα. Στο δάπεδο διαλυμένα εργαλεία και ξεσκισμένα βιβλία. Οι τέσσερεις καρέκλες και το τραπέζι ήταν αναποδογυρισμένα και η μικρή βιβλιοθήκη κομματιασμένη.
«Ήρθαν νωρίτερα από σας. Αλλά δεν βρήκαν τίποτε. Μόνο σπάσανε τα εργαλεία μου. Σκίσανε τα βιβλία της δουλειάς μου. Και μου στενοχωρήσανε και την Μαριγώ μου», απάντησε στους απορημένους επισκέπτες του.
Ο γιατρός είχε ειδοποιηθεί όπως και τις άλλες φορές που άνθρωποι της εξουσίας ήρθαν να ψάξουν σπίτι του. Προλάβαινε να κρύψει πάντα τα πολύτιμα όργανα της δουλειάς του που είχε φέρει από την Πάδουα όπου σπούδασε και ξεκίνησε την καριέρα του.
«Αλλά κουράστηκα πια», αναστέναξε.

Πρώτα είχε έρθει κάποιος που γνώριζε, ένας Μήτρος, γνωστός νταής και πρώτος και καλλίτερος στα πλιάτσικα. Του είχε κάποτε γιατρέψει τη γυναίκα και την θυγατέρα. Χτύπησε και του είπε σε φιλικό τόνο ότι είχε ανάγκη την βοήθειά του.Τον πέρασε μέσα. Αυτός τον όρκο του στον Ιπποκράτη τον κρατούσε.
Από τον δρόμο ακούγονταν τρεχαλητά, τουφεκιές και αλαλαγμοί. Κάπου από δίπλα ακούστηκαν πόρτες που σπάζανε. Ήξερε ο γιατρός ότι τα πράγματα ήταν άσχημα γι’ αυτόν.Το καταλάβαινε από τα γράμματα που λάβαινε κρυφά από την Ύδρα.Του το είχε μηνύσει και ο Αλεξάκης μια μέρα πριν και του είχε πει να προσέχει.Αλλά μπροστά στον ανθρώπινο πόνο έκανε πάντα το καθήκον του.
«Ποιος είναι άρρωστος;» τον είχε ρωτήσει.
«Εσύ είσαι άρρωστος γιατρέ», του είχε αποκριθεί ο παλικαράς σαν βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο στο ιατρείο. Τα χνώτα του βρωμάγανε κρασί και τα μάτια έλαμπαν με μίσος. Και τότε, πρόσεξε ότι πίσω του ακολουθούσαν κι άλλοι.

«Δεν κάνεις καλά που πας με τους προδότες γιατρέ!» του είχε φωνάξει ο Μήτρος. «Δώσε μας ότι γράμματα σου στείλανε, δώσε μας και κανένα όνομα άλλου προδότη, κι εγώ θα κάνω τα στραβά μάτια, θα πω πως ήσουν έξω και δε σε βρήκαμε. Εγώ δεν ξεχνάω που βόηθησες τη γυναίκα και το κορίτσι μου».
«Ε και κανά παρά να πάρουμε δε βλάφτει», ακούστηκε να λέει κάποιος από τους άλλους.
Έψαξαν, έσπασαν, πλήγωσαν. Αλλά δεν βρήκαν τίποτε το ενοχοποιητικό.
«Τα πρωτοπαλίκαρα της τυραννίας», είπε στον φοιτητή και τον αγωγιάτη σφίγγοντας τις γροθιές του ο γιατρός.
«Θάρθουν πάλι γιατρέ. Δεν ξεχνούν αυτοί, διψούν για αίμα. Κι εσένα σε ξέρουν καλά. Σε λογαριάζουν γι’ άνθρωπο του Κοραή. Ξέρουν ότι ήσουν από εκείνους που ξανατύπωσαν το φυλλάδιο του και το μοίρασαν στους πατριώτες».

Αλήθεια τι περιπέτεια κι αυτή, θυμήθηκε φευγαλέα ο Δεναξάς. Ο «Διάλογος δυο Γραικών». Το εμπνευσμένο φυλλάδιο με το οποίο ο σοφός Γέρος ζητούσε να γίνει η Ελλάδα αβασίλευτη συνταγματική πολιτεία.Από τα εκατό φυλλάδια που είχε στείλει από το Παρίσι σέ έναν φίλο του έμπορο στηνΕρμούπολη για να τα προωθήσει στην Ελλάδα, είχαν σωθεί ελάχιστα. Ο έμπορος είχε φοβηθεί και είχε ματαιώσει την αποστολή τους.Ο Δεναξάς με λίγους φίλους του το ξανατύπωσαν και το μοίρασαν προσεκτικά χέρι με χέρι. Αλλά παρά την μυστικότητα των κινήσεών τους οι άνθρωποι του Κυβερνήτη το έμαθαν και ο γιατρός δέχτηκε αρκετές φορές την επίσκεψή τους.
«Πάμε αφέντη να χαρείς ότι αγαπάς. Δεν θα προλάβουμε και θα μας κόψουν όλους!» ακούμπησε με σεβασμό και στοργή το χέρι του στον ώμο του γιατρού ο αγωγιάτης, διακόπτοντας τη στιγμιαία απόδραση στο παρελθόν.

«Να χαρώ ότι αγαπώ λες Χαράλαμπε;» χαμογέλασε πικρά ο γιατρός.Τους έκανε νεύμα να τον ακολουθήσουν. Πέρασαν κι οι τρεις στην κάμαρη. Τα πάντα ήταν αναποδογυρισμένα. Ρούχα ανδρικά και γυναικεία βρίσκονταν πεταμένα σε όλες τις γωνιές.
Και πάνω στο λερωμένο από τις πατημασιές στρώμα το σώμα μιας γυναίκας.
«Λιώνει σαν το κερί», είπε με πόνο ο γιατρός. «Είναι κοντά τρεις μήνες που την χάνω κάθε μέρα κι από λίγο. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Μου την ταράξανεκι αυτοί με τις αγριάδες και κλαίει συνέχεια».
Οι επισκέπτες σάστισαν. Κοιτάχτηκαν με νόημα.
Η γυναίκα, η άλλοτε θαρραλέα και δραστήρια γιατρίνα ήταν σωστό λείψανο. Τα μάτια της είχαν μπει βαθιά μέσα στις κόγχες και τα μάγουλα της είχαν στεγνώσει. Ένα βουβό και μονότονο κλάμα έβγαινε από το τυραννισμένο πλάσμα.
«Πάμε αφέντη! Κάνε γρήγορα! Θα την πάρω εγώ στην πλάτη. Και να μας σταματήσουνε θα πούμε ότι την πάμε σε γιατρό», είπε με αποφασιστικότητα ο Χαράλαμπος και πλησίασε την γυναίκα.

«Καλέ μου Χαράλαμπε, δεν την βλέπεις; Δεν θα αντέξει ούτε μέχρι έξω από την πόλη», τον σταμάτησε με μια απαλή κίνηση του χεριού ο Δεναξάς. «Εσείς θα πάτε!»
«Δεν γίνεται αυτό γιατρέ,» είπε με ζήλο ο φοιτητής. «Θα γυρίσουν πάλι. Το ξέρεις! Και θάρθουν να σε χαλάσουν!»
«Αντέστε εσείς! Εσύ Γεώργιε έχεις αγώνα μπροστά σου. Δεν ήρθες δα από το Παρίσι για να σκοτωθείς από έναν κοζάκο», είπε στοργικά στον Αλεξάκη.
«Και να μη σε χαλάσουν αφέντη, πως θα ζήσετε; Τα τρόφιμα τάχουνε πάρει οι στρατιώτες, κι όσα σωθήκανε τα κρύψανε οι έμποροι…», επέμεινε ο Χαράλαμπος. «Έλα μαζί μας εσύ και μόλις σας φυγαδεύσουμε έξω από την πόλη, γυρνάω εγώ και κανονίζω με τη Σταθούλα τη μαμή να έρθει να μείνει εδώ με την κυρά. Θα την προσέχει σαν τα μάτια της, στ’ ορκίζομαι!»

«Έχει δίκιο ο Χαράλαμπος γιατρέ. Οι δημοκρατικοί κερδίζουν, είναι λίγες οι μέρες του τυράννου. Ούτε που θα το καταλάβεις πότε θα φύγεις και πότε θα γυρίσεις».
«Η ώρα τρέχει, βιαστείτε. Εγώ την απόφασή μου την έχω πάρει. Θα μείνω δίπλα στη Μαριγώ μου. Κι ότι θέλει ο Θεός ας γίνει!» έκλεισε αποφασιστικά τη συζήτηση ο γιατρός.
Ο γιατρός Νικόλαος Δεναξάς, παραλήπτης επιστολών του Κοραή, συντάκτης ανώνυμων επιστολών που έκαναν γνωστό στη Γαλλία τον αυταρχισμό του Κυβερνήτη και τα κατορθώματα των αδελφών του και των ένοπλων πουτους υπηρετούσαν, παρατηρούσε τις δυο σκιές που μίκραιναν σιγά σιγά στα στενά του Ναυπλίου. Ύστερα γύρισε την πλάτη του στον δρόμο, άνοιξε καλύτερα την θήρα του σπιτιού του και με βαριά βήματα πήγε δίπλα στη Μαριγώ του. Κάθισε προσεκτικά πάνω στο στρώμα, την πήρε απαλά στην αγκαλιά του και της σιγομουρμούρισε λόγια αγάπης.

Ο Θεόδωρος Μπενάκης γεννήθηκε το 1959. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 1983. Υπήρξε συνεργάτης της εφημερίδας «Καθημερινή» και των περιοδικών «Τετράδια», «Εποπτεία» και «Τέταρτο», αρχισυντάκτης του περιοδικού «Διεθνής Επιθεώρηση» και εκδότης για 15 χρόνια εβδομαδιαίων εφημερίδων στα Πολωνικά, Ρωσικά και Αλβανικά. Από το 2013 εργάζεται ως αρχισυντάκτης αγγλόφωνων ιστοσελίδων των Βρυξελλών που καλύπτουν ειδησεογραφικά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Έχει γράψει τα αστυνομικά μυθιστορήματα «Το λάθος βήμα του τραπεζίτη»και «Το παρελθόν του Κυρίου Ζωρζ» που εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Στοχαστής. Άλλα έργα του: «Η άλλη όψη του ελληνικού εργατικού κινήματος (1918-30)», «Κρίση στα Βαλκάνια», «Συζητώντας για την Αλβανία» (με τον ΡαμίζΑλία) και «Δημήτρης Γιωτόπουλος, Από τον επαναστατικό στον φιλελεύθερο σοσιαλισμό».

Προτεινόμενα για εσάς