Η ΟΡΓΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία δεν αντέχει άλλο θόρυβο. Στιγμές που οι λέξεις περισσεύουν, τα συνθήματα προσβάλλουν και οι δηλώσεις ηχούν σαν βεβήλωση. Τότε γεννιέται μια οργή σιωπηλή. Όχι παθητική.
Βαθιά, βαριά και ανθρώπινη. Μια οργή που δεν ζητά χειροκρότημα ούτε πολιτική εκπροσώπηση.
Πέντε εργαζόμενες μητέρες που δεν γύρισαν ποτέ στα παιδιά τους. Επτά νέα παιδιά που ξεκίνησαν για να ζήσουν τη χαρά της ομάδας τους και δεν έφτασαν ποτέ. Άνθρωποι καθημερινοί, χωρίς τίτλους, χωρίς εξουσία, χωρίς μικρόφωνο. Άνθρωποι που έγιναν αριθμοί σε δελτία ειδήσεων και αφορμές σε πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Που να γίνονταν και το τραγικό τροχαίο σε κάποιο ελληνικό επαρχιακό δρόμο.Όχι κάπου μακριά. Όχι αλλού.
Κάπου εκεί αρχίζει η ντροπή.

Γιατί ο θάνατος, όταν γίνεται εργαλείο, χάνει την ανθρώπινη διάσταση του. Και στην Ελλάδα έχουμε μεγάλη εμπειρία στο πώς οι τραγωδίες μετατρέπονται σε πεδία κομματικής σύγκρουσης. Δεν προλαβαίνει να κλείσει το φέρετρο και ανοίγουν τα πάνελ. Δεν στεγνώνει το δάκρυ και ξεκινούν οι ανακοινώσεις. Όχι για τη μνήμη, όχι για την ευθύνη, αλλά για την πολιτική αξιοποίηση.

Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη δεν δηλητηρίασε μόνο μια χώρα από θλίψη. Δηλητηρίασε και τον δημόσιο λόγο. Ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο μια παθολογία χρόνων. Την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να σταθεί με αξιοπρέπεια απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Κυβερνώντες και αντιπολίτευση εγκλωβισμένοι στο ίδιο παιχνίδι.
Ποιος θα κερδίσει πόντους πάνω στα συντρίμμια.
Δεν είναι όλα ίδια, θα πουν κάποιοι. Και ίσως να έχουν δίκιο στις αποχρώσεις. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο για την κοινωνία.

Τοξικότητα, διχασμός, κυνισμός. Ένας δημόσιος λόγος που δεν αναζητά αλήθεια αλλά ενόχους κατά παραγγελία. Που δεν επιδιώκει λύσεις, αλλά εντυπώσεις. Που δεν καλλιεργεί ενσυναίσθηση, αλλά οργή χωρίς κατεύθυνση.
Η υποκρισία γίνεται πιο προκλητική όταν συνοδεύεται από ηθικολογία. Όταν εκείνοι που κυβέρνησαν, διαχειρίστηκαν, υπέγραψαν ή σιώπησαν εμφανίζονται ξαφνικά ως τιμητές. Και όταν εκείνοι που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν περιορίζονται στο να κραυγάζουν, χωρίς να εξηγούν πώς θα κάνουν τα πράγματα διαφορετικά. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία κουρασμένη, καχύποπτη και βαθιά απογοητευμένη.

Η τοξικότητα που διαχέεται δεν είναι τυχαία. Είναι πολιτικό προϊόν. Καλλιεργείται συστηματικά, γιατί ο θυμωμένος πολίτης σκέφτεται λιγότερο και στοιχίζεται ευκολότερα. Ο διχασμένος πολίτης δεν ζητά λογοδοσία, ζητά δικαίωση της πλευράς του. Και έτσι η ουσία χάνεται, οι ευθύνες, οι θεσμικές ανεπάρκειες, οι χρόνιες παθογένειες που γεννούν τις τραγωδίες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σιωπή κάποιων ανθρώπων δεν είναι αδιαφορία. Είναι άρνηση συμμετοχής σε ένα ανήθικο παιχνίδι. Είναι σεβασμός στους νεκρούς και στους ζωντανούς που κουβαλούν τον πόνο. Είναι μια στάση που λέει: «Όχι στο πένθος με όρους επικοινωνίας. Όχι στον πόνο ως πολιτικό καύσιμο».
Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από άλλες δηλώσεις. Έχει ανάγκη από αλήθεια, ευθύνη και πράξεις. Από ένα πολιτικό σύστημα που να σκύβει το κεφάλι όταν πρέπει και να μιλά μόνο όταν έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Από πολιτικούς που να θυμούνται ότι πριν από τα κόμματα υπάρχει η ανθρώπινη ζωή.

Αλλά ποιο πολιτικό σύστημα που ζέχνει ολόκληρο;;
Ίσως η πιο τίμια στάση σήμερα να είναι αυτή η οργισμένη σιωπή. Όχι ως παραίτηση, αλλά ως απαίτηση. Απαίτηση για λιγότερα λόγια και περισσότερη ουσία. Για λιγότερη τοξικότητα και περισσότερη ευθύνη. Για μια πολιτική που να υπηρετεί την κοινωνία και όχι να την δηλητηριάζει.
Γιατί κάποιοι θάνατοι δεν αντέχουν άλλα συνθήματα. Αντέχουν μόνο μνήμη, σεβασμό και δικαιοσύνη.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών