ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Γράφει η Χαρά Παπαβασιλείου

Το καράβι στ’ ανοιχτά του κόλπου αρμενίζει, ενώ απ’ την τσιμινιέρα του στέλνει προς την ακτή μια τουλίπα μαύρου καπνού, που ολοένα απλώνει. Βάζει την μπουρού κι η βραχνή του φωνή φτάνει στ’ αυτιά των αχθοφόρων της Κοκκινιάς ελπιδοφόρα. Κάτι μέρες είχε να πιάσει λιμάνι στην Πρέβεζα και οι ανάγκες επείγουν. Του αχθοφόρου, το πλέον επίπονο απ’ τα επαγγέλματα του λιμανιού, ωστόσο, είναι και το πιο προσοδοφόρο, για την κάλυψη ανώτερων των βασικών αναγκών. Και καθότι η ανάγκη κυβερνά τον κόσμο, ετοιμάζονται να ριχτούν στον αγώνα του σκληρού μεροκάματου, με μεγαλύτερη όρεξη. Πίνουν στα γρήγορα έναν καφέ, καπνίζοντας το πρώτο, μόλις ανοίξουν τα μάτια τους, τσιγάρο, παίρνουν βιαστικά το λιτό πρωινό τους – έχει φροντίσει γι’ αυτά η αθόρυβα, σαν σκιά περιφερόμενη στο σπίτι συμβία τους – βάζουν σφιχτά τη φαρδιά ζώνη στη μέση τους, όπως οι αθλητές άρσης βαρών, και φεύγουν. Οι γυναίκες τούς ξεπροβοδούν, κάνοντας το σχήμα του σταυρού πίσω τους και στέκονται στην αυλόπορτα, ώσπου να χαθούν κάτω απ’ τους πανύψηλους ευκαλύπτους στο τέλος του χωματόδρομου που χωρίζει τα προσφυγικά. Ομοιόμορφα αραδιασμένα σε δυο σειρές, με τις ανθοστόλιστες αυλές τους, μοιάζουν κουκλόσπιτα.

Μόνο του πλούσιου εργολάβου ξεχωρίζει. Σαν σμικρογραφία μεσαιωνικού πύργου πρόβαλαν οι δύο λευκοί περιστεριώνες του με την μαρμάρινη σκάλα στη μέση. Εικόνα αταίριαστη με το ύφος της φτωχογειτονιάς. Αμπαρωμένο με πετρόχτιστη χαμηλή μάνδρα και σιδερένια κάγκελα, σαν λόγχες αρχαίων πολεμιστών, έμοιαζε κάπως και σαν φυλακή. Εκείνο το πρωί το σφύριγμα του καραβιού, στ’ αυτιά της Όλγας έφτασε ε σαν αποχαιρετιστήριο σάλπισμα προς στη ζωή… Ύστερα απ’ τον βάναυσο ξυλοδαρμό του άντρα της και το μοιραίο σπρώξιμο πάνω στη σκάλα, πεσμένη στο πάτωμα ψυχορραγεί. Κανένας δεν έχει πάρει είδηση.

Τα παιδιά τους, δυο γιοι και μια κόρη, με τις δικές τους οικογένειες και το βάρος των παιδικών τους αναμνήσεων, «έχουν πάρει των ομματιών τους», χρόνια τώρα… Ο εργολάβος, έχοντας την απόλυτη εξουσία στο θύμα του, με την παραμικρότερη ευκαιρία, συνεχίζει, ανενόχλητος, να εκτονώνει πάνω του τα άγρια ένστικτά του. Κι εκείνη αδύναμη, μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι και μη θέλοντας να δίνει δικαιώματα στη γειτονιά, τα υπομένει σιωπηλά. Ωστόσο, οι ψίθυροι οργίαζαν, κάθε φορά που στο πανέμορφο πρόσωπό της διέκριναν τα σημάδια, όσο κι αν προσπαθούσε, η άμοιρη, να τα κρύψει κάτω από ένα παχύ στρώμα πούδρας.

«Η ωραία και το Τέρας», έλεγαν, όταν τους έβλεπαν, σε κάποιες απογευματινές εξόδους τους, να περπατούν στην άκρη του χωματόδρομου. Μπροστά εκείνος, ατσαλάκωτος, αποπνέοντας αγριάδα αρσενικού, και πίσω εκείνη, ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας, δεκαετίας του ’50. Άστραφταν πάνω της τα μπριγιάν, πανάκριβα κοσμήματα! Μ’ αυτά προσπαθούσε να την προσελκύσει, να τη ζεστάνει, να σπάσει τον πάγο, μπας και την έκανε ν’ ανταποκριθεί στις ερωτικές του ορέξεις. Μάταια όμως… Κι αυτό γινόταν αιτία ενός πάλι γερού ξυλοδαρμού.
(Απόσπασμα από διήγημά μου)
Στη μνήμη θυμάτων γυκαικοκτονίας.