
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος
Η ελληνική κοινωνία έχει αποκτήσει μια μόνιμη πολιτική συνήθεια: κάθε φορά που τα πράγματα δυσκολεύουν, αντί να ψάχνει συλλογικές λύσεις, ψάχνει τον επόμενο άνθρωπο που θα τη «σώσει».
Σήμερα είμαστε ξανά στο ίδιο έργο θεατές. Ένα κομμάτι της κοινωνίας – θα δείξει στις εκλογές αν είναι μικρό ή μεγάλο – περιμένει τη Δευτέρα παρουσία του Αλέξη Τσίπρα σαν να πρόκειται μόνος του να αναστήσει την κεντροαριστερά και να αλλάξει τη χώρα.
Την ίδια στιγμή, σε διαφορετικό πλαίσιο, αρχίζει να χτίζεται γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού μια αντίληψη σχεδόν υπερπολιτικής εκπροσώπησης, σαν η κοινωνική οργή από μόνη της να αρκεί για να παραχθεί πολιτική λύση.
Ήδη, άλλωστε, υπάρχουν προσωποκεντρικά κόμματα στη βουλή, τόσο προσωποκεντρικά που το όνομα του επικεφαλής τους έχει ενσωματωθεί στο όνομα του ψηφοδελτίου: «Πλεύση Ελευθερίας – Ζωή Κωσνταντοπούλου», «Ελληνική Λύση – Κυριάκος Βελόπουλος» είναι τα πλήρη ονόματα των κομμάτων, με τα οποία συμμετείχαν στις τελευταίες εκλογές.
Κάθε φορά ακριβώς το ίδιο μοτίβο. Δεν συζητάμε σοβαρά για πολιτικές, για προγράμματα, για κοινωνικές συμμαχίες, για θεσμούς ή για το πώς οργανώνεται μια παράταξη με κοινωνική βάση και διάρκεια. Συζητάμε για πρόσωπα. Για τον «ηγέτη». Για τον «εκλεκτό». Για εκείνον που θα εμφανιστεί και με κάποιον μαγικό τρόπο θα λύσει όσα δεν κατάφερε να λύσει ολόκληρη η κοινωνία επί δεκαετίες.
Και το πιο ειρωνικό; Οι ίδιοι άνθρωποι που καταγγέλλουν την προσωπολατρία στους πολιτικούς τους αντιπάλους, μόλις εμφανιστεί το δικό τους «πρόσωπο ελπίδας», κάνουν ακριβώς το ίδιο. Λες και η πολιτική είναι reality casting για τον επόμενο σωτήρα.
Ο δε σωτήρας που αναζητά αυτή η μερίδα της κοινωνίας, δε χρειάζεται καν να είναι ικανός για τη δουλειά. Αρκεί να έχει ωραίο λόγο και να γράφει καλά στην κάμερα.
Αν είναι και εμφανίσιμος, ακόμα καλύτερα. Τη ζήσαμε αυτή την έκφανση του φαινομένου με τον Στέφανο Κασσελάκη πέρσι: ένας άνθρωπος που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική, κατάφερε να γίνει ηγέτης ενός ιστορικού κόμματος με μοναδικά προσόντα την εικόνα του και τη γνώση των μέσων.
Στη συνέχεια, βέβαια, η έλλειψη οποιουδήποτε προσόντος έγινε αναπόφευκτα φανερή σε όλους και ήταν αυτή που οδήγησε στη βίαιη αποβολή του.
Το μάθημα, όμως, δεν το πήραμε ως κοινωνία από ό,τι φαίνεται. Συνεχίζουμε να αναζητούμε τον ηγέτη που θα μας σώσει. Ψάχνουμε τη μετεμψύχωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Μόνο που η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή. Καμία σοβαρή κοινωνική αλλαγή δεν έγινε ποτέ μόνο επειδή εμφανίστηκε ένας χαρισματικός άνθρωπος.
Ό,τι κέρδισαν οι κοινωνίες το κέρδισαν μέσα από συλλογικούς αγώνες, οργανωμένες παρατάξεις, κοινωνικά κινήματα, πίεση, συμμετοχή και ανθρώπους που δούλεψαν πολιτικά για χρόνια — όχι επειδή περίμεναν έναν αρχηγό να τα κάνει όλα για λογαριασμό τους.
Ακόμη και οι ηγέτες που άφησαν αποτύπωμα στην ιστορία δεν λειτούργησαν ποτέ μόνοι τους. Φυσικά και είχαν επικοινωνιακό χάρισμα και ηγετικές ικανότητες.
Αλλά είχαν και εξίσου ικανούς συνεργάτες. Εξέφρασαν υπαρκτά κοινωνικά ρεύματα. Πάτησαν πάνω σε συλλογικότητες, οργανωμένους χώρους και κοινωνική συμμετοχή. Όταν αυτά λείπουν, κανένα επικοινωνιακό χάρισμα δεν αρκεί.
Το πρόβλημα είναι ότι η λογική του «μεσσία» βολεύει. Γιατί απαλλάσσει την κοινωνία από την ευθύνη της συμμετοχής. Δεν χρειάζεται να οργανωθείς, να συμμετέχεις, να συγκρουστείς πολιτικά ή να χτίσεις κάτι με διάρκεια. Αρκεί να περιμένεις τον κατάλληλο άνθρωπο και να του φορτώσεις τα όνειρα και τις προσδοκίες σου για ένα καλύτερο μέλλον.
Και όταν τελικά αποτύχει — γιατί είναι δεδομένο ότι θα αποτύχει να σηκώσει μόνος του το βάρος που του φόρτωσαν εκατομμύρια άνθρωποι — αρχίζει ο γνωστός ελληνικός κύκλος: αποθέωση, απογοήτευση, απαξίωση και μετά αναζήτηση του επόμενου «σωτήρα».
Σαν λαός, άλλωστε, αν κάτι μας αρέσει περισσότερο από το να θεοποιούμε ανθρώπους, είναι να τους αποκαθηλώνουμε.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με πολιτικά θαύματα ούτε με «φωτισμένους εκλεκτούς».
Λειτουργεί όταν οι κοινωνίες σταματούν να περιμένουν σωτήρες, οργανώνονται, παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους και αρχίζουν να πιστεύουν ξανά στη δύναμη της συλλογικής δράσης.
Για αυτό και τα οργανωμένα κόμματα έχουν καταφέρει, έστω πληγωμένα, να παίζουν ακόμη πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Γιατί τα κόμματα με κοινωνικές ρίζες μπορεί να λυγίζουν, αλλά αντέχουν. Τα προσωποκεντρικά μορφώματα συνήθως καταρρέουν μαζί με τον αρχηγό τους.