ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΟΓΕΡΑ ΣΤΟ ΚΛΑΡΙΝΟ

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας των πανηγυριών. Με αφορμή αυτή τη ζωντανή παράδοση, τα τρία άρθρα που θα δημοσιευθούν αυτόν τον μήνα είναι αφιερωμένα στη δημοτική μουσική της Άρτας: στην ιστορία της, στους ανθρώπους που τη διατήρησαν ζωντανή και στον κόσμο των παλιών πανηγυριών που τη φιλοξένησαν.

Η δημοτική μουσική στην περιοχή της Άρτας

Στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ο Άγγλος περιηγητής William Martin Leake ταξίδευε στην Ήπειρο, κατέγραψε και μερικές από τις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες που διαθέτουμε για τη μουσική στην περιοχή των Τζουμέρκων. Οι αναφορές του είναι σύντομες, αλλά μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια σπάνια ματιά στον μουσικό κόσμο μιας εποχής για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα.

Σε μία από αυτές περιγράφει μια ομάδα λαϊκών μουσικών με δύο νταούλια, δύο βιολιά, δύο ζουρνάδες και πνευστά όργανα, ένα από τα οποία δεν κατάφερε να αναγνωρίσει. Ο ίδιος, εξοικειωμένος με διαφορετικά μουσικά ακούσματα, δεν φαίνεται να εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από το τραγούδι τους. Για εμάς, όμως, η αξία της μαρτυρίας του βρίσκεται αλλού. Μας δείχνει ότι στις αρχές του 19ου αιώνα το μουσικό τοπίο της περιοχής ήταν αρκετά διαφορετικό από εκείνο που αργότερα θα κυριαρχούσε στα πανηγύρια και στα γλέντια.

Το κλαρίνο, το όργανο που σήμερα θεωρούμε σχεδόν ταυτόσημο με τη δημοτική μουσική της Ηπείρου, δεν είχε ακόμη πάρει τη θέση του στις τοπικές κομπανίες. Στον ορεινό χώρο κυριαρχούσαν παλαιότερα πνευστά όργανα, στενά συνδεδεμένα με την ποιμενική ζωή, όπως η φλογέρα και η τζαμάρα.

Φλογέρα και τζαμάρα – οι ήχοι των βουνών

Πριν από την επικράτηση του κλαρίνου, σημαντική θέση στη μουσική ζωή της ορεινής Άρτας κατείχαν τα ποιμενικά πνευστά. Η φλογέρα ήταν στενά δεμένη με τη ζωή των κτηνοτρόφων και συνόδευε τις μοναχικές ώρες στα θερινά βοσκοτόπια. Ο Leake αναφέρεται ιδιαίτερα στις φλογέρες των βοσκών των Τζουμέρκων και σημειώνει ότι ορισμένες κατασκευάζονταν ακόμη και από τα οστά μεγάλων πτηνών.

Στον ίδιο μουσικό κόσμο ανήκε και η τζαμάρα, ένα μακρύ πνευστό που κατασκευαζόταν από τους ίδιους τους οργανοπαίχτες, αρχικά από ξύλο και αργότερα ακόμη και από μεταλλικούς σωλήνες. Δεν ήταν όργανο της οργανωμένης κομπανίας με τη σημερινή έννοια. Ανήκε περισσότερο στον μοναχικό μουσικό, στον βοσκό και στο ορεινό τοπίο.

Η τζαμάρα είχε αφήσει το ίχνος της και στην τοπική προφορική παράδοση. Τη θυμάμαι ακόμη σε ένα παλιό σκωπτικό αποκριάτικο δίστιχο που τραγουδιόταν στα καρναβάλια της Άρτας:

«Πέντε έξι βλαχοπούλες, ορθές κατούραγαν,
κι είχαν και μια τζαμάρα και γκαβοσούραγαν»,

με το τελευταίο ρήμα να περιγράφει το άτεχνο παίξιμο του οργάνου.

Με τη φλογέρα και την τζαμάρα συνδέθηκε και ο σκάρος, η ελεύθερη αυτοσχεδιαστική μελωδία του ποιμενικού κόσμου. Η ίδια η λέξη, που σημαίνει τη νυχτερινή βοσκή, παραπέμπει στο κτηνοτροφικό περιβάλλον και ιδιαίτερα στους Βλάχους, ενώ η μουσική του δομή παρουσιάζει συγγένειες με το κλέφτικο τραγούδι.

Ο σκάρος συγγενεύει επίσης με την ντόινα, μια παλιά αυτοσχεδιαστική μουσική φόρμα διαδεδομένη στον βαλκανικό χώρο, η οποία στην Ήπειρο συνδέθηκε τόσο στενά με τη φλογέρα και την τζαμάρα, ώστε σε παλιές ηχογραφήσεις απαντά ακόμη και με την ονομασία «τζαμάρα».

Όταν αργότερα πέρασε στο κλαρίνο, ο σκάρος έγινε ένα από τα χαρακτηριστικότερα πεδία αυτοσχεδιασμού και δεξιοτεχνίας της ηπειρώτικης μουσικής. Τον ηχογράφησαν οι μεγάλοι Ηπειρώτες δεξιοτέχνες του κλαρίνου και, στη συνέχεια, μουσικοί και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Μαζί με το οργανικό μοιρολόι, έδινε τη δυνατότητα ελεύθερης ανάπτυξης της μελωδίας και προσωπικής έκφρασης όχι μόνο στο κλαρίνο, αλλά και στο βιολί και το λαούτο.

Το κλαρίνο αλλάζει το μουσικό τοπίο

Το όργανο που έμελλε να ταυτιστεί περισσότερο από κάθε άλλο με τη δημοτική μουσική της Ηπείρου ήταν το κλαρίνο. Η παρουσία του στην περιοχή τοποθετείται μετά την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί πλήρως ο δρόμος από τον οποίο έφτασε. Σύμφωνα με μία άποψη διαδόθηκε μέσω των οθωμανικών στρατιωτικών μουσικών, ενώ σύμφωνα με άλλη έφτασε από τη δυτική Ευρώπη, πιθανότατα μέσω της Ιταλίας.

Περισσότερο ενδιαφέρον από την προέλευσή του έχει ίσως η ταχύτητα με την οποία ένα όργανο ευρωπαϊκής καταγωγής αφομοιώθηκε από τη μουσική παράδοση της Ηπείρου. Το κλαρίνο πήρε σταδιακά την πρώτη θέση στην κομπανία και ανέλαβε να αποδώσει παλαιότερες μελωδίες, κλέφτικους σκοπούς, μοιρολόγια και σκάρους, αναπτύσσοντας παράλληλα νέες δυνατότητες αυτοσχεδιασμού.

Έτσι, μέσα σε λίγες δεκαετίες, το άλλοτε νεοφερμένο όργανο ενσωματώθηκε τόσο βαθιά στην τοπική παράδοση ώστε έφτασε να θεωρείται αναπόσπαστο στοιχείο της.

Παραδοσιακή κομπανία της περιοχής της Άρτας. Στο βιολί ο Θεόδωρος Σούκας, παππούς
του Βασίλη Σούκα. (Πηγή: περιοδικό Πρόταση της Νομαρχίας Άρτας, Ήχος και Εικόνα –
Αναφορά στην Άρτα και την Ήπειρο, 1998.)

Η ιδιαίτερη μουσική φυσιογνωμία της Άρτας

Μπορούμε όμως να μιλάμε για μία ενιαία «μουσική της Άρτας»;

Η γεωγραφική θέση της περιοχής οδηγεί μάλλον σε μια πιο σύνθετη εικόνα. Ανάμεσα στα Τζουμέρκα και τον Αμβρακικό, με φυσικές διόδους προς τα Γιάννενα, την Πρέβεζα, το Ξηρόμερο, τον Βάλτο και τα Άγραφα, η Άρτα αποτέλεσε σημείο συνάντησης διαφορετικών μουσικών παραδόσεων.

Τα Τζουμέρκα δύσκολα μπορούν να ενταχθούν σε ένα ενιαίο μουσικό ιδίωμα. Οι τοπικές κομπανίες ήταν σχετικά λίγες και τις ανάγκες των χωριών κάλυπταν συχνά μουσικοί από την Άρτα, τα Γιάννενα και, κάποτε, τα Τρίκαλα. Για λόγους που δεν είναι εύκολο να ερμηνευθούν, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν βιολιστές και δεν επαρκούσαν για να καλύψουν μια τόσο μεγάλη ορεινή περιοχή. Η περιορισμένη αυτή παρουσία οργανωμένων κομπανιών φαίνεται ότι επηρέασε και την τύχη του παλιού φωνητικού ρεπερτορίου των Τζουμέρκων: ένα μεγάλο μέρος του δεν μεταδόθηκε στις επόμενες γενιές ούτε είχε τη δυνατότητα να εξελιχθεί και να φτάσει ως τις μέρες μας. Κι όμως, το ρεπερτόριο αυτό ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, με πολύστιχα τραγούδια απλής μελωδικής γραμμής που συνόδευαν το Καγκελάρι και τις Κύκλες, χορούς που επιβιώνουν ακόμη σε αρκετά χωριά. Ισχυρότερη τοπική μουσική παρουσία διατηρήθηκε στα βλαχοχώρια, ιδιαίτερα στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες, όπου αναπτύχθηκαν σημαντικές μουσικές οικογένειες.

Μια άλλη όψη της μουσικής φυσιογνωμίας των Τζουμέρκων αποτυπώνεται στο ρεπερτόριό τους, με τα βαριά, «στον τόπο» τσάμικα και τις έντονες αναφορές στο κλέφτικο τραγούδι. Στο ύφος αυτό είναι εμφανείς οι συγγένειες με το γειτονικό Ξηρόμερο. Κατά τον Γιώργο Κοκκώνη, η Άρτα, με τις ισχυρές ξηρομερίτικες επιρροές στη μουσική της παράδοση, φαίνεται ότι λειτούργησε ως ενδιάμεσος σταθμός για το πέρασμα αυτού του μουσικού ιδιώματος στα Τζουμέρκα.

Διαφορετική ήταν η εικόνα στην πόλη της Άρτας και στον εύφορο κάμπο της. Ο Γιάννης Κουτσούμπας επισημαίνει ότι οι οργανοπαίχτες της περιοχής δέχονταν επιρροές όχι μόνο από την ευρύτερη Ήπειρο, αλλά και από τη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία. Ιδιαίτερα στενή φαίνεται πως ήταν η μουσική επικοινωνία της Άρτας με την Πρέβεζα. Οι δύο γειτονικές πόλεις διαμόρφωσαν, σύμφωνα με τον ίδιο, το δικό τους μουσικό ιδίωμα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ηπειρώτικης μουσικής, δεχόμενες επιδράσεις τόσο από τη γιαννιώτικη αστική μουσική όσο και από νοτιότερες περιοχές.

Παράλληλα, έντονη ήταν η σχέση της περιοχής της Άρτας με το Ξηρόμερο. Οι μεγάλες μουσικές οικογένειες των Σουκαίων, με έδρα το Κομπότι, και των Στεργαίων, από τους Σελλάδες, κινούνταν επαγγελματικά προς το Ξηρόμερο και την Πρέβεζα, μεταφέροντας μαζί τους τραγούδια, σκοπούς και τρόπους παιξίματος. Χαρακτηριστικότερη ίσως περίπτωση υπήρξε ο Βασίλης Σούκας, του οποίου η πολύχρονη συνεργασία με τον Ξηρομερίτη τραγουδιστή Τάκη Καρναβά έφερε ακόμη πιο κοντά τις δύο μουσικές παραδόσεις.

Ξεχωριστή θέση στον μουσικό χάρτη της Άρτας κατέχουν και τα Ραδοβίζια. Η μεγάλη αυτή ορεινή περιοχή, με τα χωριά της απλωμένα ανάμεσα σε βουνά και ελατοδάση, πατρίδα σπουδαίων κλεφτών κι αρματολών, βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία με τον γειτονικό Βάλτο, το Ξηρόμερο και τα Άγραφα. Οι σχέσεις αυτές δεν ήταν μόνο γεωγραφικές. Οι μετακινήσεις των ανθρώπων, οι γάμοι, οι εμπορικές επαφές και, κυρίως, τα πανηγύρια έφερναν σε συνεχή επαφή μουσικούς και τραγουδιστές από τις γειτονικές περιοχές. Μαζί με τους μουσικούς ταξίδευαν τραγούδια, σκοποί και τρόποι παιξίματος, αφήνοντας έντονο αποτύπωμα στη μουσική παράδοση των Ραδοβιζίων.

Οι επιρροές, επομένως, δεν ακολουθούσαν μία μόνο κατεύθυνση. Η Άρτα δεν αποτέλεσε ποτέ έναν απομονωμένο μουσικό χώρο, αλλά μέρος ενός ευρύτερου πολιτισμικού δικτύου που συνέδεε την Ήπειρο με τη δυτική Στερεά Ελλάδα.

Από τα χωριά στην πόλη

Η ίδια η πόλη της Άρτας παρουσιάζει μια ακόμη ιδιαιτερότητα. Η απελευθέρωσή της το 1881 και η ένταξή της στο ελληνικό κράτος αρκετές δεκαετίες πριν από τα Γιάννενα και την υπόλοιπη Ήπειρο δημιούργησαν διαφορετικές κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Οι τάσεις εξευρωπαϊσμού που επικρατούσαν στην Αθήνα έφτασαν σχετικά νωρίς και στην Άρτα, επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τη μουσική ζωή της.

Οι σημαντικότερες οικογένειες λαϊκών μουσικών, ωστόσο, δεν είχαν ως βάση την ίδια την πόλη. Προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή και μετακινούνταν συνεχώς εκεί όπου υπήρχε γάμος, πανηγύρι ή μεγάλο γλέντι. Η κομπανία άλλωστε δεν αποτελούσε πάντοτε ένα απολύτως σταθερό σχήμα. Στην περιοχή της Άρτας βασικός κορμός της ήταν το κλαρίνο, το βιολί, το λαούτο, το ντέφι και ο τραγουδιστής, χωρίς όμως να λείπουν κατά περίπτωση το σαντούρι, δεύτερο λαούτο ή άλλα όργανα της εποχής. Αργότερα προστέθηκαν το ακορντεόν και νεότερα μουσικά όργανα, ακολουθώντας τις αλλαγές που έφερε ο 20ός αιώνας.

Καθώς προχωρούσε ο αιώνας, το γραμμόφωνο, το ραδιόφωνο και αργότερα η τηλεόραση έφεραν νέα μουσικά ακούσματα ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά. Η παραδοσιακή κομπανία προσαρμόστηκε σταδιακά στις νέες απαιτήσεις του κοινού, χωρίς όμως να χάσει τον κεντρικό της ρόλο στα πανηγύρια και στις οικογενειακές γιορτές.

Πίσω από όλες αυτές τις αλλαγές βρίσκονταν πάντοτε οι ίδιοι οι άνθρωποι: οι λαϊκοί οργανοπαίχτες. Άλλοι ανήκαν σε μεγάλες μουσικές οικογένειες και άλλοι έμειναν γνωστοί μόνο στα χωριά όπου έπαιζαν. Περιόδευαν αδιάκοπα από πανηγύρι σε πανηγύρι, μάθαιναν ο ένας από τον άλλον και μετέφεραν τραγούδια και σκοπούς από τόπο σε τόπο, διαμορφώνοντας έναν κοινό μουσικό κόσμο που ξεπερνούσε τα όρια κάθε χωριού.

Σ’ αυτούς τους ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους, είναι αφιερωμένο το επόμενο άρθρο.

Τοπική κομπανία του Ξεροβουνίου στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος στη Φανερωμένη, το
1964. Από δεξιά: Βασίλης Σιαφαρίκας (ακορντεόν), Ευάγγελος Γιανουκάρης (κλαρίνο),
Σπύρος Μπάμπαλης (κιθάρα, τραγούδι) και Κώστας Μήτσιος (Κωτσογιάννος) (βιολί,
τραγούδι). (Πηγή: Χ. Σταύρος, Ροδαυγή, ένα ταξίδι στο χτες, Άρτα, 2020.)

Βιβλιογραφία

William Martin Leake, Travels in Northern Greece, τόμ. I–IV, Λονδίνο, 1835.

Μουσική από την Ήπειρο, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2008.

Γιώργος Κοκκώνης, Λαϊκές μουσικές παραδόσεις. Λόγιες αναγνώσεις / Λαϊκές πραγματώσεις, Fagotto Books, Αθήνα, 2017.

Γιάννης Κουτσούμπας, Στου χρόνου τα γυρίσματα, Αθήνα, 2004.

Γιώργος Κομζιάς, Το αρτινό λαϊκό χοροστάσι, Αθήνα, 2021.