ΙΕΡΕΜΙΑΔΕΣ

Του Βαγγέλη Σακέλλιου
Δικηγόρου

Ανήκω στους εν γένει αισιόδοξους, σαυτούς δηλαδή που βλέπουν το ποτήρι «μισογεμάτο». Γιαυτό και σταθερό moto (μου) παραμένει το σπαρακτικό φινάλε της νουβέλας της Margaret Mitchell «αύριο είναι μια άλλη μέρα».
Αυθόρμητα σκέφτηκα την «Σκάρλετ Ο’ Χάρα» μέσα από τα αποκαΐδια του αμερικάνικου εμφυλίου και τις στάχτες της ζωής της, όσα και ο,τι δηλαδή στοίχειωσαν την περιπέτεια και το ταξίδι της στο «όσα παίρνει ο άνεμος».
Και τα σκέφτηκα κουβαλώντας τον εκλογικό σάκο και τα τηλεγραφήματα των εκλογών στο Πρωτοδικείο λίγο μετά την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων της Κυριακής.
Άκουγα στο ραδιόφωνο τα εκλογικά αποτελέσματα που την μικρή τους εικόνα πρωτοείδα σένα χωριό, λίγο έξω από την Άρτα, όταν μετρούσα και ταξινομούσα τις προτιμήσεις των πολιτών.
Δεν ξαφνιάστηκα, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε. Είμασταν πια υποψιασμένοι από την προ μηνός ετυμηγορία κι απλώς, λίγο-πολύ, περιμέναμε την επανάληψη και επιβεβαίωσή της. Κι αυτή η επανάληψη, διατυπωμένη με ευκρίνεια, οδηγεί σε παραδοχές, σε συμπεράσματα, σε ερμηνείες.

Πρώτη παραδοχή, χωρίς αστερίσκους και υστερόγραφα, η ανάδειξη ενός μεγάλου νικητή. Όπως και αν προσλάβουμε την Νέα Δημοκρατία, είτε ως Δεξιά, είτε ως φιλελεύθερη παράταξη, είτε ως συντήρηση, είτε ως το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη το γεγονός παραμένει αναμφισβήτητο : Η ολική επικράτηση της και η οιονεί πολιτική κυριαρχία της.
Η σαρωτική της επέλαση, αν συνδυαστεί με την εκλογική καθίζηση του κύριου πολιτικού αντιπάλου της, αποκτά διαστάσεις θριάμβου. Αποτυπώνει χωρίς αντιρρήσεις την πολιτική της υπεροχή και αναδεικνύει καταφανώς την κομματική ισχύ της.
Δημοσιολόγοι και πολιτικοί αναλυτές, από διαφορετικές αφετηρίες και συμφραζόμενα, συμπίπτουν στη διαπίστωση ότι η προστιθέμενη αξία, ή μάλλον η μόνη αξία, στη σημερινή ΝΔ είναι ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον οποίο και πιστώνουν εξ ολοκλήρου όχι μόνο την αντοχή του κόμματος αλλά, κυρίως την εξ αριστερών διεύρυνση αυτού με δυνάμεις του πολιτικού και κοινωνικού κέντρου. Μιλάμε για τις δυνάμεις εκείνες που αρχικά συγκρότησαν το λεγόμενο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο την περίοδο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2015. Είναι οι δυνάμεις εκείνες που στις εκλογές του 2019 έκαναν την πρώτη υπέρβαση και ψήφισαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όχι την ΝΔ. Είναι οι ίδιες αυτές οι δυνάμεις που σε όλη την διάρκεια της κυβερνητικής θητείας 2019-2023, σταθερά και αταλάντευτα στήριξαν τις επιλογές της κυβέρνησης ομνύοντας στην «κανονικότητα», στην προσήλωση της Ενωμένης Ευρώπης, στην «σταθερότητα».

Είναι εκείνες οι δυνάμεις που δαιμονοποιώντας την διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προτίμησαν, κυριολεκτικά για «πρώτη φορά», να υποστηρίξουν και να υπερψηφίσουν Μητσοτάκη.
Οι δυνάμεις αυτές, ως επί το πλείστον ξένες προς την ιστορία, τις παραδόσεις, τις αρχές και την κουλτούρα της Δεξιάς, συντάχθηκαν με ο,τι οι ίδιες προσδιόριζαν ως «προοπτική», της οποίας τον αυθεντικό εκφραστή βρήκαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πρώτος απογαλακτισμός τους από τον (παλιό) πολιτικό τους χώρο πρέπει να σημειώθηκε εντεύθεν της εκλογής του Κ. Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ.
Με άλλοθι η αιτία τα κυβερνητικά πεπραγμένα των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και την εμφανή αδυναμία αυτοπροσδιορισμού του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από ένα καχεκτικό και αυτομαστιγώμενο ΠΑΣΟΚ , αυτές οι δυνάμεις χωρίς δισταγμό, χωρίς ενοχές, κατέστησαν πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο του Κ. Μητσοτάκη αρχικά, ακολούθως δε πολύτιμο πολιτικό εργαλείο στην άσκηση της κατ’ ιδίαν κυβερνητικής πολιτικής.
Αυτές οι δυνάμεις μπορεί να δυσφόρησαν με το σκάνδαλο και την θεσμική εκτροπή των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, μπορεί να δάκρυσαν ή και να θύμωσαν μπροστά στην ανείπωτη τραγωδία των Τεμπών ωστόσο δεν αποτόλμησαν το κάτι παραπάνω.

Κι είναι ακριβώς αυτές οι δυνάμεις (του κέντρου και της κεντροαριστεράς) που ιδανικά αναπλήρωσαν τις (σημαντικές) απώλειες της ΝΔ στα δεξιά αυτής.
Το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου 2023 κατέδειξε την απόλυτη πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς και τον κυρίαρχο ρόλο του Κ. Μητσοτάκη.
Ωστόσο παραμένει, ακόμα πιστεύω, ζητούμενο η ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς, δηλαδή η νίκη της στο πεδίο των ιδεών και η επικράτηση της στα συμφραζόμενα της ιδεολογίας της και των πολιτικών της αναφορών στην πολιτική συμπεριφορά και κοινωνική πράξη των πολιτών. Έστω κι αν, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή, αποτυπώνεται μέσα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ερευνών ο, τι ακριβώς παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρώπη : συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, ενίσχυση της Δεξιάς.
Δεύτερη παραδοχή, χωρίς αστερίσκους και υστερόγραφα, η εκλογική καθίζηση και η εντεύθεν περιδίνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν ανήκω σαυτούς που προεξοφλούν το τέλος του ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογική συρρίκνωση του δεν σημαίνει απαραίτητα και πολιτικό εξοστρακισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με διαρκώς ζητούμενη και διεκδικούμενη την ταυτότητα και φυσιογνωμία του, εκλογικά αποδοκιμάστηκε. Και αποδοκιμάστηκε ηχηρά. Δεν ανέπτυξε ένα συνεκτικό αφήγημα, δεν πρόταξε μια πειστική κυβερνητική εκδοχή, δεν άσκησε κριτική για τα (παλιά) κυβερνητικά πεπραγμένα του, πολιτεύτηκε ατάκτως και με ατζέντα μειοψηφίας, δεν αφουγκράστηκε τον παλμό και τα ουσιώδη της καθημερινότητας, δαιμονοποίησε τον Μητσοτάκη κατηγορώντας την διακυβέρνηση του εξισώνοντας την με τον «Ορμπανισμό».
Ο ΣΥΡΙΖΑ εστίασε σε λάθος θέματα, σε λάθος χρόνο, με λάθος τρόπο. Πολιτεύτηκε με την θεματολογία του 2015 και το θυμικό του 2012. Αντιπολιτεύτηκε δια της απαξίωσης, αδιαφορώντας για το πρόταγμα της επόμενης μέρας. Τα ίδια τα στελέχη, τα μέλη και οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και οι περισσότεροι ψηφοφόροι του, εκ των υστέρων εστίασαν στα λάθη, στις πράξεις και τις παραλείψεις. Πρέπει εξάλλου, πειστικά, να αιτιολογήσουν όχι την ήττα αυτή καθ’ εαυτή αλλά το μέγεθος της και τα συμφραζόμενα αυτού.
Δεν μπορώ να γνωρίζω εάν η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι στρατηγική ή όχι. Δεν γνωρίζω καν εάν θα υπάρχει ένα σχέδιο και πλάνο δομικής ανάταξής του.

Πιστεύω ωστόσο, πως για να γίνει ξανά πρωταγωνιστής των εξελίξεων πρέπει να εκφράσει με πειθώ και αξιοπιστία όχι μόνο τις αξίες και τα προτάγματα μιας άλλης, εναλλακτικής πολιτικής, στο όνομα και για λογαριασμό της πληθυντικής Αριστεράς (κάτι που ουδόλως έπραξε στα ανέμελα χρόνια της διακυβέρνησης του με τους ΑΝΕΛ) αλλά, κυρίως, να προτάξει μια πρόταση εξουσίας βαθιά επεξεργασμένη και μπολιασμένη με τις ιδέες της Αριστεράς, δηλαδή τις ιδέες εκείνες που καθιστούν ορατή και διακριτή την τομή Δεξιά/Αριστερά.
Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ, με τα ορφανά του Καραμανλισμού και τα πιο κακομαθημένα παιδιά του ΠΑΣΟΚ στις τάξεις του, δεν έχει καμία τύχη. Η εκ βαθέων αναγέννηση του με τον εκ νέου αυτοπροσδιορισμό του στην όντως αριστερή φορά του εκκρεμούς σε συνδυασμό με μια πραγματιστική προσέγγιση του στο διακύβευμα της επόμενης μέρας, πιθανόν, υπό όρους και προϋποθέσεις, σημάνει μια επανεκκίνηση ταυτοτικού χαρακτήρα.
Το σημερινό εκλογικό ποσοστό του τον καθιστά αναμφίβολα τον κύριο πόλο της κεντροαριστεράς, δίπλα και απέναντι σένα αμήχανο ΠΑΣΟΚ μικρομέγαλης συμπεριφοράς, αλλά μέχρι εκεί.
Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί κίνδυνο για την ΝΔ.
Τρίτη παραδοχή, χωρίς αστερίσκους και υστερόγραφα, η εκλογική επίδοση και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της ακροδεξιάς.

Είναι απογοητευτικό αλλά όχι ανεξήγητο, εξοργιστικό αλλά όχι ξαφνικό.
Η Γηραιά Ήπειρος, απ’ την Μεσόγειο,την Μέση Ευρώπη, την Σκανδιναβία συμφιλιώνεται ήδη «μέναν ελέφαντα στο δωμάτιο». Γιατί όχι και η Ελλάδα;
Μια Ελλάδα, για να μην ξεχνιόμαστε, που ουδέποτε απέστη ή παρέκλινε απ’ το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία- οικογένεια» και τον συμβολισμό που έντονα αυτό το τρίπτυχο εξέπεμπε με όλα τα συμφραζόμενα για τον μέσο Έλληνα.
Μετά την μεταπολίτευση η μόνη ιδεολογική (όχι πολιτική) μάχη που δόθηκε και κερδήθηκε ήταν «η μάχη των ταυτοτήτων», όταν δηλαδή ένας παπάς, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, με το λάβαρο της Αγίας Λαύρας (!)απαιτούσε δημοψήφισμα και την ταυτοτική κατοχύρωση του θρησκεύματος στις νέες ταυτότητες.
Ο Χριστόδουλος, αν θυμάστε, είχε μαζί του τους… πιστούς, τα μοναστήρια, την Νέα Δημοκρατία και τις παραδόσεις του …Βυζαντίου.
Ο Σημίτης προέταξε μόνο το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της σοσιαλδημοκρατίας, υποταγμένα όλα στα Συνταγματικά προβλεπόμενα.
Η πληθωρική – εκ νέου – παρουσία της ακροδεξιάς πρέπει να ανησυχεί, δεν πρέπει να τρομάζει. «Το αυγό του φιδιού» δεν καταπολεμάται, πιστεύω, με εξορκισμούς και απαγορεύσεις. Θλίβομαι και πραγματικά αναρωτιόμουν τι πήγε στραβά κι έβλεπα νέα αγόρια και κορίτσια, χαρά θεού παιδιά, με τα ψηφοδέλτια των «Σπαρτιατών» στα χέρια, με άγνοια κινδύνου να κατευθύνονται στο παραβάν. Τι θα μπορούσαν να πουν άραγε αυτά τα παιδιά αν είχαν μπροστά τους την Μάγδα Φύσσα ;

Η αναίρεση της Δημοκρατίας απαντάται μόνο με περισσότερη Δημοκρατία, με αγωγή και κουλτούρα Δημοκρατίας. Είναι κι αυτό που ο μακαρίτης ο Ηλιού, στα δύσκολα και πέτρινα χρόνια του 1962, διακήρυττε : «Θα τους ταράξουμε στην νομιμότητα».
Κοντολογίς και συμπερασματικά : Η πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς δεν πρέπει να οδηγήσει στην ιδεολογική ηγεμονία της. Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους είναι αυτοί που, ανεπαίσθητα αλλά σταθερά, διαμορφώνουν την πολιτική και συνακόλουθα εκλογική συμπεριφορά. Γιαυτό και οι μάχες που έρχονται θα έχουν έντονο ιδεολογικό αποτύπωμα γιατί θα αφορούν την ίδια την κοινωνία και τους μετασχηματισμούς της.

ΥΓ. Η εκλογική επίδοση του ΚΚΕ μόνο αισιοδοξία προσφέρει. Όσο θα συνδιαλέγεται με όρους μέλλοντος και κοινωνίας τόσο θα κεφαλαιοποιεί την ιστορικότητα της διαδρομής του.
Η καθ’ ημάς Αριστερά τώρα νοιώθει λιγότερη μοναξιά.