
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος
«Λεφτά δεν έχετε, αλλά οι καφετέριες είναι γεμάτες».
«Γκρινιάζετε για την οικονομία, αλλά όλοι έχετε iPhone και πάτε ταξίδια».
Είναι – ίσως – η πιο συνηθισμένη κριτική που ακούει σήμερα η γενιά των millennials, η γενιά δηλαδή που γεννήθηκε περίπου από το 1981 ως το 1996. Μόνο που πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που έζησαν οι προηγούμενες γενιές.
Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι αν δουλέψουμε σκληρά, αν σπουδάσουμε, αν εξελιχθούμε επαγγελματικά, θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε κάτι σταθερό για το μέλλον μας. Αντί γι’ αυτό, βρεθήκαμε να ενηλικιωνόμαστε μέσα στην οικονομική κρίση, να περνάμε μνημόνια, πανδημία, ακρίβεια και τελικά μια στεγαστική κρίση που κάνει ακόμη και την αγορά μιας μικρής κατοικίας να μοιάζει άπιαστο όνειρο.
Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, ενώ το κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς. Ένα τεράστιο μέρος του εισοδήματος χάνεται πλέον μόνο για τα απολύτως βασικά: ενοίκιο, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ, καύσιμα. Για πολλούς νέους ανθρώπους, ο μισθός τελειώνει πριν καν τελειώσει ο μήνας.
Και την ίδια στιγμή, η αγορά κατοικίας απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο. Οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν, τα ενοίκια θυμίζουν μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού, ενώ η πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Στην πράξη, οι τράπεζες δανείζουν κυρίως όσους διαθέτουν ήδη υψηλά εισοδήματα, σημαντικές εγγυήσεις ή οικογενειακή περιουσία. Για έναν μέσο νέο εργαζόμενο, η ιδέα αγοράς κατοικίας μοιάζει περισσότερο με θεωρητική πιθανότητα παρά με πραγματικό σχέδιο ζωής.
Για τις προηγούμενες γενιές, τα «σπίτια, αμάξια και εξοχικά» μπορεί να ήταν στόχοι ζωής δύσκολοι αλλά εφικτοί. Για πολλούς millennials σήμερα, μοιάζουν περισσότερο με εικόνες μιας άλλης εποχής.
Η κατάσταση δεν αφορά μόνο τους μισθωτούς. Χιλιάδες νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον υψηλής φορολογίας, ασφαλιστικών εισφορών και αυξημένων λειτουργικών εξόδων.
Εργάζονται ασταμάτητα, συχνά χωρίς ωράριο και χωρίς πραγματική οικονομική ασφάλεια, απλώς για να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους. Η δυνατότητα αποταμίευσης ή επένδυσης στο μέλλον έχει σχεδόν εξαλειφθεί.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, πολλοί αναρωτιούνται γιατί οι νέοι εξακολουθούν να ξοδεύουν χρήματα σε ταξίδια, κινητά τηλέφωνα ή μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας. Η απάντηση όμως είναι ίσως πιο απλή απ’ όσο φαίνεται.
Όταν η αγορά ενός σπιτιού μοιάζει ανέφικτη, όταν η δημιουργία οικονομικής σταθερότητας φαντάζει όλο και πιο μακρινή, τότε αλλάζει και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε το χρήμα.
Πολλοί από εμάς στρεφόμαστε σε μικρότερες, άμεσα εφικτές χαρές. Ένα ταξίδι λίγων ημερών. Ένα καλό κινητό. Μια έξοδος με φίλους. Όχι επειδή ζούμε πλουσιοπάροχα, αλλά επειδή αυτά είναι τα μοναδικά πράγματα που μπορούμε ακόμη να κατακτήσουμε.
Η ίδια ανασφάλεια επηρεάζει πλέον και τη δημιουργία οικογένειας. Η δυσκολία απόκτησης κατοικίας, οι χαμηλοί μισθοί και η αίσθηση ότι «το μέλλον δεν βγαίνει» οδηγούν ολοένα και περισσότερους νέους ανθρώπους στο να καθυστερούν ή ακόμη και να εγκαταλείπουν την προοπτική παιδιών. Δεν είναι απλώς αλλαγή νοοτροπίας, όπως συχνά παρουσιάζεται. Είναι και οικονομική αδυναμία.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη κοινωνική αντίφαση της εποχής μας. Η γενιά που κατηγορείται συχνά ως «κακομαθημένη» ή «ανώριμη» είναι στην πραγματικότητα η πρώτη μετά από πολλές δεκαετίες που αισθάνεται ότι, όσο και αν δουλέψει, δύσκολα θα ζήσει καλύτερα από τους γονείς της.
Και όσο όλα αυτά αντιμετωπίζονται ως μια “φυσιολογική” κατάσταση της εποχής, τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στις γενιές. Κάποια στιγμή, λοιπόν, η συζήτηση θα πρέπει να περάσει από τη διαπίστωση στην ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.
Γιατί χωρίς πραγματικές παρεμβάσεις στη στέγαση, στους μισθούς, στη φορολογία και στην πρόσβαση των νέων ανθρώπων στην οικονομική ζωή, η ανασφάλεια κινδυνεύει να γίνει το μόνιμο χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης γενιάς.