Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Κατερίνα Καριζώνη.

Κόμης Ιωάννης Δ΄Αναστάσης

Ο ήλιος έκαιγε πάνω απ΄ την Αλεξάνδρεια. Η θάλασσα εξατμιζόταν. Η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει υδρατμούς. Με δυσκολία ανέπνεες τον βαρύ αφρικάνικο αέρα αναμειγμένο με την σκόνη που ερχόταν απ΄ την έρημο. Λίγα σύννεφα αιωρούνταν στο βάθος του ορίζοντα που τον διέσχιζαν τρικάταρτα καράβια και πουλιά. Ωστόσο απ’ το πέλαγος φυσούσε ένας άνεμος ελευθερίας. ΄Ελληνες αιχμάλωτοι κατέβαιναν απ΄τα πλοία του κόμη Δ΄ Αναστάση. Τους είχε εξαγοράσει όλους ο κόμης και τους είχε χαρίσει την ελευθερία τους. Εκείνος καθόταν σε μια φαρδιά ψάθινη πολυθρόνα κάτω από ένα κιόσκι, ενώ δυο Άραβες με κελεμπίες στέκονταν πλάι του κάνοντάς του αέρα με βεντάλιες από φτερά εξωτικών πουλιών. Όμορφος άντρας ο Ιωάννης με γκριζωπά μαλλιά και γένια, γαλάζια μάτια και δέρμα ροδοκόκκινο από τον αδυσώπητο ήλιο της Αφρικής. Φορούσε άσπρο κολλαριστό κοστούμι. Ένα χρυσό ρολόι με αλυσίδα κρεμόταν απ΄ την τσέπη του. Σήκωσε το βλέμμα του στο πλήθος των ταλαιπωρημένων ανθρώπων που αποβιβάζονταν στην προκυμαία. Χίλιες ψυχές που είχε γλιτώσει απ΄ τα χέρια των Τούρκων και θα τους έστελνε πίσω στις πατρίδες τους.΄Εβαζε κι αυτός τον οβολό του στο ταμείο της επανάστασης, βοηθούσε το δοκιμαζόμενο έθνος του. Είχε δώσει μεγάλα χρηματικά ποσά για τον Αγώνα, όπλα και πολεμοφόδια στους οπλαρχηγούς, ενίσχυε την Εθνεγερσία με κάθε τρόπο. Αλλά κι εκεί στην παροικία της Αιγύπτου είχε διακριθεί για τις φιλανθρωπίες του. Φρόντιζε για την ανέγερση σχολείων, νοσοκομείων, εκκλησιών, κοινωφελών ιδρυμάτων και είχε πάντα ανοιχτό το σπίτι στους συμπατριώτες του. Μεγαλέμπορος, τραπεζίτης και εφοπλιστής ο κόμης Δ΄ Αναστάσης, κατείχε τα μισά πλοία που μπαινόβγαιναν στον κόλπο της Αλεξάνδρειας. Προμήθευε τον ηγεμόνα της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή με όπλα και πολεμοφόδια από τη Μάλτα, τη Γαλλία και την Ιταλία και αναδείχτηκε πολύ σύντομα σε έναν απ΄ τους πλουσιότερους ανθρώπους και ταγούς της παροικίας.

Μικρό παλικαράκι είχε φύγει απ΄ την πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη για τη Μάλτα, όπου έστησε τις πρώτες επιχειρήσεις του. Ασχολήθηκε με το εμπόριο, αλλά οι καιροί ήταν δίσεκτοι, δεν τα κατάφερε. Η εταιρεία του χρεωκόπησε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί και να εγκατασταθεί στην Αίγυπτο. Με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε εκεί ξόφλησε τους δανειστές του και μάλιστα με τόκο.΄Ετσι απέκτησε τη φήμη αξιοσέβαστου ανθρώπου, κέρδισε την εκτίμηση της ντόπιας αριστορκατίας, αλλά και των δυτικών. Η Γαλλία του χάρισε τον τίτλο του κόμη και η Σουηδία τον διόρισε πρόξενο της στην Αλεξάνδρεια. Όμως και στον πολιτισμό πρωτοστάτησε ο κόμης Δ΄ Αναστάσης. Συνέλεξε Αιγυπτιακούς παπύρους και αρχαιολογικά ευρήματα, χρηματοδότησε ανασκαφές, προώθησε τις έρευνες και ανέδειξε την επιστήμη της αιγυπτιολογίας.
Σήκωσε λοιπόν, το βλέμμα του ο κραταιός και δαιμόνιος Ιωάννης στο πλήθος των συμπατριωτών του που τον χαιρετούσαν με ευγνωμοσύνη περνώντας συντεταγμένα από μπροστά του. Ένας ΄Ελληνας ναύτης σ΄ ένα τραπεζάκι τους κατέγραφε και τους χώριζε σε ομάδες. Οι περισσότεροι ήταν από το Μωριά, αγωνιστές που αιχμαλωτίστηκαν σε μάχες με τους Τούρκους. Κάποιοι λαβωμένοι, άλλοι εξαντλημένοι από τις κακουχίες, όλοι κακοποιημένοι και ρακένδυτοι. Ξαφνικά το βλέμμα του κόμη καρφώθηκε σε μια κοπέλα.΄Ηταν πανέμορφη, με μακριά μαύρα μαλλιά, καστανοπράσινα μάτια και καλλίγραμμο σώμα. Τα χαρακτηριστικά της του θύμισαν αρχαία Ελληνίδα. Την ξανακοίταξε σαστισμένος. Δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοια ομορφιά. Γοητεύτηκε. Η καρδιά του χτύπησε παράξενα. Της έγνεψε να πλησιάσει. ΄Ηταν ξυπόλητη και φορούσε ένα φθαρμένο μαύρο φόρεμα. Φαινόταν αδύναμη και πολύ συνεσταλμένη.
-Πώς σε λένε; Τη ρώτησε χαμογελώντας.
-Περσεφόνη, απάντησε εκείνη.
Εύστοχο όνομα, αναλογίστηκε. Από ποιο σκοτάδι έρχεσαι άραγε καημένο πλάσμα, από ποιο ζοφερό κόσμο αναδύεσαι, έκανε μέσα του.
-Πόσων χρονών είσαι; της έριξε μια συμπονετική ματιά.
-Δεκάξη.
-Κι από πού κρατάει η σκούφια σου;
-Απ’ το Μανιάκι.
-Θέλεις να μείνεις εδώ στην Αλεξάνδρεια;

Το κορίτσι τα έχασε. Σήκωσε αμήχανο τους ώμους του. Δεν είχε κανέναν στο χωριό της. Οι δικοί της είχαν σκοτωθεί. Το σπίτι της το είχαν κάψει οι Τούρκοι. Δεν είχε κανένα μέλλον εκεί. ΄Ισως εδώ τα πράγματα να ήταν πιο ευνοϊκά. Της άρεσε άλλωστε η Αλεξάνδρεια όταν την πρωτοαντίκρυσε, την θάμπωσαν η πολυπληθής παραλία της, τα κοκκινωπά της κτίρια, οι μελαμψοί της άνθρωποι, αλλά το κυριότερο συμπάθησε τον κόμη με την πρώτη ματιά. Είχε ευγενική φυσιογνωμία που απέπνεε καλοσύνη και οικειότητα. ΄Ενιωσε κοντά του μια αόριστη ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, μια σιωπηλή υπόσχεση για κάποια εστία.
-Θέλεις; Ξανάπε ο Ιωάννης.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
Ο κόμης φώναξε αμέσως ένα ντόπιο υπηρέτη σε μια γλώσσα που η κοπέλα δεν κατάλαβε καθόλου. Κάτι του είπε κι ύστερα στράφηκε σ΄ αυτήν.
-Θα σε πάει στο σπίτι μου, της εξήγησε. Θα μείνεις εκεί προσωρινά μέχρι να αποφασίσεις τί θα κάνεις. Σύμφωνοι;
Τα μάτια της Περσεφόνης άστραψαν από χαρά. Γονάτισε και του φίλησε το χέρι. Η τύχη της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Απ΄ το φτωχό και ερημωμένο χωριό της, βρισκόταν ξαφνικά σε μια φιλόξενη πόλη και σ΄ ένα πλούσιο σπιτικό. Κι όχι πως ο κόμης την ήθελε για γυναίκα του, είχαν άλλωστε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Του άρεσε όμως η ιδέα να την κάνει κόρη του, γιατί μια τέτοια ωραία θυγατέρα επιθυμούσε, που όμως δεν απέκτησε ποτέ. ΄Ετσι το μοιραίο εκείνο πρωινό του Ιουνίου, κάτω απ΄ τον καυτό ήλιο της Αιγύπτου, καθώς η Ιστορία στροβίλιζε γεγονότα και ψυχές, η νεαρή γυναίκα ως άλλη Περσεφόνη ανέβηκε στην πολυτελή άμαξα του κόμη με έναν μελαχρινό υπηρέτη, ένα μαύρο αμαξά και τέσσερα άσπρα άλογα και βγήκε στο φως. Ο Ιωάννης την υιοθέτησε αμέσως με επίσημα χαρτιά, την έστειλε στα καλύτερα σχολεία και την έβαλε στα αριστοκρατικά σαλόνια της Αλεξάνδρειας. Η όμορφη Ελληνίδα είχε πράγματι κάτι απ’ την Περσεφόνη. Η μισή της ζωή είχε κυλήσει στις κακουχίες, στη φτώχεια και στον πόλεμο, αλλά η καινούργια της ζωή έμοιαζε με παραμύθι.

Ζούσε σ΄ ένα αρχοντικό με υπηρέτες, κυκλοφορούσε με τους πλουσιότερους ανθρώπους της Αλεξάνδρειας και είχε όλο τον κόσμο στα πόδια της. Ο κόμης δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι, της φερόταν σαν στοργικός πατέρας, παρόλο που έλειπε πάντα για δουλειές. Πολυάσχολος και πολυσχιδής, καταπιανόταν με πολλά πράγματα. Είχε εκλεγεί στο διοικητικό συμβούλιο της Ελληνικής κοινότητας μαζί με τους Στέφανο Ζιζίνια και Μιχαήλ Τοσίτσα, άλλους δυο μεγαλοαστούς της Αλεξάνδρειας και ασχολιόταν με τα θρησκευτικά και κοινωνικά προβλήματα των Ελλήνων της Αιγύπτου. Στο περιθώριο των εργασιών του ξέκλεβε χρόνο για να μελετήσει τους παπύρους του, οργάνωνε ανασκαφές στην έρημο, κατέβαινε ως τη Νότια Αίγυπτο γυρεύοντας ίχνη παλιών πολιτισμών. Έλειπε κάθε τόσο σε ταξίδια και διπλωματικές αποστολές. Παράξενος άνθρωπος ο Ιωάννης, απλός και προσηνής με όλους, έμοιαζε να κρύβει μέσα του ένα έρημο νησί, όπου ζούσε μόνος του, ένα μικρό πλανήτη που δεν τον έφτανε ποτέ κανείς. Κανείς εκτός από τη θετή του θυγατέρα.

Γιατί είχαν και οι δυο κάτι κοινό. Φύλαγαν μέσα τους με πόνο την μακρινή πατρίδα τους. Κι ίσως αυτό τους ένωνε περισσότερο. Καμιά φορά ο Ιωάννης της μιλούσε για τη Θεσσαλονίκη, τη βόρεια πολιτεία δίπλα στη θάλασσα, όπου είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια και έμοιαζε τόσο πολύ στην Αλεξάνδρεια και εκείνη του εξιστορούσε τη ζωή στο Μωριά, τον υπερήφανο τόπο με τους εξεγερμένους κατοίκους του. Αλλά κυρίως του μιλούσε για το Μανιάκι, την ιδιαίτερη πατρίδα της, όπου γράφτηκε η πιο μελανή σελίδα για το Γένος τους. Εκεί συγκρούστηκε ο Παπαφλέσσας με το Τουρκοαιγυπτιακό στρατό και έπεσε ως άλλος Λεωνίδας σε μια άνιση αναμέτρηση. Μόνος και αβοήθητος με 600 περίπου ΄Ελληνες στρατιώτες ενάντια σε στίφη μουσουλμάνων, καθώς η βοήθεια που περίμενε δεν έφτασε ποτέ. Οι ΄Ελληνες σφαγιάστηκαν εκείνη τη μέρα μέχρι ενός. Ωστόσο ο Ιμπραήμ πασάς έστησε το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα σε μια βελανιδιά και το φίλησε, σε ένδειξη τιμής για την ανδρεία του αντιπάλου του. Στη συνέχεια έκαψε το Μανιάκι κι αιχμαλώτισε τους άμαχους κατοίκους του, ανάμεσά τους και την Περσεφόνη. Η δύστυχη κοπέλα βρέθηκε ξαφνικά μαζί με πλήθη σκλαβωμένων μέσα σε δύσοσμα και σκοτεινά αμπάρια καραβιών που ταξίδευαν προς άγνωστη κατεύθυνση με σκοπό να πουληθεί , ώσπου κατέληξε στην Αλεξάνδρεια. Και καθώς τα διηγότανε όλα αυτά άνοιγαν μέσα της παλιές πληγές, τα μάτια της σκοτείνιαζαν και γέμιζαν δάκρυα. Τότε ο κόμης την αγκάλιαζε στοργικά και της έλεγε:
-Ο Θεός έχει βάλει την υπογραφή του για να ελευθερωθεί η Ελλάδα και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του*, Περσεφόνη. Θα δεις, όλα θα αλλάξουν μια μέρα για το Έθνος μας. Κι όλα όσα έχεις περάσει γρήγορα θα ξεχαστούν.

Πράγματι ο Θεός δεν πήρε πίσω την υπογραφή του και το όνειρο για μια ελεύθερη πατρίδα πραγματοποιήθηκε, αν και χάθηκαν στον Αγώνα 800.000 ψυχές. Η Ελλάδα αποτίναξε τον Οθωμανικό ζυγό, απέκτησε την ανεξαρτησία της και βρήκε άξιο κυβερνήτη στο πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος μέχρι τη δολοφονία του, οργάνωσε το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος και το έκανε αξιόπιστο στους δυτικούς συμμάχους του.
Τα παραμύθια έχουν συνήθως ευτυχισμένο τέλος.΄Ετσι και το παραμύθι της φτωχής, αλλά ωραίας Περσεφόνης είχε ευχάριστη κατάληξη. Ο κόμης την πάντρεψε με τον πρόξενο της Γαλλίας Μπενεντέτι και την προίκισε με τεράστια περιουσία. Κι ο Μπενεντέτι πήρε την καλλονή γυναίκα του κι εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία. Μετά από χρόνια εγκαταστάθηκε μαζί τους και ο Ιωάννης Δ΄ Αναστάσης κι έζησε εκεί στη μακρινή Εσπερία ως το τέλος του. Όμως το παραμύθι της Ελληνικής Επανάστασης δεν τέλειωσε τόσο απλά. ΄Εκρυβε μέσα του χιλιάδες δράκους που κάθε τόσο ζωντάνευαν και τρώγαν τα παιδιά της, χιλιάδες δράκους που σέρνονταν στις σκιές της Ιστορίας και κάποιοι απ΄ αυτούς κατάφεραν να φτάσουν ως τις μέρες μας.

*Περίφημη φράση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Κατερίνα Καριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ.΄Εγραψε ποίηση, παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορήματα και ιστορικές μελέτες, συνολικά 30 βιβλία. Μερικά από τα παιδικά βιβλία της είναι «Το ταξίδι των παραμυθιών», «Μια φορά κι έναν καιρό σ΄ ένα ξέφωτο του δάσους, «Το μυστικό των βιβλίων». Απ’ τα ποιητικά βιβλία της: «Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων», «Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470», «Ρεσάλτο», «Σκοτεινός χρόνος». Έχει εκδώσει επίσης μυθιστορήματα «Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος», «Βαλς στην Ομίχλη», «Τσάι με τον Καβάφη», «Το Λυκόφως του Αιγαίου» κ.α . Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Κύκλου ποιητών.

Προτεινόμενα για εσάς