«Το Μουχούστ»

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Εκείνα τα παλιογόμαρα και τα παλιομούλαρα άμα δεν τα έτρωγε η σάρα στο βουνό μετά την Ανάληψη, θα μοσχοπουλιούνταν στο παζάρ’ στην Άρτα, το Σεπτέμβριο στο Μουχούστ. Θα πουλιούνταν ή θα ανταλλάσσονταν με άλλα καλύτερης κατάστασης αφού «το κοντέρ τους θα έγραφε λιγότερα χιλιόμετρα» και επομένως ήταν ικανά να ανταποκριθούν στις δύσκολες εργασίες που τα περίμεναν…. Αυτό θα το λέγαμε σήμερα. Όλοι περίμεναν «το Μουχούστ». Άλλοι να αγοράσουν τίποτε παπ’τσάκια στα παιδιά τους, να τα ποδέσουν κι άλλοι να δώσουν τα ζωντανά ή να αγοράσουν άλλα. Σκέψεις και επιθυμίες υλοποιούνταν εκεί στο ποτάμι. Μέρες ολόκληρες μέχρι να οριστικοποιηθεί η σεμπριά…

Ήταν η χρονιά που είχα καβαλήσει τα δεκατέσσερα και ψωμωμένο παιδί καθώς ήμουν ακολουθούσα τους χωριανούς μου σ’ όλες τις δουλειές. Μεταφορές με δικό μου μεταφορικό μέσον, εργασίες στην οικοδομή και πάσης φύσεως αγροτικές εργασίες. Κόψιμο τριφυλλιού, μάζεμα καλαμποκιών κλπ. Σε όλα μπροστά ήμουν, αφού είχα γλυκαθεί με το χαρτζιλίκωμα. Στα πανηγύρια είχα λοταρία. Έτρωγα το κυνηγητό της αρκούδας από την εξουσία, ενίοτε και κάτι χαστούκια που «μου έφευγε το τσερβέλο», αλλά εγώ σταθερός στο βιοποριστικό – τυχάρπαστο ας πούμε επάγγελμα. Και τον Σεπτέμβριο είχα το κομπόδεμα. Κι αυτό προορίζονταν για το Μουχούστ στην Άρτα. Μία και μοναδική επίσκεψη στο «γύρο του θανάτου» και τα υπόλοιπα στις όποιες εμπορικές μου συναλλαγές.
Ήταν η χρονιά που όλα είχαν πάει καλά. Και το κομπόδεμα καλό και -το σπουδαιότερο- οι χωριανοί αγωγιάτες με αναγνώρισαν και μένα τρόπον τινά ως επαγγελματία-μεταφορέα. Με τον Κυριάκο(το μουλάρι) και τον Μήτσο (το γαϊδούρι) είχα μεταφέρει όλο το χωριό. Αυτό σήμαινε πως θα με έπαιρναν στην Άρτα στο Μουχούστ. «Αμπήδαγα απ’ τη χαρά μου». Χίλια δυο όνειρα, φαντασιώσεις αμέτρητες, και αμηχανία ατέλειωτη. Ούτε που μού πέρασε από το μυαλό πού και πώς θα κοιμόμουν. Εγώ, ένα ήθελα. Να πάω στο Μουχούστ. Είναι αλήθεια πως η μάνα μου αντέδρασε χαρακτηριστικά και μού απαγόρευσε να σκέφτομαι κάτι τέτοιο. Ήξερε όμως τον χαρακτήρα μου (γκτσούπ αληθινό) και στο τέλος ενέδωσε αφού πήρε υπόσχεση από κάνα δυο τρεις χωριανούς ότι θα με πρόσεχαν. Πήρα και παραγγελίες. Σώβρακα για μένα γιατί με είχαν κατασκίσει εκείνες οι μπακούλες από την Ούντρα που η μάνα μου τα έφτιαχνε εσώρουχα, ο παππούς καπνοσάκουλα, γιατί είχε χαλάσει η άλλη και η γιαγιά μου ζήτησε ένα θυμιατήρι! Τα σημείωσα…

Φύγαμε απόγευμα και υπολόγιζαν ότι το πρωί θα ήμασταν στην Άρτα. Κάμποσοι χωριανοί, κάμποσα ζωντανά φορτωμένα σε καμιά δεκαπενταριά μουλάρια, άλογα και δυο γαϊδούρια. Το ένα ήταν το δικό μου. Ο Μήτσος. Περάσαμε όλα τα μονοπάτια δίπλα από τον Άραχθο και όλες τις γιδόστρατες όλη τη νύχτα και φτάσαμε αποκαρωμένοι το πρωί στην Άρτα. Δέσαμε τα άλογα κι εγώ έμεινα εκεί – φύλακας. Οι άλλοι πήγαν για δουλειές στο Μονοπλιό. Γύρισαν κάποια στιγμή και μου έφεραν ψωμοτύρι. Το απόγευμα άρχισε η κίνηση και οι διαπραγματεύσεις. Οι δικοί μου, μού είχαν πει να μην βιάζομαι. Την τρίτη ημέρα θα γίνουν οι συναλλαγές. Ψάχναμε, ψάχναμε…
Πέρασαν οι μέρες, άλλη ιστορία, έγιναν οι συναλλαγές. Εγώ έδωσα τον Μήτσο και πήρα συνεταιρικά με έναν χωριανό ένα μουλάρι, καλό. Το πήραμε συνεταιρικά γιατί ήταν ακριβό. Τα έβγαλε όμως τα λεφτά του. Το μεσημέρι της τρίτης ημέρας ξεκινήσαμε για το χωριό. Τα μουλάρια ήταν όλα φορτωμένα με καλαμπόκι. Δεν ήμουν και τόσο ενθουσιασμένος από αυτή την εμπειρία, αλλά δεν είχα και περιθώρια να σκεφτώ σε όλη τη διαδρομή. «Τα μάτια δεκατέσσερα μη σαρ’στούν τα μουλάρια σε κανένα μονοπάτ’ και τσακιστούν» ήταν η εντολή του επικεφαλής. Ένας από μπροστά κι ένας από πίσω. Ένας τραβούσε κι ο άλλος… με τη βίτσα.

Χαράματα φτάσαμε σε συνοικισμό του χωριού. Τέσσερα χιλιόμετρα έξω από το χωριό. Ακούσαμε μουσική στο καφενείο. Έπαιζαν κλαρίνα. Είχαν ξεπέσει από έναν γάμο και έστησαν χορό στο καφενείο. Μοσχομύρισε ακουστικά η λουλουδιασμένη ιτιά. Καθίσαμε όλοι να πιούμε κάτι. Οι μεγάλοι το τσίπουρό τους. Πιες ένα, πιες δύο έγιναν εκατόν δύο… Κι άρχισαν το χορό. Έπρεπε όμως να πληρώσουν τα όργανα. Πόσο να «βαρέσουν» κι αυτοί τζάμπα. Μετρητά δεν υπήρχαν. Και βρήκαν λύση. Μοίραζαν το καλαμπόκι. Κέρναγαν τα όργανα με δέκα και οι μερακλήδες με είκοσι απλόχερα καλαμπόκι. Κάποια στιγμή διαπιστώσαμε πως έμεινε το μισό… Το μισό πήγαμε στο χωριό. Μεγάλη αλήθεια η ζημιά, αλλά ήταν πολύ ωραίο το πανηγυράκι. Το γλεντήσαμε για τα καλά με καλαμπόκι…

Προτεινόμενα για εσάς