Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Παναγιώτης Γούτας

ΤΣΙΓΑΡΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑÏΣΚΑΚΗ

Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτό το καμαράκι. Αυτή η αραχνιασμένη αποθηκούλα στο υπόγειο του Γυμνασίου, τιγκαρισμένη από ανθρώπινα ομοιώματα για την Ανθρωπολογία, χαλασμένες υδρόγειες σφαίρες δίχως άξονα και βάση, σκουριασμένες ζυγαριές πειραμάτων Φυσικής, σκοροφαγωμένο εποπτικό υλικό και τα πορτρέτα έξι-επτά αγωνιστών της επανάστασης, να περιμένουν κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη ημερομηνία για ν’ αποκαθηλωθούν στο γυμναστήριο, στην επέτειο του ’21. Εδώ χώνομαι σε κάποια διαλείμματα και καπνίζω. Άτυπο καπνιστήριο το καθιερώσαμε οι θεριακλήδες καθηγητές, με τη σύμφωνη γνώμη του γυμνασιάρχη. Ο οποίος στην αρχή ήταν αρνητικός με την ιδέα, φοβούμενος τις συνέπειες του Γραφείου, αλλά μετά υπαναχώρησε – ας όψεται το δικό του πάθος με τη νικοτίνη.

Ο χώρος είναι τρία επί τρία – σωστό κελί – και δεν χωρά παραπάνω από έναν καπνιστή, οπότε όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. Ο επόμενος θα καπνίσει σε άλλο κενό ή σε άλλο διάλειμμα ή αφού αποχωρήσει ο προηγούμενος θεριακλής. Τώρα, μάλιστα, με τον κορωνοϊό, δόθηκε εντολή από τον γυμνασιάρχη να μπαίνουμε με μάσκα. Και στο τέλος να απολυμαίνουμε τα πάντα. Αφού δεν υπάρχει καν παραθυράκι για εξαερισμό, αναγκαζόμαστε εμείς να τα κάνουμε όλα λαμπίκο. Σ’ αυτόν τον χώρο είμαστε καθηγητές, καπνιστές και καθαριστές ταυτόχρονα. Εγώ, τελευταία, συχνάζω εδώ και για έναν ακόμη λόγο. Αποφεύγω να συναντώ στο γραφείο τη Δήμητρα. Όχι για τήρηση αποστάσεων, μέτρα προφύλαξης και τέτοια υποχονδριακά. Αλλά πώς ν’ αντικρίσεις ένα πρόσωπο που είχες μαζί του σχέση εδώ και τέσσερις μήνες, και στην τελευταία επαφή σου μαζί της σού αποκάλυψε πως σκέφτεται ακόμη, κάποιες φορές, τον πρώην της; Και πως δεν είναι σίγουρη αν η σχέση μαζί σου οδηγεί πουθενά. Ανασφαλείς γυναικείοι χαρακτήρες, τι να πεις… Δυσερμήνευτα πλάσματα. Ή όπως το θέτει ποιητικότερα ένας κολλητός μου από τον στρατό: «η αθέατη όψη του φεγγαριού».
Τελειώνοντας το μάθημα με το Α2 – τους έχω κάνει σαΐνια στην κλίμακα του ντο, ακόμη και τους πιο άμουσους – τρυπώνω πάλι στην αποθηκούλα για να καπνίσω. Ρυθμίζω τη μάσκα κάτω από το στόμα κι ανάβω τσιγάρο. Έξω, στην πόρτα, είναι αναρτημένο το ταμπελάκι «Κατειλημμένη», οπότε ο επόμενος θεριακλής θα καταλάβει και θα κρατηθεί για αργότερα. Περιμένω πώς και πώς να τελειώσει αυτή η δίσεκτη σχολική χρονιά, να κατέβω στα μέρη μου, στον θεσσαλικό κάμπο, ν’ ανταμώσω με γονείς και φίλους, γιατί η πανδημία με έχει τρεις μήνες τώρα καθηλωμένο στη Θεσσαλονίκη. Ίσως ξεκόψω κι από κείνη και σκεφτώ καθαρότερα για τη σχέση μας. Γιατί όσο συναντιόμαστε καθημερινά, όσο χώνεται ο ένας στα πόδια του άλλου, πάντα θα βρίσκεται κάποια αιτία αυτού που ονομάζω «υποτροπή στη συνέχιση της αδιέξοδης σχέσης». Κι αυτός που συνήθως υποτροπιάζει, που άγεται και φέρεται και σέρνεται πίσω της σαν σκυλάκι, είμαι εγώ.
Ασυναίσθητα αγγίζω τα πορτρέτα των αγωνιστών του εικοσιένα που νιώθω να ασφυκτιούν σ’ αυτό το στενόχωρο μέρος. Τέτοια λαμπρά πνεύματα, τέτοιες αδούλωτες ψυχές, τέτοιους γενναίους πολεμιστές και να τους ντουμανιάζουν ασύστολα καθηγητές και καθηγήτριες ή κάτι ψυχάκηδες σαν και ελλόγου μου, τι κρίμα… Σκέφτομαι πως θα άξιζαν οπωσδήποτε καλύτερης μεταχείρισης, έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο φέρ’ ειπείν για μια μόνιμη διά βίου ανάρτηση ως ένδειξη αναγνώρισης των ανδραγαθημάτων τους. Όταν φτάνω στην εικόνα του Καραϊσκάκη κοκαλώνω. Το βλέμμα του δεν έχει καμία σχέση με το πράο και ήπιο βλέμμα του Κωνσταντίνου Κανάρη, το κιμπάρικο της Μαντώς Μαυρογένους ή το γοητευτικά υπερήφανο του Αθανασίου Διάκου. Επικεντρώνεται πάνω μου κάπως αδιάκριτα, θαρρείς τρυπά το τζαμάκι του κάδρου του και με καρφώνει ανελέητα. Τα καλυμμένα από μαύρα μουστάκια χείλη του αρχίζουν να σαλεύουν. Στην αρχή αργά, με κανονικό ρυθμό κατόπιν.
–Τι γίνεται εδώ, ρε παλληκάρι;
Χάνω το χρώμα μου, τη μιλιά μου, όμως οφείλω να του απαντήσω. Κοτζάμ Καραϊσκάκης μού απευθύνει τον λόγο και θα μείνει αναπάντητος; Το λιγότερο, δεν είναι τιμητικό για το πρόσωπό του. Ούτε και ευγενικό.
–Τι εννοείτε; Αποθήκη είναι εδώ. Καπνιστήριο γυμνασίου.
–Α, έτσι… Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί δεν μας βγάλατε φέτος στη γιορτή που κάνετε κάθε χρόνο;
–Πού να σας εξηγώ… Υπάρχει μια επικίνδυνη πανδημία αυτόν τον καιρό στον πλανήτη, και είχαν κλείσει τα σχολεία. Πεθαίνει κόσμος σε όλη τη γη, πολλές χιλιάδες άνθρωποι. Ακόμα βασανιζόμαστε…
–Τι μου λες;
–Ναι, και γι’ αυτό τον λόγο, φέτος, ακυρώθηκε δυστυχώς η επέτειός σας. Του χρόνου όμως…
–Τι θα γίνει του χρόνου;
–Κλείνουν 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821. Θα σας γιορτάσουμε όλους με μεγαλοπρέπεια. Θα σας τιμήσουμε δεόντως.
Σαν να σηκώθηκε το χέρι από το σπαθί του και έσιαξε τις μουστάκες του – έτσι μού φάνηκε.
–Πολύ σκεφτικό σε βλέπω τελευταία. Κι όλο καπνίζεις. Έχεις κάτι;
–Ε, αναποδιές. Πού να σας εξηγώ τώρα, κύριε Καραϊσκάκη;
–Μίλησέ μου. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου και θα σε καταλάβω.
Του είπα για το σαράκι που μ’ έτρωγε με τη Δήμητρα, τη βιολόγο του γυμνασίου. Για το διπλό παιχνίδι που ήμουν σίγουρος πως έπαιζε. Τον τρόπο που κινούσε τα νήματα κι εγώ έτρεχα πίσω της σαν μαριονέτα.
–Γι’ αυτά χολοσκάς, μωρέ; Αυτά, εμείς, τότε, δεν είχαμε χρόνο να τα σκεφτούμε. Εμένα καλόγρια ήταν η μάνα μου – τώρα σε μοναστήρι γεννήθηκα, σε σπηλιά, θα σε γελάσω. Η φυματίωση με ταλαιπώρησε από μικρό μέχρι τα υστερνά μου. Πήγα και στα Επτάνησα σε καλούς γιατρούς, γνώρισα εκεί και τη Μαριώ που ήταν τουρκοκόρη, τα φτιάξαμε ένα φεγγάρι, την είχα νοσοκόμα. Νοσοκόμα και ερωμένη. Οι Τζαβελαίοι ήταν φίλοι μου, χρυσά παιδιά! Εκείνος ο Μαυροκορδάτος μονάχα μού στάθηκε στο στομάχι…
–Σας πολέμησε πολύ, έτσι γράφει η Ιστορία.
–Μόνο με πολέμησε… Πρέπει να γνωρίζεις πως είχα πολύ τραγικό τέλος…
–Ναι, το γνωρίζω αυτό από τα σχολικά εγχειρίδια…
–Τίποτα δεν γνωρίζεις…
Σαν να χάιδεψε πάλι τις μουστάκες του, το ύφος του έγινε ακόμη πιο μαύρο και άγριο, τα λόγια έφευγαν από τα χείλη σαν καρφιά.
–Στις 23 του Απρίλη του 1827 ήμουν πολύ άρρωστος. Στο Κερατσίνι ήμασταν, εκεί είχαμε στρατοπεδεύσει, από απέναντι οι Τούρκοι μάς προκαλούσαν ως συνήθως. Ακούστηκαν φωνές, απειλές, κατάρες. Βγήκα να δω τι συνέβαινε…
–Και δεχτήκατε τη σφαίρα κατάστηθα, συμπλήρωσα.
–Βιάζεσαι. Εκτός από αδέξιος και δειλός με τις γυναίκες είσαι και πολύ βιαστικός. Και πιστεύεις πολύ σε ό,τι γράφει ο ένας και ο άλλος…
–Τι συνέβη δηλαδή;
–Πράγματι έφαγα σφαίρα. Και απ’ αυτήν σκοτώθηκα. Και πράγματι οι Τούρκοι απέναντι με είχαν πάρει χαμπάρι και με σημάδευαν. Όμως, προτού σβήσω, τους είδα να έρχονται σαν σκιές. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Τους αναγνώρισα. Ήταν άνθρωποι του Μαυροκορδάτου, εκείνου του σκύλου, κρυμμένοι στον χώρο του στρατοπέδου. Δεν ξέρω αν πυροβόλησαν εκείνοι ή οι Τούρκοι. Έφυγα μ’ αυτήν την απορία ζωγραφισμένη στα χείλη. Οι παλιότουρκοι με έφαγαν ή οι υποτακτικοί, οι τζουτζέδες εκείνου του σκύλου; Ακόμη και στη μετέπειτα ζωή μου απ’ αυτό βασανίζομαι. Εσείς τώρα με δαφνοστεφανώνετε, με τραγουδάτε, λέτε ποιήματα για χάρη μου, τιμάτε το όνομα και τον αγώνα μου, αλλά εμένα με τρώει ακόμη η αμφιβολία. Πάντα θα με τρώει…
Γέμισα σκέψεις. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως ολόκληρος Καραϊσκάκης θα ταλανιζόταν μετά θάνατον από τέτοια ζητήματα, όπως κι εκείνος ποτέ του δεν θα φανταζόταν ότι ένας σύγχρονος, ελεύθερος, νέος και σχετικά ευπαρουσίαστος Έλληνας θα ταλανιζόταν και θα υπέφερε από κάποια Δήμητρα.
Τίναξα προσεκτικά τη στάχτη σε ένα πλαστικό ποτηράκι με κατακάθια του καφέ και τον κοίταξα. Εκείνος με ρώτησε:
–Θέλεις να της μιλήσω εγώ, όταν έρθει να καπνίσει; Να φύγει η αμφιβολία από το πρόσωπό σου…
Δίστασα αλλά του το είπα:
–Αφήστε, καλύτερα. Εσείς ήσασταν και αθυρόστομος…
Σαν να χαμογέλασε. Ύστερα, απρόσμενα, άρχισε να τα βάζει μαζί μου.
–Ζωήρεψε, μωρέ! Φέρσου σαν άντρας. Εδώ διώξαμε την Τουρκιά και ελευθερώσαμε την Ελλάδα για να ’χετε σήμερα εσείς οι νέοι τέτοια μούτρα; Πιάσ’ την και μίλα της σταράτα. Το και το. Τι φοβάσαι; Γαμώ τα πρέκια σας, μέσα! Άντρες είστε εσείς ή κλανιάρηδες;
Άρχισε πάλι να βρίζει. Έκρινα πως έπρεπε να σταματήσω την κουβέντα μαζί του. Δεν ανεχόμουν να με βρίζουν ούτε για το καλό μου. Ακόμα κι αν αυτός που με έβριζε λεγόταν Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ταχτοποίησα το πορτρέτο του στην πίσω σειρά μαζί με τα υπόλοιπα, πέταξα τα αποτσίγαρα στο καλάθι, καθάρισα με απολυμαντικό το τραπέζι και το πόμολο της πόρτας κατά το πρόσταγμα του γυμνασιάρχη, φόρεσα τη μάσκα μου και κατευθύνθηκα στο γραφείο. Είχα μισή ώρα στη διάθεσή μου μέχρι να ανέβω στη δεύτερη τάξη για το μάθημα της Μουσικής. Σαββόπουλο θα τους έπαιζα σήμερα με το ακορντεόν, το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη».
Μπήκε αθόρυβα σαν τη γάτα στο γραφείο κι αμέσως οδηγήθηκε στον καταψύκτη για να βάλει νερό. Ένιωθε σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, ούτε μάσκα στο πρόσωπο ούτε τίποτα. Είχε ζέψει τον γάιδαρο της για τα καλά. Μόλις με είδε, ένα πονηρό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. Έκανε να με αποφύγει, κάνοντας πάλι τα νεύρα μου τσατάλια.
Δεν ξέρω από πού, από ποιον ένδοξο αέρα ποιας ηρωικής εποχής φούσκωσε το στήθος μου. Ένιωθα να ψηλώνω. Δεν άντεχα να ζω με την αμφιβολία. Άφησα το ακορντεόν στο γραφείο κι έτρεξα να την προλάβω προτού μπει στην τάξη της για την επόμενη ώρα.
Τη σταμάτησα στη μέση του διαδρόμου.
–Κοίτα να δεις, Δήμητρα, της είπα μ’ ένα θάρρος πρωτόγνωρο για την ψυχοσύνθεσή μου. Νομίζω πως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μεταξύ μας κάποια ζητήματα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Ή συνεχίζεις μαζί μου ή μαζί του. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει… Διάλεξε!
Όταν, στο επόμενο διάλειμμα, ξαναχώθηκα στην αποθηκούλα για να καπνίσω, ήμουν πιο ήρεμος με τον εαυτό μου. Είχα πετάξει το μπαλάκι στο μέρος της, ας αποφάσιζε εκείνη κι ας μου έλεγε. Παραδίπλα, ο γιος της καλόγριας, μέσα από το κάδρο του, επιδοκίμαζε τη στάση μου χαμογελώντας.

Βιογραφικό

Ο Παναγιώτης Γούτας γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε νομικά και παιδαγωγικά. Εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση. Από το 1990 δημοσιεύει ποίηση, διηγήματα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ από το 2002, δημοσιεύει τακτικά βιβλιοκρισίες και κριτικά κείμενα. Έχει συνεργαστεί με τα περιοδικά “Τραμ”, “Παραφυάδα”, “Οδός Πανός”, “Μπιλιέτο”, “Εντευκτήριο”, “Ένεκεν”, “Πάροδος”, “Πόρφυρας”, “Παρέμβαση”, “diodos 66100”, “Jazz & Τζαζ” και το ένθετο “Πανσέληνος” της εφημερίδας “Μακεδονία”. Είναι τακτικός συνεργάτης της “Οδού Πανός” και του “Index” και περιστασιακός συνεργάτης της “Βιβλιοθήκης” της εφημερίδας Ελευθεροτυπία”. Το 2001 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια τη συλλογή αφηγημάτων “Τα λάφυρα του Αυγούστου” και το 2002 από τις ίδιες εκδόσεις, τα αφηγήματα “Το ίδιο έργο της ζωής μου”.

Προτεινόμενα για εσάς