Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Η Ιστορία εμπνέει το μέλλον

Φίλιππος Φιλίππου

Ο σκύλος του Καραϊσκάκη

Όταν ήμουν μικρός, ο παππούς μου με έβγαζε στον κήπο μας και μού έλεγε ιστορίες που είχε διαβάσει σε βιβλία ή που είχε ακούσει. Είχα διαβάσει κι εγώ λίγα βιβλία, αλλά ο παππούς ήξερε πολλά. Μερικές από τις ιστορίες του αφορούσαν τους ήρωες του 1821, ιδίως τους πιο διάσημους από αυτούς. Ένας ήταν ο Καραϊσκάκης, άλλος ο Κολοκοτρώνης, τρίτος ο Κανάρης ο πυρπολητής. Περισσότερο μου άρεσε η ιστορία του Γεώργιου Καραϊσκάκη, κι αυτό όχι γιατί ήταν ο πιο γενναίος, ο πιο καλός ή ο πιο ωραίος, αλλά διότι ήταν άτυχος, αφού δεν έζησε για να δει τη νίκη της επανάστασης.

«Και πως πέθανε παππού;» τον ρώτησα.
«Ένδοξα», απάντησε και άρχισε να μιλάει για τις τελευταίες ώρες του.
Στις 21 Απριλίου του 1827 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο για να αντιμετωπίσουν σε μία ακόμα μάχη τον στρατό του Κιουταχή. Οι μαχητές ξεκουράζονταν και περίμεναν τη διαταγή για να επιτεθούν στον εχθρικό στρατό. Την επομένη μέρα 22 Απριλίου το μεσημέρι ο Καραϊσκάκης κάλεσε τους φίλους του σε λιτό γεύμα στο στρατόπεδο, έξω από τη σκηνή του. Ήταν παραμονές της γιορτής του, του Αγίου Γεωργίου, κι είχαν μαζευτεί εκεί οι πολύ στενοί συμπολεμιστές του.

Πήγαν για να του ευχηθούν. Εκεί βρισκόταν κι η Μαριώ, η φιλενάδα του, η οποία ήταν Τουρκοπούλα και είχε ασπαστεί το χριστιανισμό. Ντυμένη με αντρικά ρούχα, με φέσι και φουστανέλα, ήταν γνωστή με το όνομα Ζαφείρης. Η Μαριώ σερβίρισε τα φαγητά που είχε μαγειρέψει η ίδια. Είχαν κι ένα βαρέλι κρασί για να πιουν από λίγο ο καθένας από μια κούπα.
Ο Καραϊσκάκης ύψωσε την κούπα και είπε:
«Να είστε καλά φίλοι μου, να είσαι ευτυχισμένη, Μαριώ μου!»

Την ώρα εκείνη ο μαύρος σκύλος που ο Καραϊσκάκης είχε για παρέα τα τελευταία χρόνια βρισκόταν μόνος του σε μια γωνιά, παρατηρώντας τους καλεσμένους. Εκείνοι είπαν διάφορα, κάποιος μέθυσε και έλεγε ανοησίες, οπότε ο Καραϊσκάκης τον μάλωσε άγρια. Τότε ο σκύλος γάβγισε, σηκώθηκε από τη γωνιά του και κάθισε σε μια πέτρα. Έπειτα, μια κουρούνα τιτίβισε, μια πεταλούδα στροβιλίστηκε γύρω από το κεφάλι του Καραϊσκάκη και ένα σπουργίτι ζυγίστηκε και κάθισε στην κορυφή της σκηνής.
Ο σκύλος τους παρατηρούσε νωχελικά.
«Έλα εδώ», του έγνεψε η Μαριώ.

Εκείνος πήγε να τριφτεί στα πόδια της κι έπειτα πλησίασε τον Καραϊσκάκη, ο οποίος του χάιδεψε τη ράχη και τον έκανε ν’ αναδευτεί ευχαριστημένος.
«Αχ, και τι θ’ απογίνεις, κακομοίρη μου, εάν εγώ σκοτωθώ;» του είπε, ενώ ο σκύλος κουνούσε την ουρά του.
Ξαφνικά κάτι στρατιώτες επιτέθηκαν χωρίς διαταγή εναντίον του στρατού του εχθρού. Αυτό ήταν λάθος, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να δοθεί μάχη. Ο Καραϊσκάκης βγήκε από τη σκηνή του πήγε κοντά στο άλογό του με σκοπό να πάει να μαλώσει τους απείθαρχους στρατιώτες ή να πολεμήσει μαζί τους.

Η Μαριώ έπιασε το χέρι του, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε:
«Γιώργη, είσαι σίγουρος γι’ αυτό που κάνεις;»
«Ναι, Μαριώ, είμαι!»
«Φοβάμαι!»
«Τι φοβάσαι;»
«Φοβάμαι πως δεν θα γυρίσεις πίσω».
«Δεν θέλω να μου στενοχωριέσαι», την καθησύχασε.

Εκείνη δικαίως ανησυχούσε διότι ο Καραϊσκάκης τις τελευταίες μέρες ήταν αδιάθετος κι όμως δεν το έβαζε κάτω. Οι δυο τους αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Έπειτα εκείνος κατευθύνθηκε έφιππος προς το σημείο της συμπλοκής, ήταν γύρω στις 4 το απόγευμα. Κι εκεί που πήγαινε καβάλα κρατώντας με το ένα χέρι τα γκέμια του αλόγου του και στο άλλο βαστούσε το όπλο του, μία σφαίρα τον βρήκε στο υπογάστριο και τον τραυμάτισε σοβαρά.

Η Μαριώ κι οι φίλοι του έτρεξαν να τον βοηθήσουν, αλλά ήταν αργά. Ο Καραϊσκάκης ήξερε πως θα πεθάνει. Τους είπε να κάνουν κουράγιο, κι ύστερα έφαγε άλλη μια σφαίρα στο πόδι. Τώρα δεν μπορούσε να μιλήσει, η φωνή δεν έβγαινε από μέσα του.
Η Μαριώ ήταν απελπισμένη, δεν ήξερε τι να κάνει για να τον βοηθήσει. Ο γιατρός της ομάδας του είχε πει να προσέχει την υγεία του, που δεν ήταν σε καλή κατάσταση, αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα. Θα πήγαινε στη μάχη να πολεμήσει, αδιαφορώντας για τη ζωή του.

* Την ώρα που πέθαινε, ο Καραϊσκάκης θυμήθηκε τα γεύματα που δίνονταν στο σπίτι του, στο νησί Κάλαμος, απέναντι από τον Μύτικα της Αιτωλοακαρνανίας, όπου είχε καταφύγει. Εκεί ζούσαν η γυναίκα του η Γκόλφω και τα τρία τους παιδιά, η Νίτσα, η Πηνελόπη κι ο Σπύρος. Στο τελευταίο γεύμα, προτού φύγει για τον Πειραιά, η Γκόλφω σερβίρισε τους καλεσμένους τους τα φαγητά που είχε μαγειρέψει η ίδια.
Στο τραπέζι βρισκόταν και η Μαριώ. Από νωρίς είχαν φτάσει στο σπίτι οι καλεσμένοι, οι συγγενείς κι οι φίλοι που τους υποδέχτηκε η Γκόλφω. Καθώς σερβίριζε, η γυναίκα του ήταν κλαμένη, η συγκίνηση για τον αποχωρισμό τους την έκανε να δακρύζει. Την ώρα που σερβίριζε τους καλεσμένους, ο μαύρος σκύλος του Καραϊσκάκη μπήκε στην τραπεζαρία. Τα μάτια του ήταν υγρά, επειδή έβλεπε τη Γκόλφω να κλαίει, τα δάκρυα είχαν μουσκέψει τη μουσούδα του.
«Καλό σου ταξίδι!» του είπε εκείνη, υψώνοντας το ποτήρι της με το κρασί.

* Τώρα ήταν ετοιμοθάνατος. Οι φίλοι του τον μετέφεραν στο πρόχειρο νοσοκομείο που είχε φτιαχτεί σε μια σκηνή, κι ο γιατρός τους τον κοίταζε με μάτια βουρκωμένα. Έπειτα διέταξε την απομάκρυνσή του. Ο ήρωας μεταφέρθηκε πάνω σε άλογο στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι, ενώ οι φίλοι του κι η Μαριώ ακολουθούσαν. Ο σκύλος πήγαινε πίσω τους, καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό συνέβαινε με το αφεντικό του. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών και των νοσοκόμων τα πράγματα είχαν χειροτερέψει. Όταν έφθασαν στο στρατόπεδο, ο Καραϊσκάκης μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και υπαγόρευσε τη διαθήκη του σ’ έναν συμβολαιογράφο, ενώ η Μαριώ προσπαθούσε να μην κλάψει.

Ο Καραϊσκάκης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το πρωί της 23ης Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής. Η σορός του τοποθετήθηκε σε ένα κάρο πού πήγε στο Πέραμα κι από εκεί στη Σαλαμίνα, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, όπου έγιναν η κηδεία και η ταφή του.
Η Μαριώ την ώρα της ταφής θυμήθηκε την Γκόλφω, καθώς και το τελευταίο γεύμα στον Κάλαμο κι έκλαψε γοερά. Βλέποντάς την, ο σκύλος έκλαψε κι εκείνος με αναφιλητά.

* Μετά, οι φίλοι του ήρωα, η Μαριώ και ο σκύλος μπήκαν στο καραβάκι κι επέστρεψαν στον Πειραιά. Από εκεί θα πήγαιναν με τα άλογά τους οδικώς στον Μύτικα και από κει θα περνούσαν με βάρκα απέναντι, στον Κέφαλο. Έπρεπε να πουν το κακό μαντάτο στην Γκόλφω, να την ενημερώσουν για τον θάνατό του. Ή Μαριώ ήξερε πως το άσχημο νέο θα έθλιβε τη γυναίκα και τα παιδιά του, που στο εξής θα ζούσαν χωρίς οικονομικούς πόρους, αλλά ήξερε πως σίγουρα θα έκαναν κουράγιο.
Έτσι τελείωσε ο παππούς την ιστορία του.

* Σε κάποιο βιβλίο είχα διαβάσει πως η σφαίρα που χτύπησε τον Καραϊσκάκη βγήκε από ελληνικό όπλο, δηλαδή πως ο ήρωας έπεσε θύμα δολοφονικής ενέργειας είτε από άνθρωπο των Άγγλων, είτε από άνθρωπο του μεγάλου αντιπάλου του, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Ρώτησα λοιπόν τον παππού αν η πληροφορία ήταν αληθινή.
«Ναι. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Του έστησαν παγίδα και τον σκότωσαν κάποιοι δικοί μας. Έχουμε μια μαρτυρία γι’ αυτό. Ο Καραϊσκάκης πεθαίνοντας είπε πως τον έφαγαν μπαμπέσικα», μου δήλωσε.

«Μόνο αυτό είπε;» τον ρώτησα.
«Όχι, είπε ακόμα “Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα”. Ήταν τα τελευταία του λόγια».
«Κι ο σκύλος, τι απέγινε;»
«Που να ξέρω εγώ; Έζησε καλά, κι εμείς καλύτερα», μου απάντησε ο παππούς.

Προτεινόμενα για εσάς