Δικαστές και Κράτος Δικαίου (και οι κρίνοντες κρίνονται)

Του Βαγγέλη Σακέλλιου
Δικηγόρου

…Οι τσαγκαράδες να φτιάχνουν όπως πάντα γερά παπούτσια.
Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται με το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου.
Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότητα τις παραβάσεις.
Οι εφοπλιστές να καθελκύουν διαρκώς νέα σκάφη.
Οι καταστηματάρχες ν’ ανοίγουν και να κλείνουν σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο.
Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην άνοδο του επιπέδου παραγωγής.
Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κάθοδο του επιπέδου καταναλώσεως.
Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους και να μην πολιτικολογούν.
Οι ποδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν ενός λογικού ορίου.
Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και εκτάκτως μόνον, κατ’ επιταγήν.
Ο τύπος να μη γράφει, ο,τι πιθανόν να εμβάλλει εις ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτάς.
Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιήματα…
«Προσχέδιο δοκιμίου Πολιτικής Αγωγής»

Ας ξεκινήσουμε με μια υπόθεση εργασίας. Στις 22 Οκτωβρίου 2020 πέφτει η αυλαία μιας πολυσήμαντης δίκης η διάρκεια της οποίας ξεπέρασε τα πέντε έτη (!!!).

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με δικαστές τους (τότε) εφέτες Μαρία Λεπενιώτη, Ανδρέα Ντόκο και Γεσθημανή Τσουλφόγλου δίκασε και καταδίκασε ολόκληρη την ηγεσία της Χρυσής Αυγής για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης ως και επίλεκτα μέλη και στελέχη της για την ανθρωποκτονία του Παύλου Φύσσα, την απόπειρα ανθρωποκτονίας του Αιγύπτιου αλιεργάτη Αμπουζίντ Εμπάρακ, τις ανθρωποκτόνες επιθέσεις στους Αιγύπτιους αλιεργάτες ως και τις απόπειρες ανθρωποκτονιών κατά των κομμουνιστών συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ.

Ας υποθέσουμε ότι οι δικαστές υιοθετούσαν, εν μέρει, την Εισαγγελική πρόταση και έκριναν, σύμφωνα με την συνείδησή τους και το αποδεικτικό υλικό, ότι οι Χρυσαυγίτες δεν συνιστούσαν corpus «εγκληματικής οργάνωσης» (άποψη δηλαδή που διατύπωσε και ο μειοψηφίσας δικαστής στο υπ’ αριθμ. 215/2015 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών) και ως εκ τούτου δεν τέλεσαν την κακουργηματική πράξη που τους απέδιδαν. Άπαντες οι ηγέτες του νεοναζιστικού μορφώματος, ως προς αυτό, θα κηρύσσονταν αθώοι ενώ οι λοιποί εμπλεκόμενοι θα καταδικάζονταν για ο,τι και όσα κατηγορούνταν.

Ας υποθέσουμε, ακόμη, πως για την υπόθεση αυτή, πριν ακόμα καθαρογραφεί η απόφαση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν ασκεί (γιατί έτσι κρίνει) κανένα ένδικο μέσο και έρχεται η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, «εναρμονιζόμενη» με το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» ενός εξαγριωμένου πλήθους που ολοφύρεται έξωθεν του Εφετείου Αθηνών, ζητώντας τον πειθαρχικό έλεγχο των δικαστών που έκριναν, δίκασαν και απάλλαξαν τους Χρυσαυγίτες.

Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι για την παραπάνω εξέλιξη συνέρχεται εκτάκτως η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων όχι για να ψέξει αλλά για να επικροτήσει την πρωτοβουλία αυτή, που ελήφθη προκειμένου να «σωθεί το κύρος της Δικαιοσύνης».

Τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δίκασε και καταδίκασε τους Χρυσαυγίτες σε πολυετείς καθείρξεις, contra στην πρόταση της Εισαγγελέως, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου δεν προσέφυγε σε πειθαρχικά μέτρα, η Ολομέλεια των εν Ελλάδι Δικηγορικών Συλλόγων δεν συνήλθε ποτέ.

Συνήλθε, ωστόσο, μόλις πριν λίγες μέρες και με ισχυρή πλειοψηφία ζήτησε μεθ’ επιτάσεως τον πειθαρχικό έλεγχο της Προέδρου του Αρείου Πάγου επειδή, με αφορμή την ποινική μεταχείριση των εμπλεκομένων στην ελεγχόμενη Πολεοδομία του Δήμου της Ρόδου από τις εκεί δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, αιτήθηκε τον πειθαρχικό έλεγχο των συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών οι οποίοι contra «στο περί δικαίου αίσθημα» έκριναν μη προσωρινά κρατούμενους όλους τους εμπλεκόμενους κατηγορούμενους.

Παρόμοιες απόψεις, με αυτές των δικηγόρων, εξέφρασαν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδας και η Ένωση Δικαστικών Λειτουργών ΣτΕ.

Εν πολλοίς δεν ασπάζομαι τις απόψεις αυτές, ανήκω στην αντιδημοφιλή μειοψηφία. Πιστεύω πως η Δικαιοσύνη, όπως και αν την προσλαμβάνει κανείς, (πρέπει να) είναι ένας γυάλινος θόλος όπου όλες οι δικαιοδοτικές λειτουργίες και οι ουσιαστικές κρίσεις των λειτουργών της κρίνονται, δεν είναι ανέλεγκτες.

Και δεν εννοώ, προφανώς, την δικανική πεποίθηση που μετουσιώνεται σε δικαστική απόφαση η οποία φιλτράρεται και αμφισβητείται και στον δεύτερο βαθμό με την άσκηση των κατά νόμο ένδικων μέσων. Εννοώ, κυρίως, την εγγυητική δικαιοδοτική λειτουργία και συμπεριφορά του Δικαστή ως πυλώνα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος που σέβεται τα δικαιώματα του πολίτη και εγγυάται την απρόσκοπτη άσκηση αυτών. Εννοώ εκείνη την διακριτή έκφανση ενός συστήματος λειτουργικής ισχύος της κατά Σύνταγμα «Τρίτης Εξουσίας», όπως αυτή εκφράστηκε από την Ανακρίτρια και την Αντιεισαγγελέα Ρόδου στην ελεγχόμενη υπόθεση διαφθοράς της Πολεοδομίας της Ρόδου και την ποινική μεταχείριση που επιφύλαξαν σε όσους κατηγορούνται.

Εννοώ την οφειλόμενη εδρασμένη πεποίθηση ότι οι θεσμοί (πρέπει να) εγγυώνται, ότι οι νόμοι (πρέπει να) εφαρμόζονται, ότι οι πολίτες (πρέπει να) εμπιστεύονται, ότι οι ένοχοι (πρέπει να) αγωνιούν, ότι οι αθώοι (πρέπει να) αισθάνονται σίγουροι.

Όλα αυτά υπό την απρόσωπη εγγυητική λειτουργία των Δικαστών, άνθρωποι που δεν δικάζουν (και αποφασίζουν) απλώς, αλλά άνθρωποι/πολίτες του κόσμου, άνθρωποι της κοινωνίας και της καθημερινότητας, άνθρωποι που βλέπουν, παρατηρούν και μπορούν να ερμηνεύσουν, άνθρωποι που πιστεύουν σαυτό που κάνουν.

Οι άνθρωποι αυτοί, ή μάλλον πολλοί απ’ αυτούς, ζουν ανάμεσά μας, έστω και αθέατοι. Αφουγκράζονται τις δυσκολίες της βιωτής, κάποιοι απ’ αυτούς είχαν παππούδες ή γονείς αναγκεμένους ανθρώπους, είχαν όσμωση με την κοινωνία και τα συμφραζόμενα της. Περιμένει, λοιπόν, κάποιος πως αυτοί οι άνθρωποι ερμηνεύουν τον νόμο όχι ως προς το γράμμα του νομοθέτη αλλά ως δυνάμει εξελισσόμενο κοινωνικό δρώμενο όπου η κάθε πράξη ή παράλειψη υπάγεται σε έναν κανόνα δικαίου, κι αυτός ο κανόνας προβλέπει κυρώσεις, προβλέπει ποινές.

Φοβάμαι, ωστόσο, πως αυτή είναι η ρομαντική πλευρά των πραγμάτων.

Στην (μεγάλη) πλειοψηφία τους οι Δικαστές, συναισθανόμενοι την διακριτή ετεροαναφορά τους από το Κράτος (βλ. Τμήμα Ε΄ του Συντάγματος, άρθρα 87-100 Α), την βιωματική ενσυναίσθηση της ισχύος του λειτουργήματος που επιτελούν, την αίσθηση ότι (με τις αποφάσεις τους) επηρεάζουν καταστάσεις και δρομολογούν εξελίξεις, τον πειρασμό να υποκαθιστούν πολλές φορές τις λειτουργίες της Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας (ιδίως οι δικαστές του ΣτΕ που ερμηνεύουν/αποδέχονται/απορρίπτουν/ακυρώνουν κρίσιμες νομοθετικές πρωτοβουλίες και σπουδαίες κυβερνητικές αποφάσεις) αποτελούν ένα, κατά βάση, συντηρητικό μηχανισμό εξουσίας αυτοτροφοδοτούμενο εκλεκτικά (και αυστηρά) μέσα από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, όπου φοιτούν και μαθαίνουν οι αυριανοί Δικαστές.

Κι αυτοί οι αυριανοί Δικαστές (νοιώθουν πως) συνομιλούν ισότιμα με τους άλλους φορείς της εξουσίας, την Εκτελεστική και την Νομοθετική.

Με αυτό εννοώ την κατ΄ αρχήν δικαιοδοτική λειτουργία των Δικαστών, ως πόλο λειτουργικής ισχύος, κι όχι την δικανική κρίση αυτών, η οποία ωστόσο ελέγχεται και αμφισβητείται.
Τούτων δοθέντων πιστεύω πως οι δικαστές δεν (πρέπει να) είναι ανέλεγκτοι. Η κρίση των πεπραγμένων τους δεν πρέπει να ερμηνεύεται πάντα ως μονοσήμαντη υπόμνηση ότι «φιμώνονται», ότι «ελέγχονται», ότι «διατάσσονται».
Η Δικαιοσύνη είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε μόνη στα χέρια κάποιων (κακών) δικαστών.

Υ.Γ. Υπενθυμίζω, για όσους ξεχνούν ή αγνοούν, ότι η Ιωάννα Κλάπα, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου που αιτήθηκε τον πειθαρχικό έλεγχο των δικαστών στη Ρόδο, ήταν η ειδική εφέτης – ανακρίτρια που υπέγραψε τις προφυλακίσεις των Χρυσαυγιτών όταν αυτοί κατηγορήθηκαν και συνελήφθησαν.