Η κοινωνία μετρά τους λογαριασμούς, η τηλεόραση μετρά τηλεθέαση

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Υπάρχουν στιγμές που παρακολουθώ τις τηλεοπτικές εκπομπές και αναρωτιέμαι πόσο χώρο έχει μέσα τους η πραγματική ζωή του ανθρώπου που τις παρακολουθεί. Η αγωνία για το εισόδημα, η δυσκολία να πληρωθούν οι λογαριασμοί, ο φόβος για το μέλλον των παιδιών.

Πόσο ακούγονται όλα αυτά ανάμεσα στις προσωπικές αντιπαραθέσεις διάσημων ανθρώπων, στις επαναλαμβανόμενες “αποκαλύψεις” και στις πολύωρες συζητήσεις γύρω από την ίδια τραγωδία;

Ο προβληματισμός αυτός με είχε απασχολήσει και παλαιότερα, την περίοδο της καθημερινής, πολύμηνης τηλεοπτικής ενασχόλησης με την υπόθεση Πισπιρίγκου. Ο θάνατος μικρών παιδιών προκαλούσε οδύνη και απαιτούσε διερεύνηση.

Η κοινωνία δικαιούνταν να γνωρίζει. Όμως η διαρκής ανακύκλωση λεπτομερειών, οι εικασίες και οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις με έκαναν να αναρωτιέμαι πού τελείωνε η ενημέρωση και πού άρχιζε η εκμετάλλευση της ανθρώπινης τραγωδίας.

Τι περισσότερο μάθαινε ο πολίτης από κάθε καινούργια ώρα συζήτησης; Ποια στοιχεία ήταν επιβεβαιωμένα και ποια αποτελούσαν υποθέσεις; Ποιο όριο προστάτευε τη μνήμη των παιδιών από τη μετατροπή της σε καθημερινό τηλεοπτικό προϊόν;
Ο ανθρώπινος πόνος απαιτεί σεβασμό. Η πολύωρη έκθεσή του δεν αποτελεί απόδειξη αυτού του σεβασμού.

Ο ίδιος προβληματισμός επανέρχεται με τον τραγικό θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη. Τι προσφέρει στην ουσιαστική ενημέρωση η επανάληψη των ίδιων συζητήσεων, όταν δεν υπάρχουν νέα, διασταυρωμένα στοιχεία; Γιατί πρέπει η απώλεια ενός ανθρώπου να γίνεται αφορμή για αδιάκοπη έκθεση της προσωπικής του ζωής;

Η Δικαιοσύνη έχει τον λόγο. Οφείλει να διερευνήσει τις συνθήκες και να αποδώσει τις ευθύνες όπου υπάρχουν. Η δημοσιογραφία έχει επίσης ευθύνη να ερευνά, να ελέγχει και να ενημερώνει. Αυτή η ευθύνη απαιτεί τεκμηρίωση και μέτρο. Δεν δικαιολογεί κάθε εικασία ούτε κάθε εισβολή στο πένθος.
Ας αφήσουν την ψυχή του να αναπαυθεί και τους ανθρώπους του να πενθήσουν.

Η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να προχωρεί με σεβασμό στη μνήμη του. Όχι άλλη σκύλευση. Ο θάνατος ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία καμίας εκπομπής.

Με διαφορετικό περιτύλιγμα, η ίδια λογική εμφανίζεται στην προβολή των προσωπικών και οικονομικών διαφορών καλλιτεχνών. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι αντιπαραθέσεις του Καρβέλα και της Βίσση πρέπει να καταλαμβάνουν τόσο χώρο στην καθημερινή ενημέρωση.

Οι ίδιοι δικαιούνται να διαχειρίζονται τις σχέσεις και τις διαφορές τους. Ποια δημόσια ανάγκη, όμως, υπηρετεί η ατελείωτη τηλεοπτική συζήτηση γύρω από αυτές;

Την ώρα που στις οθόνες συζητούνται επαγγελματικές συμφωνίες και οικονομικές διαφορές ανθρώπων του θεάματος, μέσα σε πολλά ελληνικά σπίτια γίνεται ένας πολύ διαφορετικός λογαριασμός. Πόσα θα μείνουν μετά το σούπερ μάρκετ; Πώς θα πληρωθούν το ενοίκιο και το ηλεκτρικό ρεύμα; Θα περισσέψουν χρήματα για πετρέλαιο; Πώς θα βγει ο χειμώνας;

Για έναν ηλικιωμένο που ζει μόνος, για μια οικογένεια με παιδιά, για έναν εργαζόμενο με περιορισμένο εισόδημα, αυτές είναι καθημερινές αγωνίες.

Η θέρμανση αφορά την υγεία και την αξιοπρέπεια. Το φαγητό, η στέγη και η κάλυψη βασικών αναγκών καθορίζουν τη ζωή τους.
Η κοινωνία μετρά όσα της απομένουν για να ζήσει, ενώ ένα μεγάλο μέρος της τηλεόρασης μετρά πόσο ακόμη μπορεί να κρατήσει το ίδιο θέμα στην οθόνη.

Η ακρίβεια χρειάζεται επίμονη δημοσιογραφική έρευνα. Πώς διαμορφώνονται οι τιμές; Ποιοι επιβαρύνονται περισσότερο; Πόσο επαρκούν τα μέτρα στήριξης; Ποιες ευθύνες έχουν η κυβέρνηση, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και οι επιχειρήσεις; Και ποιες συγκεκριμένες λύσεις προτείνει η αντιπολίτευση, πέρα από την καταγγελία και την προσδοκία εκλογικού οφέλους;

Αυτές οι ερωτήσεις απαιτούν στοιχεία και συνέχεια. Δεν απαντώνται με μια σύντομη σύνδεση έξω από ένα σούπερ μάρκετ ούτε με μια κομματική αντιπαράθεση στην οποία όλοι μιλούν και κανείς δεν εξηγεί.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική θεωρώ την τηλεοπτική αντιμετώπιση της παρουσίας του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα και της ομιλίας του στην Πνύκα.

Στην κάλυψη που παρακολούθησα, οι συμβολισμοί, οι φιλοφρονήσεις προς τη χώρα μας και η προβολή της ελληνοαμερικανικής σχέσης κυριάρχησαν περισσότερο από την κριτική εξέταση του πολιτικού περιεχομένου. Αυτό το πολιτικό χάιδεμα αφήνει τον πολίτη με τις εντυπώσεις μιας επίσκεψης, ενώ τα ουσιαστικά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

Ο Ρούμπιο συνέδεσε το μέλλον της Δύσης με τη διατήρηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας της, αναφέρθηκε στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και παρουσίασε την Ελλάδα ως υπόδειγμα συμμάχου. Πρόκειται για θέσεις με σαφές γεωπολιτικό περιεχόμενο, που απαιτούσαν εκτενή πολιτική συζήτηση.

Τι σημαίνει για τους λαούς η επιδίωξη αυτής της πρωτοκαθεδρίας; Ποιες δεσμεύσεις συνεπάγεται για την Ελλάδα ο χαρακτηρισμός του υποδειγματικού συμμάχου; Πώς συνδέονται οι στρατηγικοί σχεδιασμοί των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με την ασφάλεια της χώρας, τις εξοπλιστικές δαπάνες και τον κίνδυνο εμπλοκής σε συγκρούσεις; Ποιος αποφασίζει και ποιος πληρώνει το κόστος;

Οι αναφορές στην αρχαία Ελλάδα δεν απαλλάσσουν μια σύγχρονη πολιτική πρόταση από τον έλεγχο. Η δημοκρατική κληρονομιά της Πνύκας επιβάλλει τη δημόσια αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Η επίκληση της από έναν ισχυρό επισκέπτη χρειάζεται ερωτήσεις και κριτική, όχι δημοσιογραφική ευλάβεια.

Η φιλοφρόνηση προς την Ελλάδα δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Χρειάζεται να εξετάζεται τι ζητείται από τη χώρα, τι προσφέρεται και ποιες συνέπειες μπορεί να προκύψουν.

Αυτή είναι ευθύνη της κυβέρνησης, της κάθε κυβέρνησης, και αντικείμενο ελέγχου από τη δημοσιογραφία και την αντιπολίτευση. Ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως στρατηγικής δεν κλείνει τη συζήτηση. Την κάνει περισσότερο αναγκαία.
Η δική μου θέση είναι σαφής.

Αντιτίθεμαι στους πολέμους, στην κλιμάκωση των εξοπλισμών και στους ανταγωνισμούς ισχύος που μετατρέπουν τους λαούς σε μέσα εξυπηρέτησης γεωπολιτικών συμφερόντων. Ο ιμπεριαλισμός, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δεν γίνεται αποδεκτός επειδή συνοδεύεται από ωραίες αναφορές στον πολιτισμό και στη δημοκρατία.

Εδώ συνδέεται η εξωτερική πολιτική με την αγωνία του νοικοκυριού. Οι δημόσιοι πόροι έχουν συγκεκριμένες χρήσεις και οι πολιτικές προτεραιότητες συγκεκριμένο κοινωνικό κόστος.

Ο πολίτης που δυσκολεύεται να πληρώσει τη θέρμανση του, δικαιούται να γνωρίζει τι δεσμεύεται να χρηματοδοτήσει η χώρα, για ποιον σκοπό και με ποιο όφελος. Δικαιούται να ρωτά πώς σταθμίζονται οι στρατιωτικές δαπάνες απέναντι στις ανάγκες της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής προστασίας.

Αυτή την ουσιαστική συζήτηση αναζήτησα και δεν βρήκα στον βαθμό που απαιτούσε η σημασία της επίσκεψης. Για τις προσωπικές διαφορές των διάσημων περισσεύουν χρόνος, σχολιαστές και επιμονή.

Απέναντι στις θέσεις ενός εκπροσώπου της αμερικανικής ισχύος, η ίδια επιμονή μοιάζει να υποχωρεί. Κι όμως, εκεί χρειάζεται περισσότερο, όταν τα λόγια μπορούν να γίνουν δεσμεύσεις που επηρεάζουν το μέλλον ενός ολόκληρου λαού.

Αντίστοιχη προσοχή αξίζουν οι άνθρωποι που κινητοποιούνται για την ειρήνη, την εργασία, τη δημόσια υγεία και την αξιοπρέπεια. Όταν μια διαδήλωση παρουσιάζεται κυρίως μέσα από την ένταση ή την κυκλοφοριακή δυσκολία, ο τηλεθεατής στερείται το περιεχόμενό της.

Χρειάζεται να ακούσει ποιοι διαμαρτύρονται, τι ζητούν και γιατί. Διαφορετικά, η κάμερα δείχνει ανθρώπους, αλλά η ενημέρωση αφήνει έξω τη φωνή τους.

Εδώ βρίσκεται το ζήτημα της ιεράρχησης. Ένα θέμα μπορεί να μεταδοθεί και να παραμείνει ουσιαστικά αδιερεύνητο. Η απλή αναφορά του δεν αρκεί όταν απουσιάζουν οι αιτίες, οι συνέπειες και οι ευθύνες. Ο χρόνος και ο τρόπος παρουσίασης επηρεάζουν το βάρος που αποκτά στη συνείδηση του κοινού.

Συχνά προβάλλεται η δικαιολογία ότι αυτά θέλει ο κόσμος….
. Το ενδιαφέρον του κόσμου, όμως, διαμορφώνεται και από όσα του προσφέρονται. Η καθημερινή επανάληψη δημιουργεί οικειότητα και προσμονή. Οι μετρήσεις τηλεθέασης καταγράφουν τι παρακολούθησε το κοινό ανάμεσα στις διαθέσιμες επιλογές. Δεν αρκούν για να κρίνουν την κοινωνική αξία της ενημέρωσης.

Υπάρχουν δημοσιογράφοι που ερευνούν με συνέπεια και επιμένουν σε δύσκολα θέματα. Η κριτική μου αφορά μια ευρύτερη λογική που επιβραβεύει τον θόρυβο και την περιέργεια, ενώ συχνά αντιμετωπίζει με επιείκεια την πολιτική και οικονομική εξουσία.

Θέλω να κλείνω την τηλεόραση έχοντας μάθει κάτι ουσιαστικό για τη ζωή μας. Να καταλαβαίνω καλύτερα μια πολιτική απόφαση, μια κοινωνική αδικία, μια οικονομική δυσκολία. Να έχω ακούσει και τον άνθρωπο που δεν διαθέτει αναγνωρίσιμο όνομα ή πρόσβαση σε ένα πάνελ.

Εκείνον που σκέφτεται πώς θα ζεστάνει το σπίτι του. Εκείνον που βλέπει τον μισθό του να τελειώνει πριν από τον μήνα. Εκείνον που ανησυχεί για τα παιδιά του και για έναν κόσμο που εξοπλίζεται αντί να αναζητά επίμονα δρόμους ειρήνης.

Η ενημέρωση έχει ευθύνη να ελέγχει την εξουσία, να φωτίζει τις συνέπειες των επιλογών της και να δίνει χώρο στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Αυτή η ευθύνη δεν μετριέται με ποσοστά τηλεθέασης.

* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών