Σέλτσο: πώς ένα ιστορικό γεγονός γίνεται – ή δεν γίνεται – εθνικό σύμβολο;

Γράφει η Αναστασία Καρρά

Η αφορμή γι’ αυτή την έρευνα ήταν η ομιλία που ετοίμασα για τις εκδηλώσεις μνήμης στο Σέλτσο, στις 23 Αυγούστου 2026. Διαβάζοντας ξανά τις πηγές και τις παλαιότερες μελέτες για τα γεγονότα του 1804, ένα ερώτημα άρχισε να με απασχολεί περισσότερο από το ίδιο το ιστορικό γεγονός:

Γιατί το Σέλτσο παρέμεινε για τόσο μεγάλο διάστημα σχεδόν άγνωστο στο ευρύ ελληνικό κοινό;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν τοποθετήσει κανείς δίπλα του το Ζάλογγο. Για το Ζάλογγο μάθαμε στο σχολείο, στα Αναγνωστικά, στα ποιήματα, στα τραγούδια και στις σχολικές γιορτές. Για το Σέλτσο, αντίθετα, πολλοί από τη δική μου γενιά δεν ακούσαμε ποτέ τίποτε στο σχολείο.

Κι όμως, λίγους μόλις μήνες μετά το Ζάλογγο, το 1804, οι Μποτσαραίοι με τις οικογένειές τους έζησαν στο Σέλτσο μια εξίσου δραματική ιστορία: πολύμηνη πολιορκία, μάχη, έξοδο, καταδίωξη, τον Αχελώο, τη Γκούρα, τους γκρεμούς, γυναίκες και παιδιά που προτίμησαν την πτώση από την αιχμαλωσία. Γι’ αυτό άλλωστε το Σέλτσο χαρακτηρίστηκε αργότερα και «δεύτερο Ζάλογγο».

Γιατί λοιπόν δύο γεγονότα τόσο συγγενικά ως προς τη δραματικότητά τους ακολούθησαν τόσο διαφορετική πορεία στη συλλογική μνήμη;
Από αυτό το ερώτημα ξεκίνησα. Και η πρώτη διαπίστωση ήταν ίσως η σημαντικότερη: το Σέλτσο δεν είχε ξεχαστεί.

Το Σέλτσο ήταν γνωστό στους ιστορικούς
Θα ήταν εύκολο να υποθέσουμε ότι το Σέλτσο δεν έγινε ευρύτερα γνωστό επειδή δεν είχε καταγραφεί επαρκώς. Τα στοιχεία όμως δείχνουν το αντίθετο.

Ήδη από τον 19ο αιώνα συναντούμε τον Πουκεβίλ, τον Κουτσονίκα, τον Περραιβό, τον Αραβαντινό και άλλους συγγραφείς που έγραψαν για το Σούλι, τους Μποτσαραίους και τα γεγονότα του 1804. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο Πουκεβίλ. Σε μεταγενέστερη τοπική καταγραφή διασώζεται η χαρακτηριστική απόδοση της φράσης του ότι το μέγεθος της καταστροφής ήταν τέτοιο που «δεν μπορεί να χωρέσει ιστορικού νους».

Στον 20ό αιώνα η βιβλιογραφία γίνεται πλουσιότερη. Ο Ιεζεκιήλ επισκέπτεται τη Μονή και δημοσιεύει για το Σέλτσο, ενώ ακολουθούν ο Ναπολέων Οικονόμου με τον Χαλασμό των Μποτσαραίων στο Σέλτσο (1965) και ο Δημήτριος Καρατζένης με τη Μάχη του Σέλτσου. Δραματική Αντίσταση των Σουλιωτών (1970).

Το 1975 ο Ηλίας Μπάκος εκδίδει το Σέλτσο. Το Μοναστήρι με την Εθνική Ιστορία. Διδάκτωρ Θεολογίας και βαθύς γνώστης της ιστορίας του τόπου του, ασχολήθηκε επί δεκαετίες με το Σέλτσο και την ιστορία των Ραδοβιζίων, με βιβλία, μελέτες, άρθρα και δημόσιες παρεμβάσεις που επιχείρησαν να κάνουν την ιστορία του γνωστή πέρα από τον στενό τοπικό κύκλο.

Επομένως, ένα πρώτο ενδεχόμενο μπορεί να αποκλειστεί: το Σέλτσο δεν παρέμεινε στο περιθώριο επειδή έλειπαν οι ιστορικές καταγραφές ή οι άνθρωποι που έγραψαν γι’ αυτό.

1911: «Μετά σεβασμού προσκυνών τα ιερά ταύτα χώματα»
Υπάρχουν όμως και υλικά τεκμήρια της μνήμης. Ένα από τα πιο εύγλωττα βρίσκεται ακόμη στη Μονή.
Στις 7 Ιουλίου 1911 ο νεαρός τότε αξιωματικός Δημήτριος Τ. Νότης Μπότσαρης επισκέφθηκε το Σέλτσο και σε ξύλινο στασίδι άφησε το ιδιόχειρο σημείωμα:
«Εν Σέλτσω 7 Ιουλίου 1911

Δημ. Τ. Νότη Μπότσαρης

Μετά σεβασμού προσκυνών

ΤΑ ΙΕΡΑ ΤΑΥΤΑ ΧΩΜΑΤΑ»

Η μικρή αυτή επιγραφή δείχνει ότι ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα το Σέλτσο είχε τη θέση τόπου προσκυνήματος και οικογενειακής ιστορικής μνήμης για τους απογόνους των Μποτσαραίων.

Η ιστορία του τεκμηρίου φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Τον Απρίλιο του 2026 ο Χρήστος Καπερώνης παρέδωσε στη Ναύπακτο, στον πρόεδρο του Ιδρύματος Μπότσαρη, φωτογραφία της χειρόγραφης θύμησης. Έτσι, 115 χρόνια αργότερα, η επιγραφή του Μπότσαρη συνδέθηκε ξανά, μέσα από τη φωτογραφική της αποτύπωση, με το Ίδρυμα που ο ίδιος είχε ιδρύσει.

Ο Δημήτριος Νότης Μπότσαρης θα επανεμφανιστεί πολλές δεκαετίες αργότερα στην προσπάθεια ανάδειξης του Σέλτσου. Ο Ηλίας Μπάκος μού αφηγήθηκε πρόσφατα ότι, όταν ο Μπότσαρης διάβασε άρθρο του για το Σέλτσο στη Βραδυνή, τον κάλεσε στο σπίτι του στην Αθήνα και στη συνέχεια επισκέφθηκαν μαζί το Σέλτσο.

Ο κ. Μπάκος τοποθετεί το γεγονός στο 1964· το συγκεκριμένο δημοσίευμα δεν έχω μέχρι στιγμής κατορθώσει να εντοπίσω και γι’ αυτό κρατώ τη χρονολογία ως προσωπική του μαρτυρία.

Σύμφωνα επίσης με τον κ. Μπάκο, ο Μπότσαρης διέθεσε 300.000 δραχμές για το μνημείο στις Πηγές. Θέλησε να παραδώσει τα χρήματα στον ίδιο, εκείνος όμως αρνήθηκε και του ζήτησε να δοθούν στον πρόεδρο του χωριού.

Την οικονομική συμβολή του Μπότσαρη επιβεβαιώνει και ο Χρήστος Καπερώνης, ο οποίος τοποθετεί την ανέγερση του μνημείου γύρω στο 1976.

Πίσω από την ανάδειξη του Σέλτσου διακρίνονται λοιπόν συγκεκριμένοι άνθρωποι και προσωπικές πρωτοβουλίες – ένα στοιχείο που θα συναντήσουμε ξανά στη συνέχεια.

1957: Ζάλογγο και Σέλτσο δίπλα δίπλα στο ίδιο μάρμαρο
Υπάρχει όμως ένα άλλο τεκμήριο, από τα σημαντικότερα αυτής της έρευνας.
Στον Κήπο των Ηρώων του Μεσολογγίου βρίσκεται η προτομή του Νότη Μπότσαρη, έργο του Μάριου Λοβέρδου, που αποκαλύφθηκε στις 14 Απριλίου 1957.

Στον ψηλό κίονα του μνημείου είναι χαραγμένοι τόποι και χρονολογίες από τη δράση του. Ανάμεσά τους:
ΖΑΛΟΓΓΟΝ – 1803
ΣΕΛΤΣΟ – ΝΙΓΚΟΖΙ – ΓΕΦΥΡΑ ΚΟΡΑΚΟΥ – 1804

Βρισκόμαστε στο 1957: πριν από τον Οικονόμου, πριν από τον Καρατζένη, πριν από τις συστηματικές προσπάθειες του Ηλία Μπάκου, πριν από τον δρόμο προς τη Μονή.

Και το Σέλτσο δεν βρίσκεται χαραγμένο σε ένα τοπικό μνημείο στις Πηγές, αλλά στον Κήπο των Ηρώων του Μεσολογγίου, έναν από τους κατεξοχήν τόπους της εθνικής μνήμης – και μάλιστα δίπλα στο Ζάλογγο.

Η ιστορική γνώση λοιπόν υπήρχε. Το Σέλτσο είχε ήδη περάσει σε μνημειακή καταγραφή εθνικής εμβέλειας. Κι όμως, η πορεία των δύο ονομάτων μετά το 1957 υπήρξε τελείως διαφορετική.

Η μνήμη στον τοπικό Τύπο
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο προκύπτει από τον παλαιό Τύπο. Οι αναφορές που έχω κατορθώσει να εντοπίσω στον ευρύτερο Τύπο είναι λιγοστές – ανάμεσά τους ένα δημοσίευμα στη Θεσσαλική Φωνή της Καρδίτσας το 1938. Η εικόνα όμως είναι διαφορετική στον τοπικό Τύπο.

Ιδιαίτερη θέση έχει η Ηχώ της Άρτης. Από το 1962 και μετά το Σέλτσο επανέρχεται στις σελίδες της, ακόμη και μέσα από το ποίημα του Κωνσταντίνου Στρατή «Ιερά Μονή Σέλτσου».

Το 1971 και ο Εθνικός Παλμός της Άρτας περιλαμβάνει τα γεγονότα του Σέλτσου σε κείμενο για τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα του Νομού, ενώ ο Ηλίας Μπάκος επιχειρεί με δημοσιεύματά του να μεταφέρει την ιστορία του και έξω από την περιοχή.

Το Σέλτσο λοιπόν δεν απουσίαζε από τον Τύπο· η παρουσία του όμως παρέμενε κυρίως τοπική ή περιφερειακή. Και η γεωγραφία των δημοσιευμάτων είναι χαρακτηριστική: Άρτα και απέναντι Καρδίτσα–Αργιθέα αποτελούν τον άμεσο χώρο μέσα στον οποίο η μνήμη του εξακολουθούσε να κυκλοφορεί. Εκείνο που δυσκολεύεται να δημιουργηθεί είναι η συνεχής διάχυσή της πέρα από τα όρια του τόπου.

Η τοπική μνήμη δεν είχε σβήσει ποτέ
Και αυτό γίνεται ακόμη σαφέστερο αν κοιτάξουμε όχι τα βιβλία και τις εφημερίδες, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους.
Μια εξαιρετική μαρτυρία μάς δίνει ο Ιεζεκιήλ.

Όταν περιόδευσε για πρώτη φορά στα ορεινά της περιοχής, πέντε χρόνια πριν από την επίσκεψή του στη Μονή, εντυπωσιάστηκε από τις «ζωηρές παραδόσεις» που διατηρούσαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών για τα γεγονότα του Σέλτσου.

Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, γράφει, μόλις έβλεπαν έναν ξένο επισκέπτη, του έλεγαν σχεδόν στερεότυπα: «εκεί είναι το Σέλτσο, το μοναστήρι που χόρευσαν οι Σουλιώτισσες» και άρχιζαν αμέσως να διηγούνται το «αιματηρό δράμα» του 1804, προσθέτοντας μάλιστα περιστατικά που συχνά δεν υπήρχαν στις ιστορίες για τους Σουλιώτες.

Η μνήμη παρέμενε λοιπόν ζωντανή στις Πηγές –παλαιότερα Βρεστενίτσα– και στην απέναντι Αργιθέα. Στα Εννιάμερα της Παναγίας άνθρωποι από τις δύο πλευρές ανέβαιναν στη Μονή, άναβαν ένα κερί και μνημόνευαν τους νεκρούς.

Και όταν περνούσαν από το σημείο που η παράδοση είχε συνδέσει με τη Λένω Μπότσαρη, σταυροκοπιούνταν και έλεγαν:
«Θεός σχωρέστην την Καπετάνισσα».

Αυτού του είδους η μνήμη δεν χρειάζεται μνημεία ούτε επίσημες τελετές για να επιβιώσει. Περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο και από γενιά σε γενιά. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό επέζησε.

Οι άνθρωποι που προσπάθησαν να το κάνουν γνωστό
Θα ήταν επομένως άδικο να πούμε ότι το Σέλτσο δεν αναδείχθηκε επειδή «κανείς δεν ενδιαφέρθηκε». Είδαμε ήδη το αντίθετο.
Δεν ήταν όμως μόνο οι συγγραφείς και οι ερευνητές. Άνθρωποι της Κοινότητας των Πηγών αγωνίστηκαν για την πρόσβαση στη Μονή.

Ο μακαριστός παπα-Γιώργης Φώτος, όπως γράφει ο Χρήστος Καπερώνης, υπήρξε για πολλά χρόνια «η ψυχή του Σέλτσου», ενώ επί τρεις περίπου δεκαετίες η Αδελφότητα Πηγιωτών ανέλαβε σειρά ενεργειών για τη Μονή, τις εκδηλώσεις, τη συνεργασία με τους απογόνους των Σουλιωτών και τη δημόσια αναγνώριση του τόπου.

Οι προσπάθειες λοιπόν υπήρχαν και επανέρχονταν επί δεκαετίες. Είχαν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε συγκεκριμένα πρόσωπα και σε τοπικές πρωτοβουλίες.
Και κάπου εδώ η σύγκριση με το Ζάλογγο αρχίζει να γίνεται πραγματικά αποκαλυπτική.

Τι συνέβη διαφορετικά στο Ζάλογγο;
Δεν με ενδιαφέρει εδώ να συγκρίνω τις δύο θυσίες ούτε να αποφανθώ ποια ήταν «μεγαλύτερη». Το ερώτημα είναι διαφορετικό: τι συνέβη μετά, στο επίπεδο της δημόσιας μνήμης;

Το Ζάλογγο απέκτησε πολύ νωρίς μια ισχυρή και εύκολα αναγνωρίσιμη αφήγηση: οι γυναίκες, ο χορός, ο γκρεμός, η επιλογή του θανάτου. Έγινε ποίηση, τραγούδι και εικόνα, πέρασε στα Αναγνωστικά και στις σχολικές γιορτές και αναπαράχθηκε από γενιά σε γενιά.

Όταν λοιπόν, στα μέσα του 20ού αιώνα, άρχισε η προσπάθεια για την ανέγερση του μεγάλου μνημείου, το Ζάλογγο ήταν ήδη σύμβολο.
Το μνημείο δεν δημιούργησε το σύμβολο. Το έκανε ορατό στο τοπίο.

1950: από μια τοπική ιδέα σε έναν θεσμικό μηχανισμό
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, μια από τις σημαντικότερες διαφορές με το Σέλτσο.
Η ιστορία του Μνημείου του Ζαλόγγου αρχίζει το 1950. Για την αρχική ιδέα υπάρχουν δύο εκδοχές: η μία την αποδίδει στον διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου Καμαρίνας Γεώργιο Σακκά, ο οποίος την πρότεινε σε εκπαιδευτική συγκέντρωση δασκάλων της Πρέβεζας στις 10 Ιουνίου 1950· η άλλη στον Αλέξανδρο Λιόντο, ο οποίος φέρεται να την πρότεινε στον στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο, σε συνδυασμό με τη διάνοιξη δρόμου από τον Στρατό.

Για το ερώτημά μας όμως μεγαλύτερη σημασία έχει τι συνέβη αμέσως μετά.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1950 ο Νομάρχης Πρέβεζας Σπύρος Καφεντζής ζητά από δημάρχους, κοινοτάρχες και Σχολικά Ταμεία τη διενέργεια εράνου και στις 29 Οκτωβρίου γίνεται ήδη η συμβολική θεμελίωση. Παράλληλα, εκπαιδευτικοί και μαθητές καλούνται με εγκυκλίους να συνεισφέρουν.

Μέσα σε ελάχιστο χρόνο η τοπική πρωτοβουλία έχει αλλάξει επίπεδο. Η Γενική Διοίκηση Ηπείρου συγκροτεί ειδική Επιτροπή υπό τον Κλεομένη Τσιτσάρα, με επίτιμο πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα και τη συμμετοχή του Θρασύβουλου Τσακαλώτου, των νομαρχών της Ηπείρου, εκπροσώπων της εκπαίδευσης και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Νομαρχία, Γενική Διοίκηση Ηπείρου, Εκκλησία, Στρατός, Δήμοι και Κοινότητες, εκπαιδευτική διοίκηση και σχολεία κινητοποιούνται πλέον γύρω από τον ίδιο στόχο. Δεν πρόκειται πια για μια προσωπική ή τοπική πρωτοβουλία, αλλά για έναν ολόκληρο θεσμικό μηχανισμό.

Οι μαθητές δεν μάθαιναν απλώς το Ζάλογγο – συμμετείχαν στην κατασκευή της μνήμης του
Ο έρανος πήρε πανελλήνια διάσταση. Οι μαθητές δεν μάθαιναν απλώς για τον Χορό του Ζαλόγγου· καλούνταν να συνεισφέρουν και στην κατασκευή του μνημείου.

Το 1953 το Υπουργείο Παιδείας προκήρυξε πανελλήνιο διαγωνισμό γλυπτών και αρχιτεκτόνων, από τον οποίο επιλέχθηκε η πρόταση του Γιώργου Ζογγολόπουλου και του Πάτροκλου Καραντινού. Όταν το έργο θεμελιώθηκε το 1954, η σχετική πλάκα έγραφε ότι το μνημείο ανεγέρθηκε: «διά πανελληνίου προσφοράς».

Οι τρεις αυτές λέξεις συνοψίζουν ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη διαφορά που αναζητούμε. Με τη συμμετοχή του κράτους, των σχολείων και χιλιάδων πολιτών, η μνήμη του Ζαλόγγου είχε μετατραπεί από μνήμη ενός τόπου σε υπόθεση ολόκληρης της χώρας.

Το μνημείο υπήρχε ήδη
Υπήρχε όμως και μια ακόμη παράμετρος που κάνει την περίπτωση του Σέλτσου ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Στο ίδιο το τοπίο υπήρχε ήδη ένα σημαντικό μνημείο: η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με το καθολικό και τον εξαιρετικά διατηρημένο ζωγραφικό διάκοσμο του 1697.

Η Μονή δεν ήταν άγνωστη. Ο μητροπολίτης Ιεζεκιήλ την επισκέφθηκε και τη δημοσίευσε το 1929, με τις παλαιότερες φωτογραφίες της που έχω μέχρι σήμερα κατορθώσει να εντοπίσω.

Απευθύνθηκε επίσης στον υπουργό Μπότσαρη, απόγονο των ηρώων του Σέλτσου, και στην Επιτροπή της Εκατονταετηρίδος της Απελευθερώσεως, υπενθυμίζοντας τα ιστορικά γεγονότα και προτείνοντας να εντοιχιστεί πλάκα για την «ηρωϊκήν εκατόμβην». Όπως γράφει, έλαβε την απάντηση ότι στις προσεχείς εορτές στην Ήπειρο θα συμπεριλαμβανόταν και η Μονή Σέλτσου.

Η πληροφορία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν τη συγκρίνουμε με το «Πρόγραμμα των εν Ηπείρω εορτών της Εκατονταετηρίδος», που δημοσιεύθηκε στην Ελευθερία των Ιωαννίνων στις 17 Απριλίου 1930.

Παρά την απάντηση που είχε λάβει ο Ιεζεκιήλ, το Σέλτσο δεν περιλαμβάνεται στο δημοσιευμένο πρόγραμμα. Περιλαμβάνεται, αντίθετα, το Ζάλογγο, όπου για τις 21 Μαΐου προβλεπόταν οργανωμένη εκδήλωση με συμμετοχή μαθητών, επιμνημόσυνη δέηση, κατάθεση στεφάνου και εντοίχιση αναμνηστικής πλάκας.

Είναι ίσως μια από τις πρώτες στιγμές όπου μπορούμε να δούμε, μέσα στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο, τη διαφορετική πορεία των δύο τόπων στη δημόσια μνήμη.

Το 1937–1938 τη Μονή φωτογράφισε και ο Σπύρος Μελετζής, το 1959 κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, το 1967 καταγράφηκε από τον Παναγιώτη Βοκοτόπουλο, ενώ στη δεκαετία του 1970 ο Ηλίας Μπάκος επανήλθε συστηματικά στην ιστορία του Σέλτσου και της Μονής.

Το Σέλτσο λοιπόν διέθετε ήδη κάτι που στο Ζάλογγο χρειάστηκε να δημιουργηθεί: ένα αυθεντικό μνημείο, άμεσα συνδεδεμένο με τον ιστορικό τόπο. Είχε υπάρξει μάλιστα από το 1929 προσπάθεια επίσημης ανάδειξής του. Εκείνο που δεν διακρίνεται είναι η συνέχεια και η συγκρότηση γύρω της ενός σταθερού θεσμικού μηχανισμού.

Το «δύσβατο» ως εξήγηση
Έχει υποστηριχθεί ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους το Σέλτσο παρέμεινε για χρόνια στην αφάνεια ήταν το δύσβατο της περιοχής.

Η εξήγηση αυτή με προβλημάτισε από την αρχή. Γιατί και το Ζάλογγο ήταν δύσβατο. Όταν άρχισαν οι εργασίες για το μνημείο, η πρόσβαση ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Κι όμως κινητοποιήθηκε ο Στρατός, διατέθηκαν τεχνικά μέσα, συνεχίστηκαν οι έρανοι και το έργο ολοκληρώθηκε έπειτα από χρόνια εργασιών. Όταν υπήρξε ισχυρή θεσμική βούληση, το δύσβατο αντιμετωπίστηκε ως πρόβλημα προς επίλυση.

Η γεωγραφική απομόνωση του Σέλτσου ήταν βέβαια πραγματική. Στη μεταπολεμική περίοδο, μάλιστα, η περιοχή έχασε και μια από τις σημαντικότερες προσβάσεις της.

Η Γέφυρα Κοράκου, το ιστορικό πέρασμα του Αχελώου που συνέδεε την Άρτα και τα Ραδοβίζια με την Αργιθέα και τη Θεσσαλία, ανατινάχθηκε το 1949, στη διάρκεια του Εμφυλίου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη το 1952, στα εγκαίνια του αρτινού τμήματος της οδού Άρτας–Καρδίτσας, γινόταν λόγος για την ανάγκη να «αποκατασταθεί η επικοινωνία με την Θεσσαλία».

Η δυσκολία πρόσβασης, επομένως, ασφαλώς έπαιξε ρόλο. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει τη διαφορετική πορεία των δύο τόπων. Στο Ζάλογγο η δυσκολία κινητοποίησε έργα και μέσα· στην περιοχή του Σέλτσου ένα ιστορικό πέρασμα είχε χαθεί και η αποκατάσταση της επικοινωνίας παρέμενε ζητούμενο.

Αλλά άλλο η δυσκολία να φτάσει κανείς στον τόπο και άλλο η δυσκολία να φτάσει η ιστορία του στους ανθρώπους.
Ένας δρόμος μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν πήγαιναν πολλοί επισκέπτες στη Μονή. Δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί το Σέλτσο δεν πέρασε στα σχολικά βιβλία ή γιατί η παρουσία του στον πανελλήνιο Τύπο παρέμεινε τόσο περιορισμένη.

Και ο μηχανισμός συνεχίζει να λειτουργεί
Η κινητοποίηση γύρω από το Ζάλογγο δεν σταμάτησε με την έναρξη των εργασιών. Το 1955 ο Γενικός Διοικητής Ηπείρου απηύθυνε νέα έκκληση προς δήμους, κοινότητες και σχολεία για την αποπεράτωση του έργου.

Όταν, δύο χρόνια αργότερα, οι εργασίες παρουσίασαν κάμψη, ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος ζήτησε από τη βασίλισσα Φρειδερίκη να θέσει το μνημείο υπό την προστασία της. Η κυβέρνηση Καραμανλή συγκρότησε νέα Επιτροπή και αποφασίστηκε νέα βοήθεια από τον Στρατό. Ο θεσμικός μηχανισμός επανενεργοποιούνταν κάθε φορά που το έργο κινδύνευε να σταματήσει.

Παράλληλα, συνέχιζε να συμμετέχει η τοπική κοινωνία. Το 1959 το Β΄ Δημοτικό Σχολείο Πρέβεζας παρουσίασε στο «Ακταίον» το τρίπρακτο θεατρικό έργο Ο Χορός του Ζαλόγγου, με τα έσοδα για την αποπεράτωση του μνημείου.

Ο κύκλος της μνήμης κλείνει σχεδόν τέλεια: το παιδί μαθαίνει το Ζάλογγο στο σχολείο, το δραματοποιεί, συμμετέχει στον έρανο, βοηθά στην κατασκευή του μνημείου και αργότερα επισκέπτεται έναν τόπο που έχει ήδη μάθει να αναγνωρίζει ως εθνικό σύμβολο.
Αυτό είναι αναπαραγωγή της μνήμης.

1961: η κορύφωση
Στις 10 Ιουνίου 1961 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου, παρουσία των βασιλέων, εκπροσώπων των αρχών και χιλιάδων πολιτών. Η αρθρογραφία της εποχής κάνει λόγο για περίπου πέντε χιλιάδες ανθρώπους.
Μαθήτριες του Γυμνασίου Πρέβεζας αναπαρέστησαν τον Χορό του Ζαλόγγου μπροστά στο μνημείο.

Η εικόνα μοιάζει να αποτελεί την κατάληξη όλης της διαδικασίας που προηγήθηκε: το ιστορικό γεγονός έχει γίνει σχολική αφήγηση, η σχολική αφήγηση δημόσια τελετή και η δημόσια τελετή πραγματοποιείται πλέον μπροστά σε ένα μνημείο εθνικής εμβέλειας.

Αν δούμε συνολικά τι συνέβη γύρω από το Ζάλογγο, η αλυσίδα είναι εντυπωσιακή:
ιστοριογραφία → λογοτεχνία → τραγούδι → σχολείο → τοπική πρωτοβουλία → θεσμικό κράτος → πανελλήνιος έρανος → μνημείο → επίσημη τελετή → επανάληψη.

Αυτό είναι πολύ περισσότερο από «προβολή»: είναι θεσμική παραγωγή και αναπαραγωγή δημόσιας μνήμης.

Και τι συνέβαινε την ίδια εποχή στο Σέλτσο;
Κάπου εδώ η σύγκριση γίνεται αναπόφευκτη. Το Σέλτσο, όπως είδαμε, δεν ήταν άγνωστο
Κι όμως, τις ίδιες δεκαετίες που γύρω από το Ζάλογγο κινητοποιείται ένας ολόκληρος θεσμικός μηχανισμός, στο Σέλτσο βλέπουμε κυρίως πρόσωπα και τοπικούς φορείς: ανθρώπους που γράφουν βιβλία και άρθρα, έναν Μπότσαρη που ενδιαφέρεται προσωπικά και συνεισφέρει οικονομικά, κατοίκους που αγωνίζονται για την πρόσβαση, έναν ιερέα που φροντίζει τη Μονή και, αργότερα, μια Αδελφότητα που επιμένει επί δεκαετίες.

Αυτό δεν μειώνει την αξία των προσπαθειών τους. Αντίθετα, δείχνει ότι για μεγάλο διάστημα προσπαθούσαν να καλύψουν ένα κενό το οποίο, στην περίπτωση του Ζαλόγγου, είχε αναλάβει πολύ νωρίτερα ένας ολόκληρος θεσμικός μηχανισμός.

Και η Άρτα;
Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα της έρευνας.
Στην περίπτωση του Ζαλόγγου βλέπουμε πολύ γρήγορα τη Νομαρχία Πρέβεζας να αναλαμβάνει πρωτοβουλία και γύρω της να συνδέονται η Γενική Διοίκηση Ηπείρου, η Εκκλησία, ο Στρατός, η εκπαιδευτική διοίκηση και τελικά το κεντρικό κράτος.

Στην περίπτωση του Σέλτσου, τουλάχιστον με τα στοιχεία που έχω κατορθώσει μέχρι σήμερα να εντοπίσω, δεν εμφανίζεται για τις αντίστοιχες δεκαετίες μια ανάλογη, διαρκής και οργανωμένη πρωτοβουλία της Νομαρχίας Άρτας, ικανή να κινητοποιήσει έναν ευρύτερο θεσμικό μηχανισμό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «η Νομαρχία Άρτας δεν έκανε τίποτε»· τα διοικητικά αρχεία δεν είναι πλήρως ψηφιοποιημένα και μια τέτοια απόλυτη κρίση θα ήταν ιστορικά επισφαλής.

Το ερώτημα επομένως παραμένει: γιατί οι ιστορικές καταγραφές, τα βιβλία, τα δημοσιεύματα, το ενδιαφέρον των Μποτσαραίων και η ζωντανή τοπική μνήμη δεν συνδέθηκαν σε μια οργανωμένη προσπάθεια με διάρκεια και πανελλήνια εμβέλεια;

Φαίνεται πως αυτό ακριβώς ήταν που έλειπε: ο κρίκος που θα συνέδεε τις επιμέρους προσπάθειες και θα μετέφερε τη μνήμη από τον τόπο στο ευρύτερο ελληνικό κοινό.

Η Λένω έφτασε στο σχολείο – το Σέλτσο όχι
Και εδώ εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδοξο.
Η μνήμη της Λένως Μπότσαρη είχε περάσει από παλιά στο δημοτικό τραγούδι. Το «Της Λένως του Μπότσαρη», που συνδέεται με τα γεγονότα του 1804, περιλαμβάνεται ήδη το 1914 στις Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού του Νικολάου Πολίτη. Έναν αιώνα αργότερα το συναντούμε στο επίσημο Ανθολόγιο της Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού.

Η Λένω Μπότσαρη πέρασε λοιπόν στη σχολική μνήμη. Ο τόπος όμως, το Σέλτσο, δεν πέρασε μαζί της με την ίδια δύναμη.
Το παράδοξο αυτό ίσως μας λέει κάτι ακόμη για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η συλλογική μνήμη. Δεν διατηρεί ολόκληρο το ιστορικό γεγονός με την ίδια ένταση.

Επιλέγει συχνά πρόσωπα, εικόνες και επεισόδια που μπορούν ευκολότερα να μεταδοθούν, να διδαχθούν και να ενταχθούν σε μια ήδη διαμορφωμένη αφήγηση.

Η θεσμική αναγνώριση έρχεται αργά
Οι τοπικές προσπάθειες εντείνονται σταδιακά, η πρόσβαση στη Μονή βελτιώνεται και καθιερώνονται εκδηλώσεις. Η μεγάλη θεσμική αλλαγή, όμως, έρχεται πολύ αργότερα.

Στις 23 Αυγούστου 2016, για πρώτη φορά, Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας επισκέπτεται το Σέλτσο. Ο Προκόπης Παυλόπουλος συμμετέχει στις εκδηλώσεις και αργότερα, στις Πηγές, ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Η ίδια η Προεδρία της Δημοκρατίας χαρακτηρίζει τη Μονή «μνημείο Ελευθερίας».
Στις εκδηλώσεις συμμετέχουν ο Δήμος, η Αδελφότητα Πηγιωτών, μαθητές του Λυκείου Άνω Καλεντίνης και το Μουσικό Σχολείο Άρτας.

Για την Αδελφότητα η επίσκεψη αποτέλεσε σημείο καμπής: για πρώτη φορά η μνήμη του Σέλτσου αποκτά την παρουσία του ανώτατου πολιτειακού θεσμού της χώρας.

Έξι χρόνια αργότερα έρχεται και η θεσμική κατοχύρωση. Το 2022 η 23η Αυγούστου καθιερώνεται ως επίσημη δημόσια εορτή τοπικής σημασίας για τον Δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη, αφιερωμένη στη μνήμη του Ολοκαυτώματος των Σουλιωτών.

1804–2022. Διακόσια δεκαοκτώ χρόνια μέχρι τη θεσμοθέτηση της επετείου.
Η χρονική απόσταση από μόνη της είναι εντυπωσιακή. Και ίσως αποκαλυπτική.
Τα τελευταία χρόνια: η θεσμική συνεργασία αποκτά συνέχεια.

Θα ήταν όμως άδικο να μείνουμε μόνο στην καθυστέρηση. Η εικόνα σήμερα είναι διαφορετική.
Στο κείμενο που μου έστειλε ο Χρήστος Καπερώνης για τις εκδηλώσεις της 23ης Αυγούστου 2026 καταγράφεται πλέον η συνεργασία της Περιφέρειας Ηπείρου, της Περιφερειακής Ενότητας Άρτας, του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη και της Αδελφότητας Πηγιωτών Άρτας.

Αναφέρονται η αναστήλωση των ερειπωμένων κελιών, η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, η ανακατασκευή της στέγης του ναού, η ολοκλήρωση της οδικής πρόσβασης των περίπου 4,5 χιλιομέτρων από τις Πηγές μέχρι τη Μονή και η ηλεκτροδότησή της, με ιδιαίτερη αναφορά στη συμβολή της Περιφέρειας Ηπείρου και του Περιφερειάρχη Αλέξανδρου Καχριμάνη, της Π.Ε. Άρτας και του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Όταν δημιουργείται συντονισμένη θεσμική δράση, τα αποτελέσματα γίνονται ορατά και στον ίδιο τον τόπο. Για πολλές δεκαετίες δρόμος, υποδομές, αποκατάσταση, ηλεκτροδότηση, επίσημες εκδηλώσεις και θεσμοθετημένη επέτειος δεν συνυπήρχαν γύρω από το Σέλτσο. Σήμερα συνυπάρχουν.

Πώς λοιπόν «κατασκευάζεται» ένα σύμβολο;
Στην αρχή δίστασα να χρησιμοποιήσω τη λέξη «κατασκευή», γιατί μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί. Δεν «κατασκευάζεται» βέβαια το ιστορικό γεγονός. Εκείνο που διαμορφώνεται με τον χρόνο είναι η δημόσια εικόνα του και η θέση που καταλαμβάνει στη συλλογική μνήμη.

Η σύγκριση Ζαλόγγου και Σέλτσου είναι αποκαλυπτική. Για να γίνει ένα ιστορικό γεγονός σύμβολο δεν αρκεί να είναι συγκλονιστικό, ούτε να υπάρχουν ιστορικοί που θα το καταγράψουν και άνθρωποι που θα το θυμούνται.

Χρειάζεται ένας μηχανισμός που θα το επαναφέρει συνεχώς: στην εκπαίδευση, στον Τύπο, στη λογοτεχνία, στην εικόνα, στο τραγούδι, στις τελετές, στα μνημεία και στον δημόσιο λόγο. Και χρειάζονται θεσμοί που θα δώσουν σε αυτή τη διαδικασία διάρκεια.

Το Ζάλογγο απέκτησε νωρίς έναν τέτοιο μηχανισμό. Στο Σέλτσο, αντίθετα, υπήρχαν η ιστορική καταγραφή, η ζωντανή τοπική μνήμη, το ενδιαφέρον των απογόνων των Μποτσαραίων και επίμονες προσωπικές και τοπικές πρωτοβουλίες. Αυτό που άργησε να εμφανιστεί ήταν η σύνδεσή τους με έναν σταθερό θεσμικό μηχανισμό που θα έδινε στη μνήμη του Σέλτσου διάρκεια και πανελλήνια εμβέλεια.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να μιλήσουμε για «αδιαφορία» ούτε να αναζητήσουμε ευθύνες που δεν μπορούμε να τεκμηριώσουμε. Η διαφορετική διαδρομή των δύο τόπων φαίνεται από μόνη της.

Ήταν τελικά «άγνωστο» το Σέλτσο;
Μετά από αυτή την έρευνα, δεν είμαι βέβαιη ότι θα χρησιμοποιούσα πλέον τη λέξη «άγνωστο» χωρίς διευκρίνιση.
Το Σέλτσο δεν ήταν άγνωστο στους ιστορικούς, στους ανθρώπους των Πηγών και της Αργιθέας, στους απογόνους των Μποτσαραίων ή σε όσους έγραψαν γι’ αυτό. Δεν ήταν καν απόν από την εθνική μνημειακή γλώσσα: το 1957 βρισκόταν ήδη χαραγμένο στον Κήπο των Ηρώων του Μεσολογγίου.

Εκείνο που δεν είχε καταφέρει ήταν κάτι διαφορετικό: να μετατραπεί από ιστορικά γνωστό γεγονός σε ευρέως αναγνωρίσιμο εθνικό σύμβολο.

Στην αρχή της έρευνας το ερώτημά μου ήταν: «Γιατί ξεχάστηκε το Σέλτσο;» Τώρα θα το διατύπωνα διαφορετικά: γιατί ένα ιστορικό γεγονός που δεν είχε ξεχαστεί δεν κατόρθωσε επί τόσο μεγάλο διάστημα να αποκτήσει την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη με το Ζάλογγο;

Η απάντηση ασφαλώς δεν είναι μία. Η έρευνα όμως δείχνει ότι τα ιστορικά σύμβολα δεν γεννιούνται μόνο από τη δύναμη των γεγονότων. Χρειάζονται ανθρώπους που θα τα θυμηθούν και θα γράψουν γι’ αυτά, αλλά και θεσμούς που θα εξασφαλίσουν τη διάδοση και τη διάρκεια της μνήμης τους.

Το Σέλτσο είχε για πολύ καιρό τους πρώτους. Άργησε πολύ να αποκτήσει τους δεύτερους.
Και ίσως γι’ αυτό η φράση της Αδελφότητας Πηγιωτών για το 2026 παραμένει επίκαιρη: η θυσία του Σέλτσου εξακολουθεί να είναι «άγνωστη ακόμη και σήμερα σε πολλούς».

Η περίπτωση του Σέλτσου, όμως, φαίνεται να ξεπερνά τελικά τα όρια αυτής της έρευνας. Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται συχνά στην Άρτα το ερώτημα γιατί ένας τόπος με τόσο πλούσια ιστορία και τόσα σημαντικά μνημεία δεν κατόρθωσε να τα μετατρέψει με την ίδια επιτυχία σε ευρύτερη ιστορική και τουριστική αναγνωρισιμότητα.

Το Σέλτσο δεν δίνει βέβαια από μόνο του την απάντηση. Δείχνει όμως πόσο σημαντική είναι η απόσταση ανάμεσα στο να διαθέτει ένας τόπος ιστορία και στο να κατορθώνει να την κάνει γνωστή πέρα από τα όριά του.
Ίσως λοιπόν η διαδρομή του από την τοπική στην πανελλήνια μνήμη να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί.