Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Η Ιστορία εμπνέει το μέλλον

Οι συγγραφείς για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Το φιρμάνι
Του Δημήτρη Βλαχοπάνου

Είχε αρχίσει να γέρνει πίσω απ’ τα σύννεφα ο μεσημεριάτικος ήλιος της 24ης Γενάρη, όταν έντρομοι οι σωματοφύλακές του τσακίστηκαν να του φέρουν το μαύρο χαμπέρι στο μοναστήρι του αγίου Παντελεήμονα. Διένυε την 22η μέρα κλεισμένος στα κελιά του, περιμένοντας εκεί το φιρμάνι του πατισάχ με την ελπίδα πως θα του δοθεί χάρη και θα κρατήσει στις πλάτες του το κεφάλι του και στα χέρια του τους αμύθητους θησαυρούς που κατείχε. Όμως αυτοί οι κλεμμένοι θησαυροί ήταν το τυράκι στο δόλωμα που τράβηξε πάνω του τη σφοδρή επιθυμία του σουλτάνου Μαχμούτ να τους βάλει στο χέρι μαζί με το κομμένο κεφάλι τού απείθαρχου Αλή.

Και η ακόρεστη δίψα τού αποστάτη πασά να τους μεγαλώνει αδιάκοπα εγκληματώντας, αλλά και να τους επιδεικνύει στους μεγαλόσχημους φίλους του, με την ψευδαίσθηση πως το μεγαλείο του είναι ανάλογο με το μέγεθός τους.
«Ένα μπουλούκι πριάρια ξεκάμπισαν στη λίμνη, αρματωμένοι έρχονται κατά εδώ», του αναγγέλλουν ασθμαίνοντας με παγωμένη φωνή.
Σκοτείνιασαν γύρω του όλα. «Ήρθε το τέλος μου», του πέρασε σαν αστραπή απ’ το νου κι έδωσε διαταγή να ετοιμαστούν άμεσα για τη μάχη. «Δε θα παραδώσω φτηνά το τομάρι μου», στρίγκλισε μια φωνή μέσα του. Κατάλαβε πια πως τον έπιασε ο σερασκέρης Χουρσίτ σαν ποντίκι στη φάκα.

Η δεκαεφτάμηνη πολιορκία που του έστησε ο σουλτάνος, στέλνοντας αμέτρητα ακέρια στα Γιάννενα με επικεφαλής πασάδες που διψούσαν για πλούτη και εκδίκηση, έφτανε πλέον στο τέλος της. Τα Γιάννενα βούλιαξαν και πολλές φορές παραδόθηκαν στις φλόγες και στο πλιάτσικο των ποικιλώνυμων στρατευμάτων. «Κάψτε τα Γιάννενα», διέταξε ο ίδιος ο Αλή, για να ’χουν τα τηλεβόλα του ελεύθερο το πεδίο βάλλοντας εναντίον των αντιπάλων του! Δυστυχείς οι κάτοικοί τους εγκατέλειπαν όπως όπως τα σπίτια τους και, δρασκελώντας διάσπαρτα κεφάλια χωρίς σώμα και σώματα δίχως κεφάλι, γύρευαν σωτηρία καταφεύγοντας στα γύρω χωριά, καθώς ό,τι άφηναν πίσω τους όρθιο καίγοντας και ρημάζοντας τα στίφη των μεν, έρχονταν μετά τα στίφη των δε και το αποτέλειωναν.
Σουλιώτες που επέστρεψαν για να πάρουν το αίμα τους και τις πατρίδες τους πίσω. Παργινοί που γυρεύανε εκδίκηση για τις μπαμπεσιές του Αλή, όταν πριν δυο τρία χρόνια αγόρασε την πατρίδα τους απ’ τους Άγγλους!

Ορδές Αλβανών που περιφέρονταν αγριεμένοι από στρατόπεδο σε στρατόπεδο παζαρεύοντας αμοιβές κι αρπαγές. Αρματολοί που λήστευαν στα περάσματα τις εφοδιοπομπές και καιροφυλακτούσαν να δουν προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα για να πράξουν ανάλογα. Γκέγκιδες, Λιάπηδες, Τσάμιδες, Βούλγαροι, Θράκες, μπέηδες, αγάδες πασάδες, μπουλούκια που γυρόφερναν σαν τον άνεμο πνέοντας πότε από δω και πότε από κει, χατζάρες, τουφέκια, πιστόλες, μπαρούτια, ανάπηρες συμφωνίες, μπαμπέσικοι όρκοι και διάτρητες υποσχέσεις, ο τρόμος και η φρίκη, η φοβέρα κι η ελπίδα, το πάθος κι ο πόθος! Η σουρεαλιστική εκδοχή μιας χοάνης που στροβιλίζει κι απορροφά και την τελευταία ίνα της ανθρωπιάς αφήνοντας πάνω στο λερωμένο αφρό της την τρικυμία και τη λύσσα του κτήνους.

Έπιασε την άσπρη σαν χιόνι γενειάδα του με τη σκελετωμένη παλάμη του και την τράβηξε προς τα κάτω. Και τράβηξε συνάμα στο θολωμένο μυαλό του, στήνοντάς τα μπροστά του, τα δεκάδες κιούπια με τα χρυσά κι ασημένια νομίσματα που είχε χώσει βαθιά στις κρύπτες των σαραγιών του. Και τις ράβδους χρυσού που έκρυψε επιμελώς κάτω απ’ τα βράχια σε μέρη απάτητα, για να μην τα πιάνει μάτι ανθρώπου και φως ήλιου. Και τα χρυσά του σπαθιά, τα κουμπούρια με τις χρυσοποίκιλτες λαβές, τα χαϊμαλιά του, τις γούνες… Και πετάχτηκε απ’ το στήθος του βαθύς στεναγμός.
«Βεζίρη μου, τα ζαγάρια ζυγώνουν στην ξέρα», τον ξύπνησε με φωνή τρέμουσα ο Θανάσης Βάγιας, ο πιστός του σωματοφύλακας, που έμεινε πλάι του ως τις τελευταίες στιγμές του.
«Μπίρο μ’ Θανάσ’, ο Αλλάχ μού στέλνει τη χάρη, πιάσε τη σκάλα, ούτε ένα βήμα πίσω», τον διέταξε σαλεμένος με τη βεβαιότητα πλέον του θανάτου.

Έριξε απ’ το παράθυρο του οντά του ένα νυσταγμένο βλέμμα στη λίμνη. Έδεναν τις βάρκες και πετάγονταν στη στεριά σαν ζουλάπια. Τον κορόιδεψε ο Χουρσίτ! Κι έσπασε την καχυποψία του, όταν με το δέλεαρ του σουλτανικού φιρμανιού και της αμνήστευσης του μήνυσε να εγκαταλείψει την ακρόπολη του Ίτς Καλέ, όπου είχε οχυρωθεί με όλους τους θησαυρούς του στα πάνω δωμάτια και τα βαρέλια γεμάτα μπαρούτι στοιβαγμένα στα υπόγεια, έχοντας λάβει την αμετάθετη απόφαση ν’ ανατινάξει το φρούριο και να κάνει στάχτη την πόλη ολόκληρη, αν επιχειρούσε κανείς να πατήσει το πόδι του εκεί. Το χέρι του Σελίμ Τσάμη με τη δάδα αναμμένη μονίμως έφτανε ν’ ακουμπήσει ένα δράμι πυρίτιδας για να γίνουν όλοι –άνθρωποι, φρούριο και σπίτια– ολοκαύτωμα!

«Ένας τρόπος υπάρχει να του πάρουμε το κεφάλι και τα καζάντια του: να ξεκουμπιστεί απ’ το φρούριο και να πάει στο νησί», ενημέρωσε τον Χουρσίτ ο Πισκίραγας, που τον έστειλε ο στρατηγός στον Αλή και είδε με τα ίδια τα μάτια του θησαυρούς και βαρέλια, μα και την απελπισία τού πασά, που δήλωσε σε όλους τους τόνους πως μόνο τότε θα παρέδιδε το φρούριο, αν του έστελνε φιρμάνι ο σουλτάνος καλώντας τον να παρουσιαστεί ενώπιόν του μαζί με τα πλούτη του για να πέσει στα πόδια του και να του εκχωρήσει όλη του την περιουσία, αρκεί ο πολυχρονεμένος να του χάριζε τη ζωή!
Ίσως προλάβαινε να κρυφτεί σ’ ένα απ’ τα δεκάδες σαράγια που σήκωσε, με τις αγγαρείες φυσικά των υπηκόων του, σ’ όλη την έκταση της δυναστείας του. Κι ας ξεπάστρευαν όλους τους άλλους, το δικό του κεφάλι να σωζόταν μονάχα. Μα κι εκεί θα τον έβρισκαν, σκέφτηκε με μια φρίκη να του κόβει τα γόνατα. Όπως έβρισκαν κι οι δικοί του δήμιοι τους εχθρούς του, ακόμη κι αν στου βοδιού το κέρατο κρύβονταν, και του σέρβιραν επιστρέφοντας τα κεφάλια τους τυλιγμένα στο δίσκο. Άπλωσε την παλάμη του κι άγγιξε με τα δάχτυλα το ζαρωμένο του μέτωπο.

Τρικυμισμένη η ψυχή του. «Άθλιος ο Χουρσίτ, καμιά μπέσα», ψέλλισαν τα ξεραμένα του χείλη. Η αίτηση χάριτος έφτασε στην Υψηλή Πύλη, τον ενημέρωσε. Μα τα πράγματα δύσκολα εκεί. Το να κάθεσαι στην ακρόπολη με τον δαυλό πάνω απ’ τα βαρέλια, αυτό ερεθίζει τον πατισάχ και δείχνει ασέβεια εκ μέρους σου. Η απόφασή μας είναι να φύγεις και να πας στο νησί, για να περιμένεις εκεί τη βούλα του μεγάλου Βεζίρη. Κι άσε μόνο του τον Σελίμ να στέκεται πάνω απ’ τα μπαρούτια με το δαυλό αναμμένο! Κλυδωνίστηκε, μα δεν του μένανε άλλες ελπίδες. Αυτός που δεν πίστευε τίποτε, που δεν είχε φραγμούς κι έστηνε σ’ όλους παγίδες, έπεσε τώρα στην παγίδα που του έστησε ο Χουρσίτ! Κι έπιασε τα κελιά της μονής κουβαλώντας μαζί του ό,τι μπορούσε απ’ αγαθά κι απ’ ανθρώπους.
«Ρούπι μην κουνηθείς από εδώ», είχε αφήσει στον Σελίμ εντολή. «Τήρα τούτο το κομπολόι μου καλά. Εάν δε σου δώσω εγώ με το στόμα μου διάτα να σβήσεις τη δάδα, θα σου τη δώσει το κομπολόι μου. Αυτός που θα σου το φέρει και σου το δείξει, θα φέρει και τη διάτα συνάμα».

Τον έπιασε τρέμουλο κι ένιωσε να λυγίζει η ψυχή του και να σκαλώνει στο λαιμό του η ανάσα του. Τσιφλίκια, χωράφια, χωριά, ελαιώνες, λιμάνια, δερβένια, αποθήκες… γίνανε όλα δικά του• άρπαξε, κυνήγησε, απείλησε, σκότωσε, ρήμαξε… Κατακλυσμός στην ψυχή του το αίμα και το έγκλημα για τον πλούτο, τη γη, τα φθαρτά πράγματα• στήθηκαν μπρος του οι μορφές των ανθρώπων που τους απογύμνωσε και τους κομμάτιασε για να κάνει τους θησαυρούς τους δικούς του, μορφές φίλων κι εχθρών του που το βράδυ πέφτανε πλούσιοι στο στρώμα τους και τους έβρισκε το πρωί άλλους στα μπουντρούμια του πεταμένους και στις αλυσίδες δεμένους, ελεεινούς και τρισάθλιους, άλλους καρφωμένους στον πάσσαλο ζωντανούς κι άλλους για τον άλλο κόσμο φευγάτους! Μα ήρθε τώρα η σειρά του. Τίποτα πια απ’ όλα αυτά δεν του ανήκε! Ούτε καν το κεφάλι του!
Ακούγονταν πλέον οι φωνές τους καθώς μπήκαν στο μονοπάτι. Το μονοπάτι που πήρε πριν λίγες μέρες ο Χασάν πασάς φεύγοντας για το φρούριο με το κομπολόι στο χέρι. Ο πατισάχ απεφάνθη: το κεφάλι του Αλή και οι θησαυροί του εντός των επόμενων ημερών θα βρίσκονται στο δικό του σεράι. Και κατέστρωσε το σχέδιό του ο Χουρσίτ.

«Το φιρμάνι έφτασε. Ο μέγας Βεζίρης διατάζει να μείνει το φρούριο ελεύθερο κι ύστερα να σου διαβαστεί», τον κεραυνοβόλησε ο Χασάν.
«Θα πάω αυτοπροσώπως στο φρούριο για να δώσω εγώ διαταγή στον Σελίμ και να κάνω τα δέοντα για την παράδοσή μου», έπαιζε το τελευταίο χαρτί του ο Αλή.
«Αμετάκλητη η εντολή τού μεγάλου Βεζίρη να μην αλλάξει ούτε γράμμα. Τη διαταγή θα τη δώσουμε εμείς στον Σελίμ, εσύ θα μείνεις εδώ».
Κι έμεινε εκεί. Στο κελί του. Κι έφτασε ο Χασάν με το κομπολόι στον Σελίμ. Κι έσβησε εκείνος τη δάδα. Κι έγινε ο Χουρσίτ απόλυτος κύριος της ακρόπολης. Κι άλλο δεν απέμενε πια παρά η εκτέλεση της διαταγής του σουλτάνου.

Προσπάθησε ν’ ανακαλέσει τις τελευταίες του δυνάμεις. Ματαίως. Δεν υπήρχαν. Το σώμα του γέρασε, σκέβρωσε, δίπλωσε και κιτρίνισε. Πού το ροδαλό χρώμα του και το λαμπερό πρόσωπό του και τα λάγνα του μάτια, όταν εκατοντάδες πανέμορφες οδαλίσκες και τρυφερά γιουσουφάκια τον υποδέχονταν στα χαρέμια με νάζια και του ’βαζαν με καμώματα την πλάνη στο νου πως ο Αλή ποτέ δεν πεθαίνει; Πού θ’ απομείνουν όλα αυτά τώρα και πώς θ’ αντέξουν μες στα βρώμικα χέρια των άλλων;
Ένας θρήνος σηκώθηκε κι έσκισε τα κατάμαυρα σπλάχνα του. Και πέρασε μπρος απ’ τα οικτρά πλέον μάτια του η σκιά της Φροσύνης και των άλλων δεκαεφτά κοριτσιών, που σπάραζαν και βογκούσαν εκείνο το πρωινό του Γενάρη, πριν είκοσι χρόνια, όταν οι δήμιοί του τα πέταξαν κλεισμένα σε σάκους στα παγωμένα νερά της Παμβώτιδας, γιατί χαλούσανε, λέει, με τα ελευθέρια ήθη τους την ομαλή και δίκαιη ζωή της πρωτεύουσάς του.

Κι ένιωσε στην καρδιά του ένα τσίμπημα, σαν να την τρυπούσαν οι παράνομες σχέσεις του ως και με τη νύφη του ακόμα, τη γυναίκα του δευτερότοκου γιου του Βελή. Και να τον έσφιγγαν σαν σύρμα θανάσιμα οι ασωτίες οι δικές του και των τριών παιδιών του, που η μόνη ηθική τους ήταν να ρουφούν ασταμάτητα το αίμα των άλλων. Κι αισθάνθηκε τώρα να καταπίνουν κι αυτόν ανελέητα τα νερά, με το κορμί του να το ρουφά ο πυθμένας της λίμνης και το κεφάλι του να επιπλέει πάνω στην κρυστάλλινη επιφάνειά της.
Κύμα μίσους κατά του Χουρσίτ ταρακούνησε σαν καρυδότσουφλο την ψυχή του. Αν θελήσει ο Αλλάχ και βγει ζωντανός, θα βάλει θεούς και βρικόλακες να τον τσακώσουν τον άπιστο κι άτιμο και να τον παραδώσουν σιδηροδέσμιο στα χέρια του, να του ανοίξει τα σπλάχνα με το χατζάρι του ο ίδιος και να τον πνίξει τυλίγοντας στο λαιμό του τα έντερά του! Τον περιέπαιξε σαν να ’ταν ο τελευταίος των ανθρώπων.

Και τον έκλεισε στο νησί. Και του ’στελνε ως και μουσικούς να τον διασκεδάζουν και μεγιστάνες με τους υπηρέτες τους να τον αποκοιμίζουν δίνοντάς του ελπίδες πως η αίτησή του θα φέρει το ποθητό του αποτέλεσμα! Κι όταν κατόρθωσε ο σπιούνος να πάρει σβηστό το δαυλό απ’ το χέρι του Σελίμ, του έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά να του διαβάσει, αντί για τη λύτρωση, την ωμή διαταγή: να φύγει το κεφάλι απ’ τους ώμους του.
«Μην κάνετε βήμα», βρόντηξε η φωνή του βραχνή, όταν ο Μεχμέτ έφτασε μπρος στα σκαλιά του. «Το φιρμάνι θέλω, να διαβάσω τι γράφει», αγρίεψε.
«Παραδώσου, Αλή, αυτό σε διατάζει ο Βεζίρης», τον συμβούλεψε ο Μεχμέτ.
Μα δεν πρόλαβε να αποσώσει το λόγο του κι άδειασε ο Αλή πάνω του το πιστόλι του. Άδικος κόπος, το βόλι χτύπησε αλλού! Κι ένιωσε αμέσως να καίει και να ματώνει το αριστερό χέρι του απ’ τη σφαίρα που ξέρασε η πιστόλα του Μεχμέτ.

Κι ύστερα ξέσπασε η κόλαση στα κελιά. Κραυγές, σπρωξιές, βρισιές, απειλές, κουμπουριές, χατζαριές, στριμωξίδι, πανδαιμόνιο στο μοναστήρι του αγίου, τα κατάφεραν εντέλει οι σωματοφύλακες και τον ανέβασαν στα πάνω δωμάτια, ενώ οι άλλοι πυροβολούσαν απ’ το υπόγειο και τρυπούσαν το πάτωμα, με την ελπίδα πως θα τον βρει κάποιο βόλι.
Τον στρώσανε τραυματισμένο στο πάτωμα. Με το κορμί να σφαδάζει απ’ τον πόνο και τα μάτια να σβήνουν. Κι ήρθε μια σφαίρα και του τρύπησε την κοιλιά. Έγειρε το βλέμμα του κι αναζήτησε τη Βασιλική του. Και σείστηκε ο κόσμος μέσα και γύρω του! Ήθελε να ξεψυχήσει στα γόνατά της, εκεί που γοητευμένος έβρισκε τη γαλήνη κι ένιωθε την απέραντη ευτυχία, όταν βαραίνανε οι μέρες του και τον τριγύριζαν φόβοι πως η ζωή του είναι ένα τίποτε!

Δεκαπεντάχρονη την άρπαξαν απ’ το σπίτι της στους Φιλιάτες οι τζοχανταραίοι του και του τη φέρανε στο χαρέμι του. Τρελάθηκε ο πατέρας της Κίτσος Κονταξής, ονομαστός στην κωμόπολη, περιμένοντας μάταια την επάνοδο της αγαπημένης του θυγατέρας, αλλά εκείνη κατέκτησε τελικά με την ομορφιά και τη χάρη της τον σκληρόκαρδο τύραννο. Που τη λάτρεψε και την πήρε γυναίκα του όταν έγινε δεκαοχτώ χρόνων, χωρίς ν’ αλλαξοπιστήσει, ωστόσο, καθώς το επιβάλλανε οι μουσουλμανικοί νόμοι. Και την έκανε κυρά του και αφέντρα του, χτίζοντάς της ως και δικό της ναό, για να λατρεύει εκεί το θεό της. Κι ήταν η Βασιλική δεκαοχτάρα κοπέλα κι εκείνος εβδομηντάχρονος γέρος!
«Σκότωσέ την», ένευσε στον Θανάση Βάγια, καθώς έβγαινε η ψυχή του, θέλοντας έτσι να την πάρει μαζί του στο θάνατο!

Κι ένευσε ο Θανάσης με φωνές και χειρονομίες απ’ το παράθυρο προς την άλλη πλευρά πως η φρουρά παραδίνεται, ενώ έπεφτε εκείνος σε λήθαργο. Σε λίγες στιγμές ο Μεχμέτ του έκοψε το κεφάλι, με το κορμί του να τρέμει ακόμα, και το έβγαλε στον εξώστη για να το δουν οι στρατιώτες του.
Η μέρα έγειρε. Το 1822 είχε ήδη ξεκινήσει τη διαδρομή του. Ένας άλλος ήλιος φώτιζε την ανατολή των ραγιάδων. Είχε πολύ δρόμο μπροστά του. Και πολλά να περάσει λαγκάδια βουτηγμένα στο αίμα, στην τιμωρία και στον πόνο. Τα σύννεφα σκέπασαν το νησί. Κι η νύχτα το τύλιγε λίγο λίγο μαζί με την υγρασία της λίμνης.
Εξέπνευσε ο Αλή. Και μαζί σου εξέπνευσαν οι λύχνοι της ψεύτικης δόξας. Και η πλάνη του πλούτου. Και το απατηλό μεγαλείο της πήλινης εξουσίας. Και το αχόρταγο τέρας της βίας. Και η δαιμονική μηχανή της αρπαγής και των θρήνων.

Και τα αίμα που έσταζε στον εξώστη, δεν ήταν παρά το αίμα των χιλιάδων αθώων μαρτύρων που μπούκωσε και στόμωσε την ψυχή του τυράννου και τον έκανε κτήνος.
Και το αίμα που έσταζε είναι το αίμα των μαρτύρων της οικουμένης που στάζει ακόμα πάνω στις κοφτερές λόγχες και τις λερές ασπίδες των άπληστων σύγχρονων ηγεμόνων της.

Προτεινόμενα για εσάς