
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κυρία Μαρία Καρυστιανού αναδείχθηκε στη δημόσια σφαίρα μέσα από την τραγωδία των Τεμπών, ένα γεγονός που συγκλόνισε βαθιά την ελληνική κοινωνία και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.
Η παρουσία της συνδέθηκε με έναν αγώνα για δικαιοσύνη, έναν αγώνα που αρχικά αγκαλιάστηκε από την κοινωνία ως αυθεντικός και αδιαπραγμάτευτος.
Ωστόσο, από ένα σημείο και μετά, η εικόνα αυτή άρχισε να μεταβάλλεται. Για ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης, η ταύτιση με το τραγικό γεγονός δεν αρκεί για να θεμελιώσει πολιτική παρουσία. Η μετάβαση από το σύμβολο στην πολιτική πράξη αποδεικνύεται δύσκολη και, μέχρι στιγμής, όχι ιδιαίτερα πειστική.
Το πρώτο που αναδεικνύεται είναι μια εμφανής οργανωτική αδυναμία. Ένα εγχείρημα που παρουσιάστηκε με υψηλές προσδοκίες φαίνεται να σκοντάφτει στα βασικά.
Καθυστερήσεις στη συγκρότηση, δυσκολία στελέχωσης, αποσπασματικές παρεμβάσεις χωρίς συνέχεια. Σε έναν πολιτικό χώρο που ήδη χαρακτηρίζεται από υπερπροσφορά σχημάτων και προσώπων, τέτοιες αδυναμίες δεν περνούν απαρατήρητες. Αντιθέτως, ενισχύουν την αμφιβολία για το αν πρόκειται για κάτι συγκροτημένο ή για μια προσπάθεια που στηρίζεται κυρίως στο συναισθηματικό φορτίο της συγκυρίας.
Παράλληλα, η αρχική δυναμική που φάνηκε να δημιουργείται , κυρίως λόγω της έντονης συγκίνησης που προκάλεσε η τραγωδία , δείχνει να υποχωρεί. Η κοινωνική οργή, όσο ισχυρή κι αν είναι, έχει ημερομηνία λήξης όταν δεν μεταφράζεται σε σαφές πολιτικό σχέδιο. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε συμβολισμούς.
Ζητούν προτάσεις, σχέδιο και ρεαλιστικές απαντήσεις. Και όταν αυτά δεν έρχονται, η στήριξη σταδιακά αποδυναμώνεται.
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το ζήτημα της πολιτικής επάρκειας. Οι δημόσιες τοποθετήσεις συχνά δεν καταφέρνουν να καλύψουν το εύρος των προβλημάτων που απασχολούν την κοινωνία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, δίνουν την εντύπωση προχειρότητας ή έλλειψης βάθους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο καμπής.
Η αξιοπιστία δεν οικοδομείται μόνο πάνω σε ένα δίκαιο αίτημα, αλλά στην ικανότητα να αρθρώνεις συνολικό πολιτικό λόγο.
Όμως το πιο ουσιαστικό ζήτημα δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή σε μια πολιτική πρωτοβουλία. Αγγίζει κάτι βαθύτερο.
Το πολιτικό παιχνίδι που στήθηκε γύρω από την ίδια την τραγωδία των Τεμπών.
Από την πρώτη στιγμή, το δυστύχημα δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως μια εθνική τραγωδία που απαιτεί διαφάνεια, απόδοση ευθυνών και θεσμικές τομές. Πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κυβέρνηση και αντιπολίτευση επιδόθηκαν σε έναν αγώνα ερμηνειών, ευθυνών και εντυπώσεων, με την ουσία να κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον θόρυβο.
Από τη μία πλευρά, υπήρξε η προσπάθεια περιορισμού του πολιτικού κόστους και διαχείρισης της κρίσης.
Από την άλλη, η αξιοποίηση της τραγωδίας ως εργαλείο πίεσης και απονομιμοποίησης.
Και κάπου ανάμεσα, η κοινωνία παρακολουθούσε μια αντιπαράθεση που συχνά έμοιαζε να απομακρύνεται από το βασικό ζητούμενο.
ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.
Σε αυτό το περιβάλλον, δεν άργησαν να εμφανιστούν οι πρωτοβουλίες που επιχείρησαν να μετατρέψουν το ηθικό και συμβολικό φορτίο της τραγωδίας σε πολιτικό κεφάλαιο. Εκεί όμως βρίσκεται και η λεπτή γραμμή. Όταν ένα συλλογικό τραύμα αρχίζει να εντάσσεται σε κομματικές στρατηγικές, δημιουργείται εύλογα καχυποψία. Η κοινωνία είναι πιο ώριμη απ’ όσο συχνά υπολογίζεται.
Αντιλαμβάνεται πότε ένα αίτημα παραμένει αυθεντικό και πότε κινδυνεύει να εργαλειοποιηθεί.
Η διεκδίκηση δικαιοσύνης για τα Τέμπη υπήρξε και παραμένει ένα καθαρό και ισχυρό αίτημα. Όμως όταν αυτό το αίτημα μετατοπίζεται και συνδέεται άμεσα με πολιτικές φιλοδοξίες, τότε η εικόνα αλλάζει. Όχι απαραίτητα γιατί αμφισβητείται η πρόθεση, αλλά γιατί αλλοιώνεται η αίσθηση του κοινού σκοπού.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Μπορεί μια τραγωδία να αποτελέσει αφετηρία πολιτικής δράσης χωρίς να υπονομεύεται η ηθική της διάσταση;
Μπορεί η οργή να μετασχηματιστεί σε δημιουργική πολιτική πρόταση χωρίς να εκφυλιστεί σε εργαλείο αντιπαράθεσης;
Ήρθε, όμως, η ώρα της δικαιοσύνης. Μιας δικαιοσύνης που καλείται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, πέρα από πιέσεις, σκοπιμότητες και πολιτικά παιχνίδια.
Μιας δικαιοσύνης που, παρά τις αδυναμίες και τις χρόνιες παθογένειες της, οφείλει να αποδώσει το περί δικαίου αίσθημα και να επαναφέρει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Γιατί αν χαθεί και αυτός ο πυλώνας της δημοκρατίας, τότε το τραύμα δεν θα αφορά μόνο μια τραγωδία. Θα αφορά την ίδια τη λειτουργία του κράτους και τη σχέση του με την κοινωνία.
ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΑΝ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΕΚΕΙ…
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών