
Ανορθογραφίες (το μετείκασμα ως ψευδαίσθηση)
Του Βαγγέλη Σακέλλιου, Δικηγόρου
«…Όταν οι ποιητές ξυπνούν τα πρωινά
πεθαίνουν αυτομάτως.
Σε σώματα ανύποπτα
μεταθανάτιοι εισέρχονται.
Καριέρες μυθικές, με ήθος
πειρατεύουν…»
Στάθης Γουργουρής, Αυτοχθονίες
Ι)Την Hannah Arendt. Αυτή θυμόμουν, αυτή σκεφτόμουν όσο πλησίαζα στο Αuschwitz. Σκεφτόμουν «τον Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ», ως ταυτοτική «κοινοτοπία του κακού». Αυτά μέχρι να φτάσω, μέχρι να δω δηλαδή από κοντά την όμορφη κατοικία του διοικητή του στρατοπέδου Ρούντολφ Ες, με έναν εξίσου πανέμορφο κήπο, δίπλα ακριβώς, λες και είναι μεσοτοιχία, με το στρατόπεδο. Εκεί δηλαδή που ο διοικητής του Άουσβιτς Rudolf Hoss με την σύζυγό του Ηedwig και τα παιδιά τους έφτιαξαν μια ονειρεμένη ζωή, κινηματογραφημένη εξαίσια από τον Jonathan Clazer. Η «Ζώνη ενδιαφέροντος», με εμβληματική την φωτογραφία αυτού του σπιτιού, δίκαια και αναμενόμενα κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών το 2023. Η ταινία θεωρήθηκε ως «αντι-δράμα του Ολοκαυτώματος», μια εφιαλτική ματιά στο επέκεινα, ασπρόμαυρη σεκάνς όπου η πολυχρωμία της ζωής συναντιέται (;) με το δράμα ενός αμείλικτου αφανισμού.
Το Αuschwitz, όπως και το διπλανό του Birkenau, δεν τα επισκέπτεσαι, δεν τα ξεναγείσαι ως «μουσεία». Τα βιώνεις ως μνήμη, μια μνήμη αιμάσσουσα. Τα γνωρίζεις με τις αισθήσεις σου μέσα από την μυσταγωγία μιας θνήσκουσας , μα ακόμα ανθεκτικής μνήμης. Τα αφουγκράζεσαι ως ρυθμό του έσω βίου, ενός βίου πότε πλάνητα και πότε ανέστιου. Τα ψηλαφείς μέχρι να διακρίνεις πως δίπλα στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας, της Ρόδου, της Κω, των Ιωαννίνων ήταν κι αυτοί από την Άρτα, αφανισμένοι όπως οι περισσότεροι.
Αντικρίζεις, στην ανεπιτήδευτη μουσειακή τους εκδοχή, σπαράγματα της κάποτε ζωής, ρουχαλάκια μικρών παιδιών, παπουτσάκια, χιλιάδες μικρά παπουτσάκια που σχηματίζουν σωρό, δίπλα σε άλλον σωρό, κι έπειτα δίπλα σε άλλο σωρό. Και βαλίτσες, χιλιάδες στον σωρό βαλίτσες, με εκείνους τους αριθμούς πάνω τους που μάταια θα περίμεναν τον ταξιδιώτη εκείνων των τραίνων πάνω στις ράγες που εσύ σήμερα περπατάς, άλλοτε από περιέργεια κι άλλοτε για να μάθεις , να θυμηθείς.
Την Ελλάδα, με τους 56.000 Εβραίους της στο Άουσβιτς , την «συναντάς» κι αλλού. Την ανακαλύπτεις και στο μοναδικό χειρόγραφο ενός Νοεμβρίου του 1944, ενός Μαρσέλ Νατζαρή, ενός Εβραίου που ξεκίνησε από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και «…μετά δέκα ημέρας ταξειδίου τη 11 Απριλίου φθάσαμε στο Άουσβιτς όπου μας μετέφεραν στο στρατόπεδο του Μπιρκενάου…»
Αυτός ο Μαρσέλ Νατζαρή όσο μπορεί καταγράφει : «…είναι ένα μεγάλω κτήριο με ένα φαρδύ φουγάρω με 15 (δέκα πέντε) φούρνους… Από κάτω από έναν κήπο είναι δύο μεγάλοι υπόγειοι θάλαμοι απέραντοι. Ο ένας χρεισιμεύη για να γίνεται το γδύσιμο και ο δε έτερος ο θάλαμος του θανάτου όπου ο κόσμος μπαίνη γυμνός και μετά που συμλπηρώνονται περίπου 3.000 άτομα κλείνεται και τους Γκαζέρουν όπου μετά 6-7 λεπτά μαρτυρίου παραδίδουν το πνεύμα. Η δουλειά μας αποτελείτω πρώτον να τους υποδεχθούμε. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν την τύχη τους. Γελούσαν ή έκλαιγαν…»
Το χειρόγραφο του Μαρσέλ Νατζαρή , γραμμένο στις 3 Νοεμβρίου 1944 χρωστάει την ύπαρξη του σένα μπουκάλι «θερμός» καταχωνιασμένο σε μια τσάντα. Το αποκατέστησαν και το ανασύνθεσαν όταν το βρήκαν κάπου θαμμένο, την δεκαετία του ’80.
Η μαρτυρία του Νατζαρή (και το χειρόγραφό του) είναι η μόνη (παράλληλα και) Ελληνική που βρίσκεις ανάμεσα στις εκδόσεις Αuschwitz-Birkenau State Museum, ως «Marcel Nadjaris Manuscript November 3, 1944.
Κι εκεί σιωπάς. Ξαναπιάνεις το νήμα, αν μπορείς, στην Βασιλική της Παναγίας, εκεί που ακούς και αφήνεσαι, στο «Αve Μαrία».
2)Φίλη καλή που χρόνια τώρα ασκεί δικηγορία στο Σίτι μου πρωτομίλησε για τον Κόου. Αυτή μου χάρισε το πρώτο του βιβλίο που διάβασα. Είχε τον πιασάρικο και παιγνιώδη τίτλο «Τι ωραίο πλιάτσικο!», μια κυνική αποτύπωση της Θατσερικής Αγγλίας. Αυτή, δηλαδή, που συναντάμε και στα υπόλοιπα βιβλία του. Ο Τζόναθαν Κόου είναι για την Αγγλία ο,τι ακριβώς ο Φίλιπ Ροθ για την Αμερική, ήγουν˙ ένας αξιόπιστος και κυνικός παλμογράφος μιας εποχής που μοιάζει με παγετώνα. Η «Μέση Αγγλία», «Η λέσχη των τιποτένιων», «Ο κλειστός κύκλος», για να αρκεστούμε σε κάποιους τίτλους, ανατέμνουν την Θατσερική Αγγλία, την κυρίαρχη ιδεολογία του Brexit, τα μικροαστικά αδιέξοδα σε μια χώρα βαθιά διαιρεμένη.
Όλος αυτός ο κόσμος, θρυμματισμένος, αδιέξοδος, σιωπηλός μέσα στις ανέξοδες κραυγές του συναντιέται με τον κόσμο μιας άλλης Αγγλίδας, της ταλαντούχου Μπέθ Στηλ, που μας μυεί «Μέχρι να σβήσουν τα’ άστρα». Αυτό το έργο επέλεξε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» για να ξετυλίξει αθόρυβα μια ιστορία απλών και καθημερινών ανθρώπων, μιας απλής και καθημερινής οικογένειας της απισχνασμένης εργατικής τάξης της Αγγλίας.
Είναι η γενιά της εποχής της Θάτσερ που συναντιέται με την άλλη γενιά, αυτή της εποχής του Μπλερ αλλά και των μεγάλων ανισοτήτων.
Κι είναι αλήθεια πως η ακριβέστερη αποτύπωση (και αποτίμηση) μιας εποχής ξεδιπλώνεται ενοχικά στις μαζώξεις μιας οικογένειας, είτε για να γιορτάσουν είτε για να πενθήσουν. Οι παλιοί κουβαλούν τα τραύματα σαν ανοικτές πληγές, όταν αυτές ανοίχτηκαν στην απεργία των μεταλλωρύχων και στο κλείσιμο των ορυχείων. Όταν, δηλαδή, ο Θατσερισμός από Πολιτική γίνονταν βίωμα, ένα βίωμα τραυματικό που σε τράνταζε στον ύπνο σου, ένας ύπνος που γίνονταν εφιάλτης, φτώχεια και ανέχεια.
Η προ του Brexit εποχή δημιούργησε την ψευδαίσθηση του συνανήκειν, απελευθέρωσε δυνάμεις και συνειδήσεις, έδειξε τις ρυτίδες της Γηραιάς Αλβιώνος που επέμενε στις χαμένες φυτείες των αποικιών και στην (παντοντινή) αίγλη του Στέμματος και του εξαιρετισμού.
Μέσα σαυτό το περιβάλλον ο Θεοδωρόπουλος απογύμνωσε ανελέητα, ανερυθρίαστα, μια οικογένεια από τα ψιμύθια που αυτάρεσκα κουβαλούσε. Τα κουβαλούσε σαν κρίματα, σαν ένοχα μυστικά, σαν απιστία, σαν προδοσία. Τα κουβαλούσε ως απόγονος του πιο κυνικού Θατσερισμού, αυτού δηλαδή που μισούσε τον Πολωνό άντρα της μικρότερης, της πιο αθώας αδελφής, της Σύλβιας, που γνώρισε, ερωτεύτηκε και τελικά παντρεύτηκε τον Μάρεκ, έναν Πολωνό μετανάστη.
Όταν η αλήθεια φανερώνεται οι μύθοι καταρρέουν, η εικόνα θαμπώνει, λίγο πολύ όλοι νοιώθουν και είναι ηττημένοι.
Η Στηλ, παιδί ανθρακωρύχου και η ίδια, χώρεσε σένα σαλόνι, χώρεσε σε μια καθημαγμένη οικογένεια, με μυστικά και ψέματα, τις ψευδαισθήσεις και τις προσδοκίες μιας ζωής. Ζωή αφτιασίδωτη, με ρωγμές, τόσο κοντινή, τόσο οικεία.
3)Πρόκειται για ανθρώπους που εκτιμώ, για τους ίδιους αλλά και για τόσο διαφορετικούς λόγους. Για ανθρώπους με το χάρισμα της γραφής, της χαμηλόφωνης παρουσίας και της αίσθησης του έσω βίου, που χρόνια τώρα με τιμούν με την φιλία τους.
Τελευταίο, αλλά όχι ύστατο, αντίδωρο τα λόγια και οι σκέψεις τους, αφυπνίσεις ευφρόσυνες, αποστάγματα χαρμολύπης σε έναν έναστρο ουρανό.
Ο ψυχίατρος Νίκος Μπιλανάκης και ο κλασσικός φιλόλογος Βασίλης Τάτσης ψηλαφούν ιστορίες και δαμάζουν λέξεις, λες από απόγνωση , λες από πείσμα.
Το πρώτο βιβλίο με τον κυριολεκτικό τίτλο του «Στον Ψυχίατρο» γράφτηκε «…από έναν άνθρωπο που για δεκάδες χρόνια δούλεψε με ανθρώπους με τσακισμένα μυαλά και πολλές φορές αναρωτήθηκε…»
Σαυτή την λέξη σκόνταψα, «τσακισμένα μυαλά», δηλαδή σαυτούς που ο συγγραφέας προσλαμβάνει ως «ανήμπορους».
Απ’ την άλλη , «είναι Άνθρωποι οι λέξεις» ψιθυρίζει ο γραφιάς και σκαπανέας των λέξεων, αυτός που πολλές μαύρες νύχτες δυνάστευσαν τη ζωή του. Αυτές οι λέξεις είναι το δοξαστικό του ανθρώπου, μελαγχολικές υπομνήσεις που, ερήμην τους ίσως, ομνύουν στη χαρά της ζωής.
Ωστόσο, για τους αθέατους κόσμους του Μπιλανάκη της συμπερίληψης και τα νεύματα απόγνωσης του Τάτση της ενσυναίσθησης θα στοχαστούμε. Και θα αποδώσουμε το αντίδωρο όπως τους πρέπει και τους αξίζει.