Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

Μίτση Σκ. Πικραμένου

Νικόλαος Ιω. Σαρίπολος το 1821 στην Κύπρο
γεννήθηκα στη Λάρνακα της Κύπρου το 1817, στις 13 Μαρτίου. Με βάφτισαν Νικόλαο και ήμουνα ο πρωτότοκος γιος του Γιαννάκη Σαρίπογλου και της Χρυσηίδας Ιωάννου Πελεντρίδου. Στρωτή ήταν η ζωή μας, γιατί ο πατέρας μου ήταν μεγαλέμπορος και ιδιαίτερα εύπορος.Το νησί μας ήταν τουρκοκρατούμενο τις παραμονές της έκρηξης της Ελληνικής Επανάστασης. Έλληνες και Κύπριοι όμως είχαμε κοινό στόχο, την απελευθέρωση. Η Φιλική Εταιρεία είχε στο πρόγραμμά της όλες τις ελληνικές περιοχές και είχε ήδη κάνει ουσιαστική προεργασία στην Κύπρο.

Εκπρόσωποί της είχαν ενημερώσει αναλυτικά τους επικεφαλής της Εκκλησίας της Κύπρου. Είχαμε μια ιδιαιτερότητα εμείς, από όταν κατέλαβαν το νησί μας οι Τούρκοι. Οι εκκλησιαστικοί άρχοντες είχαν αναλάβει εκτός από τη θρησκευτική και την πολιτική εξουσία. Τους είχαν παραχωρηθεί προνόμια και ο ρόλος του κλήρου ήταν να εκπροσωπεί τους υποδούλους.
Ο ανώτατος κλήρος όμως είχε και την υποχρέωση να κρατάει τον κυπριακό λαό πειθήνιο στις προσταγές του σουλτάνου και των εκπροσώπων του. Οι κύπριοι αρχιεπίσκοποι στέκονταν σχεδόν μονίμως επάνω σε τεντωμένο σχοινί και προσπαθούσαν να διατηρήσουν κάποια ισορροπία, αλλά και τη ζωή τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο κυπριακός λαός είχε ξεσηκωθεί αποτυχημένα για να ανακτήσει την ανεξαρτησία του. Τα σχέδια πλέον έμοιαζαν λογικά και πραγματοποιήσιμα. Οι Κύπριοι ήταν ενθουσιώδεις, όπως και οι πολυάριθμοι έμποροι που δραστηριοποιούνταν και έκαναν ήδη χρυσές δουλειές.
Μόλις άρχισαν να διαρρέουν οι προθέσεις των Κυπρίων, οι Τούρκοι έδειξαν ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να επιτρέψουν την ανεξαρτησία του νησιού, δεν τους συνέφερε. Οι εξελίξεις ήταν συνταρακτικές.

Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Κυπριανός προσπάθησε να καλύψει όσα είχαν αποφασιστεί να διαδραματιστούν στο νησί, αλλά δεν το κατόρθωσε. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης είχε μείνει λίγες ημέρες στην Κύπρο, μετά την έκρηξη της Επανάστασης στην Ελλάδα. Ο ανιψιός του αρχιεπισκόπου, ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς, είχε ρίξει στη Λάρνακα επαναστατικές προκηρύξεις.
Τα συμβαίνοντα καταγγέλθηκαν στην Υψηλή Πύλη και ο σουλτάνος αντέδρασε δυναμικά. Μετέφεραν τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες από την Αίγυπτο, που ενίσχυσαν τις ντόπιες δυνάμεις και τρομοκρατούσαν τον κυπριακό πληθυσμό. Ο τούρκος διοικητής απαίτησε τον αφοπλισμό των Ελλήνων. Ο Κυπριανός προσπάθησε να κατευνάσει τις υποψίες των Τούρκων για πιθανή εξέγερση, μια και είχε αποφασιστεί ότι δεν θα γινόταν, αλλά δεν κατάφερε τίποτα.

Ο τούρκος διοικητής, προκειμένου να σφετεριστεί ξένα αγαθά, κατηγόρησε τους εξέχοντες Κυπρίους ως συνωμότες και έστειλε τον κατάλογό τους στην Υψηλή Πύλη. Ήθελε να προσποριστεί τις περιουσίες των ντόπιων, αλλά και να φανεί αρεστός στην ηγεσία, επειδή είχε καταφέρει να εξουδετερώσει την εξέγερση των Κυπρίων πριν αυτή εκδηλωθεί.
Η Πύλη διέταξε να θανατωθούν όσοι είχαν προγραφεί και να δημευθεί η περιουσία τους. Στις 9 Ιουλίου του 1821 απαγχονίστηκε ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ένας ιεράρχης με πλατιά αντίληψη, δυναμική προσωπικότητα και ευρεία μόρφωση. Την ίδια ημέρα καρατομήθηκαν οι στενοί συνεργάτες του, οι τρεις μητροπολίτες του νησιού: ο Χρύσανθος Πάφου, ο Μελέτιος Κιτίου και ο Λαυρέντιος Κυρηνείας.

Την επομένη ήρθε η σειρά όσων επιφανών κατοίκων αναγνώριζε ο ντόπιος πληθυσμός και θα ακολουθούσε σε περίπτωση σύρραξης. Σχεδόν πεντακόσια άτομα εκτελέστηκαν τον Ιούλιο του 1821, και ανεστάλη κάθε σκέψη για επαναστατική κίνηση στην Κύπρο. Ταυτόχρονα κάπου δώδεκα έως είκοσι πέντε χιλιάδες άτομα διέφυγαν στην Ελλάδα ή την Ευρώπη. Με πληθυσμό ογδόντα χιλιάδες Έλληνες και είκοσι χιλιάδες Τούρκους, ο αριθμός όσων εκπατρίστηκαν τότε ήταν σημαντικός.

Εμείς, στη Λάρνακα, δεν είχαμε καταλάβει τι είχε συμβεί στη Λευκωσία στις 9 Ιουλίου του 1821. Ξέραμε ότι ο σουλτάνος μάς είχε στο μάτι όλες τις εύρωστες οικονομικά οικογένειες. Δεν γνωρίζαμε ότι είχε ήδη διαταχθεί η σύλληψη των επιφανεστέρων. Την Κυριακή 10 Ιουλίου του 1821 ειδοποίησαν τον πατέρα να μην πάει στην εκκλησία, γιατί είχαν συλληφθεί όσοι είχαν φθάσει για τη λειτουργία. Εκείνος κρύφτηκε αμέσως και σώθηκε, αλλά τα υπάρχοντά του δημεύθηκαν όλα. Οι Τούρκοι δεν αρκέστηκαν στα υλικά αγαθά που αποκόμισαν. Η διάθεσή τους ήταν και εκδικητική και συνέλαβαν τους γονείς και τα πεθερικά του, σημαντικούς παράγοντες.

Ο πατέρας μου, μεγαλέμπορος όπως ανέφερα, είχε στο λιμάνι της Λάρνακας δύο εμπορικά πλοία. Το ένα, με σημαία αυστριακή, ήταν ναυλωμένο για την Τεργέστη και είχε σχεδόν φορτωθεί με αγροτικά προϊόντα. Ο Γιαννάκης Σαρίπογλους έφυγε κρυφά από το κρησφύγετό του, γιατί οι ειδήσεις που έφθαναν από τη Λευκωσία δεν ήταν ενθαρρυντικές. Έπρεπε να διαφύγει, με την οικογένειά του, γιατί δεν άντεχε να ζει κρυμμένος, ούτε μπορούσε να υποθέσει πόσο θα διαρκούσαν οι διώξεις. Ξύρισε μούσι και μουστάκι, μεταμφιέστηκε σε ναύτη και, ξυπόλυτος, ζαλώθηκε ένα κοφίνι, που το κρατούσε στον ώμο. Μπήκε στο πλοίο, που ήταν έτοιμο να αποπλεύσει οποιαδήποτε στιγμή, μόλις επιβιβαζόταν και η οικογένειά του, δηλαδή εμείς.

Η θέση μας είχε δυσκολέψει. Οι Τούρκοι έψαχναν μάταια τον πατέρα και δεν αρκέστηκαν στα πλήγματα που του είχαν καταφέρει Αποφάσισαν ένα νέο χτύπημα για να τον υποχρεώσουν να παραδοθεί. Θα με συνελάμβαναν! Εμένα, που ήμουνα μικρούλης ακόμη, μόλις τεσσάρων ετών. Περίμεναν ότι με τον εκβιασμό θα εμφανιζόταν ο Γιαννάκης Σαρίπογλους. Μόλις θα μάθαινε ότι είχα συλληφθεί, βεβαίως και θα παραδινόταν. Τι πατέρας ήταν;
Για να επιτύχουν το σχέδιό τους, εισέβαλαν στο σπίτι μας, ένα ωραιότατο διώροφο κτίσμα, με μεγάλη αυλή στο εσωτερικό του. Εκεί υπήρχε μία τεράστια στοίβα ξύλων, που χρησιμοποιούσαμε για το μαγείρεμα, το ζέσταμα του νερού και τη θέρμανση. Οι τεράστιες αποθήκες με τα εμπορεύματα, που μεταπωλούσε ο πατέρας, βρίσκονταν στο ισόγειο, όπως και οι χώροι για τους υπηρέτες. Στον επάνω όροφο ζούσαμε εμείς, η οικογένεια, κι εκεί βρισκόταν η μητέρα μου, η Χρυσηίδα, τη στιγμή της εισβολής.

Η οικογένειά μας ήταν ακόμη ολιγομελής. Ο αδελφός μου Παύλος είχε πεθάνει και η Μαρία μας, γεννημένη στις 27 Ιουλίου του 1820, ήταν βρέφος και τη θήλαζε η μητέρα. Ήμουνα αρκετά μεγάλος στα τέσσερα χρόνια μου κι έπαιζα μόνος στην αυλή. Ήμουνα κι αρκετά μικρός και τρόμαξα, όταν άκουσα τους μανιασμένους χτύπους στην εξώπορτα.
Η πρώτη μου σκέψη, όταν άκουσα να χτυπούν τόσο δυνατά την εξώπορτα, ήταν να κρυφτώ. Έτσι παίζαμε με τον πατέρα, κρυβόμουνα και με έψαχνε. Δεν είχα χρόνο να πάω επάνω και να μπω σε μια ντουλάπα, στο ερμάριο, όπως το αποκαλούσαμε. Έπρεπε να κρυφτώ επιτόπου, στην αυλή. Πού να πήγαινα; Μα, πίσω από τον σωρό με τα ξύλα, που ήταν σχετικά τακτοποιημένα και με έκρυβαν καλά, δεν φαινόμουνα.

Τρομοκρατήθηκα από τον θόρυβο και τις φωνές των οπλισμένων εισβολέων. Τα παπούτσια τους δεν ήταν συνηθισμένα, ήταν βαριά κι έκαναν απίστευτη φασαρία. Ανεβοκατέβαιναν τα σκαλιά, βάδιζαν πολλοί μαζί στον επάνω όροφο και στο ισόγειο, αισθανόμουνα το σπίτι μας να τραντάζεται.
Στάθηκα, τρομοκρατημένος κι ακίνητος, αθόρυβα, δίχως να κοιτάξω τι γινόταν. Κανένας όμως δεν πλησίασε τα καυσόξυλα. Θεώρησαν ότι ήταν πολύ φανερό σημείο, δεν υπολόγισαν ότι ήταν ιδανικό για το ύψος ενός τετράχρονου. Οι διώκτες μου πάντως, ερεύνησαν το σπίτι από το υπόγειο έως τη στέγη, από τις αποθήκες με τα εμπορεύματα έως τον απόπατο. Και όχι επιπόλαια.

Ψάχνοντάς με, έκαναν ζημιές. Έσκισαν τα σακιά με το βαμβάκι, άνοιξαν εκείνα με το μετάξι ή το ριζάρι, τη φυτική βαφή που διακινούσε ο πατέρας. Έλεγξαν τα πιθάρια με τις ελιές και τους κάδους με το κρασί και μόνον τη δική μου κρυψώνα δεν ανακάλυψαν.
Έπειτα, βασάνισαν τη μητέρα για να μαρτυρήσει πού με είχε κρύψει. Η έρημη κόντεψε να τρελαθεί, γιατί κι εκείνη με αναζητούσε, όπως και οι υπηρέτες. Όταν οι στρατιώτες κουράστηκαν, έφυγαν, ενώ η μητέρα μου θρηνούσε, επειδή είχα εξαφανιστεί. Μόλις άκουγα μόνον τον ολοφυρμό της μανούλας, βγήκα από την κρυψώνα μου και τη βρήκα να προσεύχεται, γονατισμένη μπροστά σε μιαν εικόνα. Με έσφιξε στην αγκαλιά της και σκεπτόταν πώς θα με έσωζε από τα χέρια των Τούρκων.

Έστειλε τον πιστό της υπηρέτη, τον Χριστόφορο, στο σπίτι ενός εμπόρου και φίλου του πατέρα, που είχε γιο στην ηλικία μου, και δανείστηκε ενδύματα του μικρού. Τα έφερε στο σπίτι, τα φόρεσα και με πήρε ο Χριστόφορος να με πάει στο σπίτι του οικογενειακού μας φίλου. Ήμουνα πλέον ένας ευρωπαίος πιτσιρίκος, ευχαριστημένος μάλιστα, γιατί προβλεπόταν τρελό παιχνίδι με τον φίλο μου! Πώς αλλιώς να έβλεπα την ξαφνική περιπέτεια στα τέσσερα χρόνια μου;
Στον δρόμο μας με τον Χριστόφορο συναντήσαμε τον οθωμανό τοπάρχη Λάρνακας, που ήταν στενός και ειλικρινής φίλος του πατέρα. Με αναγνώρισε αμέσως και σύστησε στον υπηρέτη μας να βιαστούμε. Ήταν μόνος, αλλά περίμενε τη συνοδεία του. Έπρεπε να με συλλάβει, όλοι με γνώριζαν. Ξεφύγαμε, ευτυχώς, και πήγαμε στον προορισμό μας. Εκεί μας βρήκε η, μεταμφιεσμένη σε οθωμανή νταντά, μητέρα, που κρατούσε αγκαλιά τη μικρή μας Μαρία.

Το ίδιο βράδυ, επιβιβαστήκαμε στο πλοίο, όπου συναντήσαμε τον πατέρα. Σαλπάραμε αμέσως, γιατί δεν έπρεπε να διακινδυνεύσουμε περισσότερο. Τα καταφέραμε να ξεφύγουμε από τον εχθρό χωρίς ανθρώπινες απώλειες! Είχαμε υλικές απώλειες μόνον. Ήμασταν πλέον φτωχοί. Για χρόνια, η μητέρα αφηγούνταν όσα είχαμε χάσει, ήταν πολλά και σημαντικά.
Καρφώθηκαν τότε στο μυαλό μου οι αξίες της οικογένειάς μου. Ήμασταν ζωντανοί και το κέρδος μας ήταν ότι η μεγάλη μας πατρίδα, η Ελλάδα, πραγματοποιούσε σημαντικά βήματα για να αποκτήσει την ανεξαρτησία της! Έμαθα κι άλλα, όπως ότι αυτό που πιστεύεις πρέπει να το υπερασπίζεσαι μέχρι θανάτου. Ήμασταν πάντοτε Έλληνες! Δεν θα υποχωρούσαμε στους Τούρκους για να διατηρήσουμε την περιουσία μας. Κανένας μας δεν μετάνιωσε για τη στάση του. Η ελληνικότητα έρεε στο αίμα μας!

Προτεινόμενα για εσάς