Ιερο-εθνο-μάρτυρες της εν Άρτη Εκκλησίας

(μικρό ευλαβικό αφιέρωμα στα ματωμένα ράσα της Κατοχής)

Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου-εκπαιδευτικού (χημικού)

Ο όρος «ιεροεθνομάρτυρας» αναφέρεται στους κληρικούς που υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο αγωνιζόμενοι υπέρ του Έθνους. Στον κατάλογο των ιεροεθνομαρτύρων της εν Άρτη Εκκλησίας και για την χρονική περίοδο 1940-1944 περιλαμβάνονται οι παρακάτω.

1.Ιερέας Ζώης Δημήτριοςετών 50),εφημέριος Λουτρότοπου Άρτας. Καταγόταν από το Κομμένο Άρτας και εκτελέστηκε τον Αύγουστο του 1943 με άλλους κατοίκους του χωριού.

2.Ιερέας Λάμπρος Σταμάτης (ετών 51),εφημέριος Κομμένου. Οι Γερμανοί τον εκτέλεσαν στον περίβολο του ναού, καθώς κρατούσε το Ευαγγέλιο στα χέρια. Επίσης, εκτέλεσαν τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του, ενός και έξι χρόνων.

3. Ιερέας Βασίλειος Τσουπράς(ετών 54), στον Άγιο Γεώργιο Σελλάδων. Εκτελέστηκε το 1943 σε αντίποινα για σαμποτάζ κατά των Γερμανών.

4. Ιερέας Χρήστος Θεοχάρης (ετών 50). Σκοτώθηκε το 1943 κατά τον βομβαρδισμό του χωριού Βουλγαρέλι της Άρτας.

5.Παπα-Σπύρος Ζαφείρης, ο ηρωικός ιερέας μαχητής στον Γοργοπόταμο.

Σύντομα ιστορικά στοιχεία μνήμης.

π.Λάμπρος Σταμάτης-π.Ζώης Δημήτριος
Και οι δύο κατάγονταν από το Κομμένο της Άρτας.
Ο παπα-Λάμπρος χειροτονήθηκε το 1920 και από το 1933 ήταν εφημέριος στο χωριό του.
Ο παπα-Δημήτρης Ζώης γεννήθηκε στο Κομμένο το 1892. Αφού τελείωσε το Δημοτικό του χωριού του φοίτησε στην Ιερατική Σχολή Άρτας. Μέσα στους νέους διακρινόταν μαζί με τον π. Λάμπρο Σταμάτη για την αγάπη του προς την Εκκλησία. Βοηθούσε τον εφημέριο του χωριού του στα καθήκοντά του, έψαλλε και συχνά δήλωνε την επιθυμία του ν’ αφιερωθεί στην Εκκλησία.
Το 1928 χειροτονήθηκε ιερεύς και τοποθετήθηκε στην ενορία των Ταξιαρχών Λουτρότοπου. Εκεί υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του ανάμεσα σ’ ενορίτες πού τον σέβονταν και τον αγαπούσαν για την ταπεινότητα και την καλοσύνη του.Και οι δύο κληρικοί εκτελέστηκαν στην σφαγή του Κομμένου στις 16 Αυγούστου 1943.

Η σφαγή του Κομμένου ήταν μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην ιστορία της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.Η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή.Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή που είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα.
Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα..
Ούτε και την εκκλησιά της Παναγιάς δε σεβάστηκαν.Πέταξαν στο πάτωμα του ναού τις εικόνες του τέμπλου και τα ιερά σκεύη.

Εκείνο το πρωινό της 16ης Αυγούστου, ο παπα-Λάμπρος πήγαινε στην εκκλησία έχοντας μαζί του το ευαγγέλιο, το θυμιατό και τα άμφια που χρησιμοποίησε την προηγούμενη μέρα στην τέλεση γάμου. Πιάστηκε από τους Γερμανούς και αφού τον βασάνισαν άγρια, τον σύρανε αιμόφυρτο στον προπυλώνα της εκκλησίας και τον εκτέλεσαν με μια σφαίρα στο μέτωπο. Αυτός ήταν και ο πρώτος της σφαγής του Κομμένου. Το Ευαγγέλιο βρέθηκε διάτρητο από σφαίρα σε μια γωνία, με ποτισμένες τις σελίδες του από το αίμα αυτού του τίμιου κληρικού.
Ο άλλος ιερέας του χωριού (π.Ζώης Δημήτριος), που εφημέρευε στο ναό των Αγίων Ταξιαρχών στον Λουτρότοπο και που είχε έρθει στους συγγενείς του για το πανηγύρι του χωριού στη γιορτή της Παναγίας, βρέθηκε κατακρεουργημένος και αιμόφυρτος και με βγαλμένα τα μάτια.

π.Βασίλειος Τσουπράς

Καταγόταν από το χωριό Σελλάδες του Δήμου Ν.Σκουφά, όπου γεννήθηκε το 1888.Από μικρός αγαπούσε την Εκκλησία και ο πόθος του να ιερωθεί τον έφερε για δυο χρόνια στην Ιερατική Σχολή Άρτας.
Ως ιερεύς-εφημέριος υπηρέτησε πρώτα στη Ρουπακιά Βάλτου. Ο ενάρετος βίος του και η εκκλησιαστική του δράση προσείλκυσε γρήγορα την προσοχή του Μητροπολίτη. Τον διόρισε τότε Αρχιερατικό Επίτροπο στο Δήμο Θυάμου Βάλτου και τον χειροθέτησε πνευματικό. Αργότερα τον κάλεσε στην έδρα της Μητροπόλεως και τον χρησιμοποίησε ως πνευματικό και οικονόμο της Ιερατικής Σχολής.
Γόνιμη ήταν η εργασία του κι απέσπασε την αγάπη και την εκτίμηση και του Μητροπολίτη και των χριστιανών. Όταν όμως οι Σελλάδες, η πατρίδα του, έμειναν χωρίς εφημέριο, τον πίεσαν πολύ οι συμπατριώτες του και στο τέλος υπεχώρησε κι έγινε εφημέριος του χωριού του.

Κι εδώ ο π. Βασίλειος δείχνει ζήλο και φιλοπονία εξαιρετική. Παράλληλα προς τις εφημεριακές του απασχολήσεις κατορθώνει να τελειώσει το Ιεροδιδασκαλείο Άρτας και να πάρει πτυχίο δασκάλου. Έγινε υπόδειγμα ιδανικού κληρικού.
Κατά την Κατοχή οι Σελλάδες εγκαταλείφθηκαν από τούς κατοίκους τους, γιατί καθώς ήταν κοντά στο δρόμο Άρτης-Αγρίνιου, δέχονταν πυκνές τις επιδρομές των κατακτητών. Σκορπισμένοι οι ενορίτες του π. Βασιλείου στα κοντινά χωριά κινδύνευαν να πεθάνουν της πείνας. Τότε αψηφώντας κάθε κίνδυνο παρουσιάζεται στο Γερμανό διοικητή και ζητά να επιτραπεί στους κατοίκους να γυρίσουν στο χωριό για να μαζέψουν τούς καρπούς από τα εγκαταλελειμμένα χωράφια τους. Ο διοικητής εξέδωσε τη σχετική διαταγή και έτσι επέστρεψαν στο χωριό τους οι Σελλαδίτες για να μαζέψουν την γεωργική τους σοδιά.

Ενώ γινόταν αυτά στις Σελλάδες, σε λίγη απόσταση αντάρτες καταστρέφουν την τηλεγραφική επικοινωνία των Γερμανών κόβοντας δώδεκα τηλεγραφικούς στύλους. Μη μπορώντας να πιάσουν τούς αντάρτες οι κατακτητές πιάνουν 60 από τούς ενορίτες του π. Βασιλείου και τον ίδιο μαζί. Αν και μπορούσε να φύγει, θεώρησε καθήκον να μείνει κοντά στους συμπατριώτες του που κινδύνευαν. Απ’ τους εξήντα αυτούς διάλεξαν 12, τους πιο επιφανείς — φυσικά ο π. Βασίλειος πρώτος και καλύτερος— και στο φυλάκιο της Κοντοράχης τους έστησαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Τους ρώτησαν αν ήθελαν τίποτα να πουν.
— Παιδιά, φώναξε ο παπάς στους συναθλητές του, πεθαίνουμε για τη θρησκεία και την πατρίδα. Θεέ μου συγχώρεσέ μας. Συγχώρησε και τους φονιάδες μας.
Αλλά την τελευταία φράση την διέκοψε η ριπή τού πολυβόλου… Ήταν 30 Σεπτεμβρίου 1943.

π.Χρήστος Θεοχάρης

Ο μεγάλος αυτός εθνικός και κοινωνικός εργάτης γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας. Επτά χρόνων τον πήρε υπό την προστασία του ο θείος του ιερομόναχος Βικέντιος. Τον βοήθησε να σπουδάσει στην Ιερατική Σχολή Άρτας που ανθούσε τότε. Την τελείωσε αριστούχος το 1922. Υπηρέτησε τρία χρόνια ως δάσκαλος (1913-1916). Τότε στρατεύθηκε και παρασημοφορήθηκε «επ’ ανδραγαθία». Γύρισε στο χωριό του μετά την καταστροφή του ‘22 και συνέχισε το έργο του δασκάλου.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερέας και έτσι πραγματοποιήθηκε ο παιδικός του πόθος. Τοποθετήθηκε εφημέριος στην Αγ. Παρασκευή Ράμιας. Η κοινότητα αυτή που απλώνεται σε μεγάλη ορεινή περιοχή πάνω στα Τζουμέρκα, έδωσε ευρύ πεδίο στον π. Χρίστο για να δράσει. Η ιερατική του ζωή ήταν μία συνεχής προσπάθεια εντατικής καλλιέργειας θρησκευτικού φρονήματος στους ενορίτες του. Είχε κατάρτιση και πίστηβαθιά. Αναζωογονούσε πάντα το χάρισμα της ιερωσύνης με την προσευχή και τη μελέτη του λόγου του Θεού. Ζούσε έντονα τη μυστηριακή ζωή κι ακτινοβολούσε αγάπη και καλοσύνη. Όλα αυτά τον βοηθούσαν για να ενισχύσει την πνευματική πρόοδο των χριστιανών του. Συμβιβαστικός και συμβουλευτικός αλλά και ελεγκτικός κατά την περίσταση. Σκοπός του να τους προαγάγει στην αρετή.

Πολλά κοινωφελή έργα στο χωριό του είναι δικά του. Συχνά άρπαζε στα χέρια το φτυάρι και τη σκαπάνη, δουλεύοντας ως κοινός εργάτης, για την ύδρευση, μια γέφυρα και ό,τι άλλο. Μα και στην οικονομική του συνδρομή δεν ήταν φειδωλός. Το Δημοτικό Σχολείο έγινε κυρίως από την εκποίηση ενός μέρους από την κτηματική του περιουσία.
Και ως οικογενειάρχης ο π. Χρίστος έδωσε αξιομίμητο παράδειγμα. Φιλόξενος και ελεήμων, δραστήριος και αισιόδοξος πάντα. Ήταν καλός αρχηγός στην πολυμελή οικογένειά του «τέκνα έχων πιστά. . . μετά πάσης σεμνότητος». Από τα παιδιά που του άφησε ο Θεός ένας έγινε ιερεύς (πρόκειται για τον μακαριστό Αρχιμανδρίτη Μάξιμο Θεοχάρη) και δύο έγιναν θεολόγοι.
Ανεκτίμητες ήταν οι υπηρεσίες του κατά τις κρίσιμες στιγμές του Έθνους της τελευταίας περιόδου. Στην επιστράτευση για το Αλβανικό ο π. Χρίστος συγκεντρώνει όλους που ήταν να φύγουν, τους μιλά μ’ ενθουσιασμό, κάμει ολονυκτία γι’ αυτούς, τους προπέμπει με στοργή κι αγάπη. Κι όταν αυτοί πολεμούσαν, ο π. Χρίστος φρόντιζε για τις οικογένειές τους.

Στην Κατοχή πάλι ο π. Χρίστος έχει να πολεμήσει με την πείνα για να σώσει τους ενορίτες του. Ο ίδιος ήλθε σ’ επαφή με τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα και κατά σύστασή του οργάνωσε εσωτερική ασφάλεια της κοινότητος.
Στις 3 Μαΐου του ‘43 ο π. Χρίστος ήταν στο χωριό Βουλγαρέλι, στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΔΕΣ. Μια βόμβα των Γερμανών που βομβάρδιζαν την περιοχή τον έκαμε κομμάτια.
(πηγή:https://eistorias.wordpress.com)

Παπα-Σπύρος Ζαφείρης, ο ηρωικός ιερέας μαχητής στον Γοργοπόταμο

Ο Σπυρίδων Ζαφείρης ή “Παπασπύρος” όπως ήταν περισσότερο γνωστός, καταγόταν από τη Μεγαλόχαρη Άρτας και ιερουργούσε από το 1939 στις Πηγές της Άρτας. Και τα δύο χωριά ανήκουν στην περιοχή των Άνω Ραδοβυζίων Άρτας στον ευρύτερο ορεινό όγκο της Νότιας Πίνδου και των Αγράφων.Πολέμησε στην Μικρά Ασία με τον βαθμό του λοχαγού υπό τις διαταγές του Νικόλαου Πλαστήρα και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Αργότερα εντάχθηκε άμεσα στις Εθνικές Ομάδες του Στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα. Διακρινόταν για το πάθος και την αποφασιστικότητά του. Ήταν ο πατέρας του μακαριστού Μητροπολίτη Περιστερίου κυρού Χρυσοστόμου.

Ο Μητροπολίτης Λήμνου, Διονύσιος στο σύγγραμμά του “Εκτελεσθέντες και Μαρτυρήσαντες Κληρικοί 1941-1949” αναφερόμενος στον Παπασπύρο γράφει:
“Όταν έσπασε η ηρωική αντίστασις των στρατιωτών μας με την επιδρομή των Γερμανικών μηχανών και κατέρρευσε και το Αλβανικό μέτωπο, η ψυχή του π. Σπύρου προαισθάνεται και προβλέπει αυτό που θα συμβεί. Συμβουλεύει να κρύψουν τα όπλα γιατί σύντομα θα τους εχρειάζοντο. Έτσι ο π. Σπύρος γίνεται ο πρώτος που συλλαμβάνει την ιδέα της Εθνικής Αντιστάσεως, ευθύς μόλις συντρίφθηκε η άμυνα του στρατού μας.
Αρχίζει τότε η εθνική δράσις του π. Σπυρίδωνος, που του έδωσε την επωνυμία του παπα-Φλέσσα της Κατοχής και του Ανταρτοπολέμου. Πρώτος αυτός οργάνωσε στην ιδιαιτέρα του πατρίδα ένοπλο τμήμα κατά του εχθρού. Ελευθερία ή θάνατος, το σύνθημά του. Ο όρκος τους ήταν εγκατάλειψις όλων και οικογενείας και σπιτιού και περιουσίας για την πατρίδα. Ο π. Σπύρος γίνεται η ψυχή της Αντιστάσεως στην περιοχή και το τμήμα του αποτελεί τον πυρήνα των Ομάδων του Ν. Ζέρβα.

Η δράσις του αυτή ανησυχεί πολύ τούς αντάρτες και θέλουν να τον εξοντώσουν. Για το σκοπό αυτό πιάνουν την πρεσβυτέρα και το μικρότερο του πεντάχρονο μόλις κορίτσι. Του προτείνουν τότε να παραδοθεί, γιατί θα έσφαζαν και τα δυο αγαπητά του πρόσωπα. Μα ο π. Σπύρος τους απαντά πως θα μείνει πιστός στον όρκο του να τα δώσει όλα για την πατρίδα. Οι αντάρτες τρόμαξαν την απάντηση του παπά. Φοβήθηκαν να τον ερεθίσουν περισσότερο και έτσι, μόλις πήραν την απάντησή του, απελευθέρωσαν την μάνα και το παιδί”.
Όταν ο ίδιος παρουσιάσθηκε στον Ζέρβα, κατά τους πρώτους μήνες της παρουσίας του ΕΔΕΣ στα βουνά της Ελεύθερης Ορεινής Ελλάδας, ο αρχηγός του ΕΔΕΣ προσπάθησε να τον πείσει να δώσει μόνο την ευλογία του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. “Παπά, του είπε ο Ζέρβας, έχεις μεγάλη οικογένεια να θρέψεις. Άσε να πολεμήσουν τα παιδιά. Από σένα θέλουμε μόνο την ευχή σου“. Τότε ο θρυλικός ιερέας απολύτως συνειδητοποιημένος του απάντησε: “Η ευχή μου έχει βέβαια την αξία της. Αυτήν την έχεις Στρατηγέ. Σαν πάρουν όμως την ανηφόρα οι Ιταλοί, μεγαλύτερη πέραση θα έχει το τουφέκι μου“.

Από τη στιγμή εκείνη ο Παπασπύρος αναλαμβάνει οπλαρχηγός τμήματος του ΕΔΕΣ στο χωριό του, το οποίο οργάνωσε ο ίδιος, με την συμμετοχή ανταρτών και από διπλανά χωριά. Συμμετείχε με προσήλωση σε πολλές μάχες κατά των κατακτητών. Στον Γοργοπόταμο ωστόσο χαρακτηρίστηκε αξεπέραστος.
Ο ιστορικός Ιωάννης Αθανασόπουλος στο βιβλίο του “Ναπολέων Ζέρβας και το έπος της Εθνικής Αντιστάσεως του ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ”, εκδόσεις Πελασγός, γράφει:
«Τον παρομοίασαν σαν τον Παπαφλέσσα της Αντίστασης και όχι άδικα. Ο DennysHamson, ένας εκ των θρυλικών σαμποτέρ του Γοργοποτάμου και μέλος της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής, τον ονόμασε “παπά-Λεωνίδα”, θέλοντας να δείξει έτσι την γενναιότητα του ιερέα. Το ήθος του Παπασπύρου αλλά και ο πηγαίος πατριωτισμός του συνοψίζεται από τον ίδιο τον Hamson, στο βιβλίο του “Με τους Έλληνες στον Γοργοπόταμο”, σελ. 98:

“Άρχισα να κουβεντιάζω με τον παπά που ήταν αρχηγός μιας ομάδας του Ζέρβα. Αυτός ο Αγωνιστής παπάς, όπως τον λέγαμε, ήταν ένα από τα πιο απλά πλάσματα του Θεού στη γη. Ένας άντρας σχεδόν σαράντα χρονών, ήταν, καθώς μου είπε, παπάς του χωριού Πηγές στην Ήπειρο, όπου ο εχθρός δεν τόλμησε ποτέ (ή δεν έκανε τον κόπο) να βάλει πόδι. Πριν από ένα χρόνο, οδήγησε μια ομάδα από ενορίτες του εναντίον του εχθρού και από τότε υπηρετούσε στον Ζέρβα.
Γι΄αυτόν, ήταν ιερός πόλεμος, ήταν ρητή επιθυμία του Θεού ότι αυτός, ο παπά Λεωνίδας, έπρεπε όχι μόνο να κάνει κήρυγμα εναντίον του εισβολέα, αλλά επίσης να πάρει ενεργό μέρος στο διωγμό του εισβολέα από την πατρίδα σκοτώνοντας όσους περισσότερους Ιταλούς και Γερμανούς μπορούσε.

Μια ψηλή στεγνή μορφή με τα κυματιστά μαύρα ράσα του λεκιασμένα και πράσινα από την πολυκαιρία με τα μαύρα γένια του, τα μακριά μαλλιά του και το καλυμμαύχι του ήταν συγχρόνως αταίριαστος με το περιβάλλον και προξενούσε δέος. Οδηγούσε τους άντρες του με το Ευαγγέλιο και το τουφέκι, με την προσευχή και την κραυγή της μάχης, και όταν τον έβλεπε κανείς να πηγαίνει μπροστά από τη φάλαγγα των αντρών περπατώντας με το ράσο χωμένο στη ζώνη με τα φυσίγγια, ήταν σαν να έβλεπε το πνεύμα που είχε κρατήσει την Ελλάδα όρθια σε τόσες κρίσεις στην πολυκύμαντη πορεία της μέσα στην ιστορία, η προσωποποίηση ενός πραγματικού αδίστακτου πατριωτισμού, στενόμυαλος, φανατικός, σκληρός αν θέλετε, αλλά οπωσδήποτε ένα κατευθυντήριο φως γύρω στο οποίο είχαν συγκεντρωθεί για μια στιγμή όλοι οι αληθινοί Έλληνες”.

Δυστυχώς, το κατευθυντήριο φως-όπως το λέει ο Hamson- δεν συνέχισε να φωτίζει τους Έλληνες μετά τον Γοργοπόταμο. Ο Παπασπύρος, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες, σκοτώθηκε από ελληνικά πυρά στις 9 Ιανουαρίου 1944 στα Μηλιανά της Άρτας, σε ενέδρα, στα πλαίσια του αδελφοκτόνου πολέμου. Για την δράση και την προσφορά του παπα-Σπύρου έχουν εκδοθεί το βιβλίο: «Ο Ιερομάρτυρας-εθνομάρτυρας οπλαρχηγός παπα-Σπύρος Ζαφείρης. Η εθνική και εκκλησιαστική προσφορά του» (+Μητροπολίτου Περιστερίου κυρού Χρυσοστόμου-Εκδόσεις Πελασγός 2018).Επίσης σχετικές δημοσιεύσεις έχει κάνει και ο ιστορικός Ι.Β. Αθανασόπουλος στα «ιστορικά χρονικά».