Η ιστορική μνήμη ως πολιτισμικό κοίτασμα (ένα παράδειγμα)

Του Βαγγέλη Σακέλλιου
Δικηγόρου

Η γνωριμία μου (και η αγάπη) για το Μεσολόγγι έχουν ονοματεπώνυμο : Νίκος Κορδόσης. Ένας ευπατρίδης της Ιεράς Πόλεως, ζώσα συνείδηση της ιστορικής μνήμης, αθεράπευτα ρομαντικός και ανήσυχος, «αφοσιωμένος» στην γενέθλια γη.
Δική του η «Διέξοδος», δική του η «Πολιτιστική Βιβλιοθήκη», δικό του το «Μουσείο Άλατος».
Οφείλονται χάριτες, για μια ακόμα φορά, στον πολύτιμο και εκλεκτό φίλο που μας ξαναέφερε στο Μεσολόγγι (του) με αφορμή και αιτία την επέτειο , τις γιορτές και τις εκδηλώσεις, με την συμπλήρωση (200) ετών από την «Έξοδο» των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» το 1826.

«Πράματα και θάματα» λοιπόν στο Μεσολόγγι, μια μικρή και ξεχασμένη κουκίδα γης ανάμεσα στην λιμνοθάλασσα, τις αλυκές και τον παλιό επαρχιακό δρόμο προς την Αθήνα. Σπάνια το επισκεπτόσουν. Συνήθως το γνώριζες σαν μαθητής του Δημοτικού περιδιαβάζοντας με την δασκάλα σου τον Κήπο των Ηρώων, την Πινακοθήκη στο παλιό Δημαρχείο και ίσως την Τουρλίδα με τις πελάδες. Μέχρις εκεί. Αυτό ήταν το Μεσολόγγι των Τρικούπηδων, του Παλαμά, του Λόρδου Βύρωνα, του Ιωσήφ Ρωγών, του Ιωάννη – Ιάκωβου Μάγερ, του Δεληγεώργη, του Μαλακάση, των Κασολαίων, του Θωμά Γκόρπα και τόσων άλλων αφανισμένων ή ξεχασμένων στην αχλύ του χρόνου.

Ωστόσο η ιστορική μνήμη, τα συμφραζόμενα μιας ζώσας συνείδησης που εγκιβωτίζει εντός της ψηφίδες αιμάσσουσας διαδρομής, παραέχει έντονο αποτύπωμα ώστε να την προσπεράσεις αδιάφορα ή ακίνδυνα.
Αυτή η ιστορική μνήμη ζει και αναπνέει, πρωτίστως με τα γενέθλια γεγονότα της, την ληξιαρχική πράξη γέννησης τους, είναι μια διαρκώς «καιόμενη βάτος» στις εσχατιές του εαυτού , στους ρυθμούς του έσω βίου, που πάλλεται με την ξέπνοη φωνή από ένα μακρινό παρελθόν. Μέχρι αυτή να γίνει βουή και αντάρα. Μέχρι το παρελθόν να γίνει «σήμερα» και το σήμερα «αύριο».

Η κιβωτός αυτής της μνήμης, ως «πλους αεροστάτου», εγκαθίδρυσε νέες συνθήκες ερμηνείας και διαφύλαξης αυτού του «θάματος» που οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» έσπρωξαν αγκομαχώντας στις σκουριασμένες ράγες μιας διαδρομής με άδηλη την εξέλιξη και την κατάληξη. Αλλά οι «μικρές» στιγμές φτιάχνουν την «μεγάλη» εικόνα, αυτή δηλαδή που γράφει την Ιστορία.
Αυτές οι «μικρές» στιγμές, μέσα στην αντάρα και την καταχνιά, σήμαναν εδώ, σαυτόν τον τόπο, «την ρωγμή του χρόνου», το πριν και το μετά. Ένα «μετά» που όσοι έμειναν πίσω μεταβόλισαν σε «ιερή μνήμη». Κι αυτή την μνήμη η Ιερά Πόλις του Μεσολογγίου την διαφύλαξε, την ανέδειξε, την υπερασπίστηκε.

Πως αλλιώς να εξηγήσουμε όσα και ο,τι βλέπουμε ; Ιδού λοιπόν τα πειστήρια :
Το μακρινό 1998 ο σκαπανέας Νίκος Κορδόσης αγοράζει το εγκαταλελειμμένο ιστορικό σπίτι του Γενικού Αρχηγού της Φρουράς των Μεσολογγιτών κατά την «Έξοδο» στρατηγού Αθανασίου Ραζή-Κότσικα. Το ανακαινίζει και δημιουργεί το Κέντρο Λόγου και Τέχνης «ΔΙΕΞΟΔΟΣ» στο οποίο και στεγάζεται το Ιστορικό Μουσείο. Το εξίσου μακρινό 2013 ιδρύει την Πολιτιστική Βιβλιοθήκη που ήδη φιλοξενείται σε ιδιόκτητο κτήριο, απέναντι ακριβώς από την «ΔΙΕΞΟΔΟ». Το 2020 λειτουργεί το εξαιρετικό (και μοναδικό) «Μουσείο Άλατος» στην Τουρλίδα κάνοντας κοινό κτήμα την ιστορία των αλυκών του Μεσολογγίου και του άλατος. Το 2024 το European Museum Forum, υπαγόμενο στο Συμβούλιο της Ευρώπης , του απονέμει το βραβείο «Portimao στα πλαίσια της «European Museum of the Year Αward» (ΕΜΥΑ 2024).

Δηλαδή, ένας ιδιωτικός Πολιτιστικός Οργανισμός, μακράν κρατικών επιχορηγήσεων, με δυο μουσεία που ομνύουν στην Ιστορική Μνήμη, σφράγισε με ισχυρό αποτύπωμα το διάβα της Πόλης στο διάβα του χρόνου. Βέβαια, ο Κορδόσης ένας είναι και δύσκολα (ξανά) δημιουργείται. Ωστόσο, και αν δεν τον έχουμε πρέπει να τον εφεύρουμε.
Να τον εφεύρουμε μέσα από τις δράσεις και την εξωστρέφεια της Πόλης, μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη των θραυσμάτων που γράφουν Ιστορία, που δημιουργούν παρελθόν, που προκαλούν το μέλλον. Η σκιά και ο απόηχος του 1826, του χρόνου της «Εξόδου του Μεσολογγίου», είναι έντονος και βαρύς. Και η Ιερά Πόλις, όπως αυτή ξέρει, αποδίδει τα αντίδωρα της γενναιόδωρα, κυρίως όμως με σεβασμό.

Εξωραΐζει και ανακαινίζει νεοκλασικά, αρχοντικά του 18ου αιώνα. Στεγάζει εκδηλώσεις, ημερίδες και διεθνή συνέδρια σε σύγχρονα Συνεδριακά Κέντρα. Δίνει ζωή σε ιστορικές κοιτίδες Πολιτισμού. Μιλάει με ζέση στις καρδιές των ανθρώπων της. Από την Παλαμαϊκή Σχολή στην Πινακοθήκη Μοσχανδρέου , από το Αρχοντικό Χρυσόγελου στο άριστα ανακαινισμένο «Ξενοκράτειο», το εξαιρετικό αρχαιολογικό μουσείο της Πόλης, από το μουσείο Παλαμά στο μουσείο της οικογένειας Τρικούπη, από την Δημοτική Πινακοθήκη στον Κήπο των Ηρώων και πιο κει στο Τρικούπειο Πολιτιστικό Κέντρο, δίπλα στις παλιές γραμμές του τραίνου. Το Μεσολόγγι έχει τον τρόπο του, και ιδίως τους ανθρώπους του, να υπερασπίζεται με σεβασμό τον καθ’ ημάς αστικό πολιτισμό, να υπερασπίζεται με πάθος τα νοτισμένα με αίμα χώματα του, να τιμάει το παρελθόν του χωρίς ωστόσο να αρκείται ή να εφησυχάζει σαυτό.

Αυτή η μικρή πόλη, αδιάφορη και άγνωστη στους περισσότερους, ως «Ιερά Πόλις» πια, ξέρει να δημιουργεί, να προκαλεί γεγονότα. Μεταγγίζει συγκίνηση, αισθητική. Βλέπεις, για παράδειγμα, τον Ευγένιο Ντελακρουά στο «Ξενοκράτειο» και καθηλώνεσαι από «την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου», εκεί δηλαδή που «το κόκκινο του αίματος, το μαύρο της συντριβής και τα λευκό της αθωότητας εντείνουν την τραγικότητα του συμβάντος». Βλέπεις, πάλι, τον Θεόδωρο Βρυζάκη «στην Έξοδο του Μεσολογγίου» στο Τρικούπειο και αιχμαλωτίζεσαι. Κι ακόμα βλέπεις στην «ΔΙΕΞΟΔΟ» τις μοναδικής αισθητικής βιβλιοδεσίες και καλλιτεχνικές εκδόσεις του Μπάμπη Λέγγα που κυριολεκτικά «ζωγράφισε» κι αυτή την φορά με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του.

Θέλω, δηλαδή, να πω πως με όλα αυτά «παράγονται» γεγονότα.
Ο Πολιτισμός, στην μεγάλη του εικόνα, διαχέεται, κοινωνεί με το πλήθος, γίνεται κτήμα και συγκίνηση των πολλών, αφήνεται έκθετος στις φροντίδες της Πόλης και στο πάθος, το μεράκι των ανθρώπων του.
Η ιστορία του τόπου (ξανά) γράφεται για την ίδια αιτία και με μια νέα αφορμή.
Η ιστορική μνήμη διασώζεται γιατί κάποιοι πασχίζουν γιαυτό. Αλλά και γιατί αξιολογήθηκαν και ιεραρχήθηκαν ανάγκες, προτεραιότητες, στόχοι, κοστολογήθηκαν έργα, κάποιοι επένδυσαν στην αθέατη υπεραξία του Πολιτισμού.

Πριν δύο – τρία χρόνια βρισκόμουν με τον Νίκο Κορδόση, Σάββατο μεσημέρι, στου «Μαλαβέτα», ένα ιστορικό και παραδοσιακό καφενείο σέναν φροντισμένο πεζόδρομο της πόλης, και πίναμε ούζο, ούζο «Τρικενέ», ντόπιο, που παρήγγειλε ο φίλος μου.
«Ζηλεύω ρε φίλε» του λέω. «Ζηλεύω την πόλη σου και όσα γίνονται και βλέπω εδώ». Με κοίταξε κάπως, ήπιε μια γουλιά και είπε «γιατί ρε συ, και η Άρτα ωραία φαίνεται». Συνεχίσαμε με ούζα.