
Η κουλούρα της Πρωτοχρονιάς (διήγημα)
Της Παναγιώτας Π. Λάμπρη, πεζογράφου – ποιήτριας,https://users.sch.gr/panlampri/
Παραμονή πρωτοχρονιάς! Έξω ήταν όλα καλυμμένα με χιόνι! Ούτε ένα ταπεινό κλαράκι δεν είχε μείνει αστόλιστο! Τα πάντα, ντυμένα με τα περίτεχνα λευκά τους ενδύματα, ανέμεναν σ’ αυτή τη γιορτινή ατμόσφαιρα, την οποία είχε τεχνουργήσει μοναδικά η φύση, την έλευση της νέας χρονιάς. Και τα πουλιά, βουβαμένα σχεδόν, ευφραίνονταν, λες, με την ησυχία που ο χιονιάς είχε φέρει.
Κι οι άνθρωποι, οι περισσότεροι κλεισμένοι στα σπίτια τους, χαίρονταν τη θαλπωρή της ζεστής εστίας, ετοίμαζαν τα φαγητά για την πρώτη μέρα του χρόνου, τον οποίο περίμεναν μ’ ελπίδα και αισιοδοξία και μετείχαν λίγο ή πολύ σε δρώμενα αυτής της μέρας.
Η μάνα, η αρχόντισσα της κουζίνας μας και της καρδιάς μας, ετοίμαζε ντολμαδάκια με φύλλο λάχανου και πολύ ψιλά κομμάτια χοιρινού κρέατος, το οποίο είχε κόψει με επιμέλεια στον κεφτεντέ*, συνήθεια την οποία δε εγκατέλειψε κι όταν απέκτησε μηχανή κοπής κρέατος, διότι, όπως έλεγε, δεν γίνονταν το ίδιο νόστιμοι οι ντολμάδες της με τον ψιλοκομμένο κιμά. Και φαίνεται πως είχε δίκιο, αφού ήταν αξεπέραστης γεύσης κι εμείς δεν αρκούμασταν στο να φάμε δυο τρεις, οπότε καταλήγαμε, με τις όποιες συνέπειες, να τρώμε μέχρι σκασμού.
Καθώς πλησίαζε το σούρουπο, η έγνοια της και η έγνοια μας ήταν να φτιάξει την κουλούρα της πρωτοχρονιάς! Κουλούρα την πρωτοχρονιά; Ναι! Διότι τότε, στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, πριν αρχίσουν στα νοικοκυριά να παρασκευάζονται μοντέρνες βασιλόπιτες, σαν κι αυτές που φτιάχνονται και σήμερα, η πρωτοχρονιάτικη πίτα μας τέτοια ήταν. Κουλούρα από καλαμποκάλευρο αλεσμένο στον νερόμυλο του χωριού, άλλοτε τυλιγμένη με αποξηραμένα φύλλα κουτσουμπιάς*, καστανιάς,…, τα οποία φυλάσσονταν σε αρμαθιές, κι άλλοτε με χλωρά φύλλα καμπρολάχανου ή άλλων φυτών, που το καθένα τής προσέδιδε το άρωμά του, και ψημένη στη χόβολη!
– Έλα, κόρη μου, έλα να βλέπεις να μαθαίνεις! είπε κάποια στιγμή, καλώντας με κοντά της η μάνα, κάτι που παγίως έκανε για πολλά ζητήματα του νοικοκυριού, προκειμένου να μαθητεύω σε χρήσιμα θέματα για τη ζωή μιας γυναίκας.
– Αμέσως, μανούλα, αμέσως! απάντησα και βρέθηκα κοντά της. Άλλωστε, μου άρεσε πολύ να συμμετέχω σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Πόσο μάλλον, που οι καιρικές συνθήκες είχαν απαγορεύσει κάθε παιχνίδι στην ύπαιθρο.
Η μητέρα, αφού κοσκίνισε το αλεύρι με τη χοντρή σήτα, το ’ριξε στη σκάφη ζυμώματος. Κατόπιν, πρόσθεσε το αναγκαίο αλάτι και, ενώ το ανακάτευε με στιβαρή ξύλινη κουτάλα, πρόσθετε σταδιακά καυτό νερό. Μόλις η ζύμη απέκτησε την κατάλληλη πυκνότητα, τοποθέτησε με τέχνη πάνω στο πλαστήρι φύλλα καστανιάς κι ύστερα άπλωσε εκεί τη ζύμη, δίνοντάς της σχήμα. Μετά γύρισε προς τα πάνω τα φύλλα της βάσης, τα οποία εξείχαν, κάλυψε την υπόλοιπη επιφάνεια με φύλλα, που το υπέροχο χρώμα και ο τρόπος, με τον οποίο τα ’χε βάλει ένα δίπλα στ’ άλλο, συνιστούσαν ένα μικρό εφήμερο έργο τέχνης που δεν το απαθανάτισε κανένας φωτογραφικός φακός, μόνο η μνήμη, η οποία το αναπαριστά λειψά αυτή τη στιγμή με λόγια! Αφού τέλεψε αυτό το τελευταίο στάδιο της ετοιμασίας, χωρίς καμία άργητα, άρπαξε τη μασιά, αναμέρισε τη θράκα και τη χόβολη, καθαρίζοντας το κέντρο του τζακιού και με αριστοτεχνική κίνηση, κρατώντας το πλαστήρι από το χερούλι, έριξε την κουλούρα στη θερμασμένη πλάκα και την κάλυψε με ζεστή χόβολη.
Όταν πέρασε ο καθορισμένος χρόνος, ενώ εγώ με τ’ αδέλφια μου δοκιμάζαμε την τύχη μας, παίζοντας με την τράπουλα εικοσιένα και τριανταένα και παίρνοντας ως έπαθλο των νικών μας σπόρους καλαμποκιού και φασολιών, η μάνα έβγαλε την κουλούρα από τη χόβολη, αφήρεσε τα φύλλα, με τα οποία ήταν καλυμμένη, και προχώρησε στο τελευταίο στάδιο της κουλούρας – βασιλόπιτας, ετοιμάζοντας τη μπουκουβάλα. Θρυμμάτισε, δηλαδή, την κουλούρα, αφαιρώντας κυρίως την ψίχα – άφησε και μερικά θρυμματισμένα, επίσης, τραγανά κομματάκια από την επιφάνειά της – και κατόπιν πρόσθεσε βούτυρο, που ουσιαστικά έδωσε ξεχωριστή γεύση στο μείγμα, το οποίο δεν είχε κάτι άλλο μέσα, πλην του αλατιού, για να το νοστιμίζει. Μέσα σ’ αυτό πρόσθετε και τα σύμβολα της τύχης για τη νέα χρονιά, δηλαδή ένα κέρμα, ένα πουρναρόφυλλο κι έναν σπόρο καλαμποκιού! Όποιος κέρδιζε το πρώτο, θα είχε τύχη στα χρήματα, όποιος το δεύτερο στα γίδια κι όποιος το τρίτο στα χωράφια! Σ’ άλλα σπίτια, στα οποία η κύρια ενασχόληση των ενοίκων ήταν η κτηνοτροφία, έβαζαν στη μπουκουβάλα ένα φύλλο από πουρνάρι, ένα από φυλλίκι κι ένα από αριά, των οποίων η σημειολογία αντίστοιχα ήταν τύχη στα κατσίκια, στα πρόβατα και στα γελάδια!
Εκείνη τη χρονιά κέρδισα το πουρναρόφυλλο! Βέβαια, αν και χάρηκα, που η τύχη μού χαμογέλασε, και αν και για χρόνια παράλληλα με τις σπουδές μου φύλαγα, όποτε το επέτρεπε ο χρόνος, τα γίδια της οικογένειάς μου, το φύλλο εκείνης της χρονιάς δεν πρόβλεψε σωστά το μέλλον μου! Πάντως, όλα αυτά και όσα άλλα τότε έζησα τα κουβαλώ μέσα μου ως πλούτο ανεξάντλητο! Διότι αυτού του είδους τα πλούτια δεν τελειώνουν ποτέ και αποτελούν εμπειρίες ζωής, τις οποίες δεν μπορείς να τις βιώσεις, παρά μόνο να τις πληροφορηθείς ίσως, μέσα σε σελίδες βιβλίων. Και οι άνθρωποι που δίπλα τους τ’ αποκτήσαμε, ζώντας κοντά στη φύση κι έχοντας συνείδηση πως ο βίος και το βιός τους καθορίζονταν από κείνη, εκτός που τη σέβονταν, δεν την ξεχνούσαν. Άλλοτε, σε διάφορες γιορτές του χρόνου έκαναν ποικίλες εξιλαστικές πράξεις, προκειμένου να την εξευμενίσουν, κι άλλοτε, όπως στην κουλούρα της πρωτοχρονιάς, χρησιμοποιούσαν σύμβολα τύχης από τον φυτικό παράδεισό της.
Τώρα, κάθε που πλησιάζουν οι γιορτές του Δωδεκαημέρου, η ψυχή μου πάλλεται απ’ όλα κείνα, τα οποία συνθέτουν τον γιορτασμό τους. Όχι τον τωρινό, που αποτελεί μείγμα ντόπιων και ξενόφερτων εθίμων, αλλά τον άλλον, ο οποίος αφορά στο παρελθόν και διακρίνονταν από αρχοντική λιτότητα και κατάνυξη. Κι αυτό όχι επειδή ο χρόνος ωραιοποίησε με το κύλημά του ό,τι τότε βιώθηκε, αλλά γιατί σήμερα έχουν όλα επηρεαστεί από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, ο οποίος, παρά τις ανέσεις του, μας στερεί από συνήθειες και συμπεριφορές που άλλοτε μας έκαναν να νιώθουμε πως οι γιορτές με τη διαφοροποίηση της καθημερινότητας που δημιουργούσαν, την άλλαζαν κιόλας, δίνοντας τον τόνο της διαφορετικής θέασης της ζωής και της ανανέωσής της.
Και σκέφτομαι πως με τόση περισσή πολυτέλεια και ανούσια πράγματα, με τα οποία γεμίσαμε τη ζωή μας, είναι καιρός τη νέα χρονιά να θάψουμε ως άτομα και ως κοινωνία την κακή πλευρά του εαυτού μας και να κάνουμε ένα άλμα πέρα απ’ τη φθορά, που λέει ο ποιητής! Τότε, θα μπορούμε, ίσως, να λέμε πως το νέο έτος θα κομίσει κάτι αληθινά καινούργιο!
Γλωσσάρι
κεφτεντές, ο κορμός δέντρου κατάλληλα κομμένος, πάνω στον οποίο κόβουν το κρέας σε μικρά κομματάκια (κιμά), για να φτιάξουν κεφτέδες, ντολμάδες κ.λπ.
κουτσουμπιά, η το δέντρο κερωνία η έλλοβος