
Γράφει ο Βασίλης Ιωάννου
Είναι γνωστό ότι η κτηνοτροφία στην Ήπειρο αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της τοπικής ανάπτυξης και οικονομίας.
Ειδικότερα ο κλάδος της αιγοπροβατοτροφίας είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένος.
Μόνο στην ΠΕ Πρέβεζας έχει πάνω από 1200 μονάδες εκτροφής και περίπου 140.000 αιγοπρόβατα.
Μέχρι πρόσφατα η περιφέρεια μας δεν είχε πρόβλημα με τη ζωονόσο της ευλογιάς, που ταλαιπωρεί εδώ και καιρό άλλες περιοχές της χώρας, οδηγώντας σε θανάτωση πάνω από μισό εκατομμύριο αιγοπρόβατα.
Όμως δυστυχώς δεν καταφέραμε να γλυτώσουμε καθώς στις 2 Μάρτη επιβεβαιώθηκε επίσημα το πρώτο κρούσμα ευλογιάς προβάτων και στην περιοχή μας και συγκεκριμένα στη Βαλανιδοράχη του Δήμου Πάργας.
Όπως ήταν φυσικό, σε μια περιοχή που στηρίζει τόσα πολλά στην αιγοπροβατοτροφία, ακόμη και αυτό το μεμονωμένο περιστατικό δεν αντιμετωπίζεται ως απλή υγειονομική υπόθεση, αλλά ως μια μεγάλη απειλή για ολόκληρη την παραγωγική δραστηριότητα.
Γι’ αυτό το λόγο και η Υποδιεύθυνση Κτηνιατρικής Πρέβεζας, εφάρμοσε άμεσα το σχετικό υγειονομικό πρωτόκολλο, προχώρησε στη θανάτωση και τον ενταφιασμό των περίπου σαράντα προβάτων και έθεσε τη συγκεκριμένη μονάδα σε καραντίνα.
Παράλληλα για τον φόβο της εξάπλωσης, καθορίστηκαν ζώνες προστασίας και επιτήρησης και δόθηκαν αυστηρές οδηγίες για απαγόρευση αγοροπωλησιών, σφαγής, μετακίνησης και βόσκησης των αιγοπροβάτων.
Σύμφωνα με όσα γίνονται γνωστά, κλιμάκια κτηνιάτρων συνεχίζουν να διενεργούν ελέγχους και ιχνηλατήσεις σε όλες τις μονάδες της ευρύτερης περιοχής, ενώ δόθηκαν οδηγίες για απολυμάνσεις και αυξημένα μέτρα βιοασφάλειας.
Μέχρι τώρα, παρά τους εκτεταμένους και συχνούς ελέγχους, δεν έχει εντοπιστεί κάποιο νέο ύποπτο κρούσμα σε γειτονικές μονάδες και αυτό αποτελεί ένα θετικό και ελπιδοφόρο γεγονός.
Είναι λογικό, ότι τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί είναι σκληρά και σε πολλές περιπτώσεις δοκιμάζουν τις οικονομικές αντοχές των κτηνοτρόφων, όμως η εμπειρία έχει δείξει ότι αποτελούν τη μόνη αποτελεσματική άμυνα απέναντι σε μια νόσο που μπορεί να εξαπλωθεί πολύ γρήγορα και να οδηγήσει σε μαζικές απώλειες ζώων και σοβαρή οικονομική ζημιά για τους κτηνοτρόφους.. Οφείλουν προς τούτο όλοι να αντιληφθούν ότι αν δεν τηρηθούν απαρέγκλιτα τα περιοριστικά μέτρα και δεν υπάρξει ειλικρινής συνεργασία, οι συνέπειες θα είναι πολύ σοβαρές.
Βέβαια για μια ακόμη φορά αποκαλύπτεται η τραγική ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού στην διαχείριση του προβλήματος.
Αρκεί να αναφερθεί ότι ολόκληρη χώρα εξαρτάται μόνο 2 εργαστήρια (Λάρισα και Θεσσαλονίκη) για τη διενέργεια των απαραίτητων μοριακών τεστ (PCR), χωρίς τα οποία κανένα πρόβατο από την ΠΕ Πρέβεζας δεν μπορεί να οδηγηθεί σε σφαγή, γεγονός που απειλεί τα εισοδήματα των κτηνοτρόφων μας, θα οδηγήσει σε ελλείψεις στην αγορά ενόψει του Πάσχα και ενδεχομένως και σε ανεξέλεγκτες σφαγές.
Ήδη η Υποδιεύθυνση Κτηνιατρικής Πρέβεζας ενημερώνει τους κτηνοτρόφους της περιοχής για την υποχρεωτική δειγματοληψία των αιγοπροβάτων που πρόκειται να οδηγηθούν για σφαγή και γι’ αυτό θα πρέπει να επικοινωνούν με τις κατά τόπους κτηνιατρικές αρχές και να δηλώνουν τον αριθμό των ζώων και την ημερομηνία μετακίνησης για σφαγή.
Οι κτηνοτρόφοι με τους οποίους έχω επικοινωνήσει, δικαιολογημένα ανησυχούν για τη μελλοντική βιωσιμότητα των εκτροφών τους και ζητούν να υπάρξουν μέτρα στήριξης τους.
Προτείνουν αποζημιώσεις για τις θανατώσεις ζώων, επαρκείς ενισχύσεις των μονάδων που πλήττονται από τις απαγορεύσεις για βόσκηση και σφαγή, αλλά και αναστολή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων των πληγέντων παραγωγών.
Ταυτόχρονα, επαναφέρουν το πάγιο αίτημα τους για ενίσχυση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών, με προσλήψεις κτηνίατρων και εξειδικευμένου προσωπικού, προκειμένου να διασφαλιστεί η ουσιαστική επιτήρηση της νόσου και η πιστή εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας.
Κλείνοντας θεωρώ σημαντικό να επαναλάβω αυτό που έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί.
Ο εμβολιασμός των αιγοπροβάτων με μη εγκεκριμένα εμβόλια, αντί να λύνει τα προβλήματα, επιβαρύνει την κατάσταση, καθώς δεν καθίσταται εφικτή η εργαστηριακή διάκριση μεταξύ μολυσμένων και εμβολιασμένων ζώων.
Η πρακτική αυτή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την κτηνοτροφία της περιοχής, και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις.
Γι’ αυτό όλοι οι εμπλεκόμενοι –κτηνοτρόφοι, μεταφορείς και έμποροι– οφείλουν να συνεργάζονται με τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και να τηρούν απαρέγκλιτα τα μέτρα.
Μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της αγοράς, θα περιοριστεί η ζημιά και κυρίως θα προστατευτεί μελλοντικά το ζωικό κεφάλαιο της περιοχής.