Κύπρος 1960–2026: Οι Βρετανικές Βάσεις, η «σιωπηλή» κυριαρχία και η άγνοια της ελληνικής κοινής γνώμης

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος

Η παρουσία της Βρετανίας στην Κύπρο δεν είναι μια απλή στρατιωτική διευκόλυνση, ούτε μια συνηθισμένη διακρατική συμφωνία βάσεων. Είναι ένα ιδιότυπο καθεστώς κυριαρχίας που διαμορφώθηκε το 1960 και παραμένει σχεδόν ανέπαφο μέχρι σήμερα. Κι όμως, η συντριπτική πλειοψηφία στην Ελλάδα αγνοεί σχεδόν πλήρως τι ακριβώς ισχύει.
Η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960, έπειτα από τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου, στις οποίες συμμετείχαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία. Μαζί με το νέο κράτος, γεννήθηκε και ένα ιδιόμορφο νομικό μόρφωμα.
Οι λεγόμενες Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων (Sovereign Base Areas – SBAs).

Δεν πρόκειται για «μισθωμένες βάσεις». Δεν πρόκειται για διευκολύνσεις που μπορούν να ανακληθούν μονομερώς. Πρόκειται για βρετανικό κυρίαρχο έδαφος, που παραχωρήθηκε οριστικά με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960.
Οι δύο περιοχές είναι το Ακρωτήρι, νότια της Λεμεσού, και η Δεκέλεια, στην ανατολική πλευρά του νησιού. Μαζί καλύπτουν περίπου το 3% της κυπριακής επικράτειας. Εκεί δεν ισχύει η κυπριακή κυριαρχία. Δεν εφαρμόζεται πλήρως το κυπριακό Σύνταγμα. Η βρετανική σημαία κυματίζει σε έδαφος που δεν θεωρείται αποικία, αλλά ούτε και κυπριακό.
Η νομική πραγματικότητα είναι καθαρή.

Η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνώρισε πλήρη και διαρκή κυριαρχία της Βρετανίας στις συγκεκριμένες περιοχές. Δεν υπάρχει ρήτρα λήξης. Δεν προβλέπεται χρονικός περιορισμός. Δεν υφίσταται αυτόματη επανεξέταση. Η διατύπωση είναι ουσιαστικά «εσαεί».
Η Βρετανία δεν καταβάλλει ενοίκιο. Δεν υφίσταται μηχανισμός καταγγελίας από κυπριακής πλευράς. Η μόνη οδός αλλαγής του καθεστώτος θα ήταν νέα διεθνής συμφωνία, δηλαδή διαπραγμάτευση μεταξύ Λευκωσίας και Λονδίνου. Μονομερής απομάκρυνση δεν προβλέπεται νομικά.
Στο μεταξύ, οι βάσεις δεν είναι απλώς συμβολικές. Η αεροπορική βάση RAF στο Ακρωτήρι αποτελεί στρατηγικό κόμβο για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή. Από εκεί έχουν διεξαχθεί αποστολές προς τη Συρία και το Ιράκ, επιχειρήσεις κατά του ISIS, καθώς και αποστολές υποστήριξης του ΝΑΤΟ. Η γεωγραφική θέση της Κύπρου ,ανάμεσα σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, καθιστά το νησί γεωπολιτικό σταυροδρόμι.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι βαθύτερο.
Πώς ένα νεοσύστατο κράτος, το 1960, αποδέχθηκε την ύπαρξη ξένου κυρίαρχου εδάφους στο εσωτερικό του;
Η απάντηση βρίσκεται στον συσχετισμό δυνάμεων της εποχής. Η ανεξαρτησία της Κύπρου δεν ήταν προϊόν απόλυτης αυτοδιάθεσης, αλλά αποτέλεσμα συμβιβασμού. Η Βρετανία, αποχωρώντας από την αποικιακή διοίκηση, διατήρησε στρατηγικά ερείσματα. Το νέο κράτος γεννήθηκε ήδη περιορισμένο από διεθνείς εγγυήσεις και εξωτερικές παρεμβάσεις.

Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, υπογράφηκε ειδικό πρωτόκολλο που ρυθμίζει τη σχέση των βάσεων με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Οι βάσεις δεν αποτελούν μέρος της ΕΕ, αλλά εφαρμόζονται επιλεκτικά ευρωπαϊκές διατάξεις, κυρίως για λόγους πρακτικής διαχείρισης των πολιτών που κατοικούν εκεί. Το καθεστώς παραμένει ιδιόμορφο και μοναδικό στην Ευρώπη.
Μπορεί η Κύπρος να ζητήσει την αποχώρηση; Πολιτικά, θα μπορούσε να το θέσει. Νομικά, όμως, δεν έχει μονομερή δυνατότητα. Θα απαιτούνταν νέα διεθνής συμφωνία ή συνολική αναθεώρηση του πλαισίου ανεξαρτησίας , κάτι εξαιρετικά σύνθετο, ειδικά σε ένα νησί που παραμένει διχοτομημένο από το 1974.

Εδώ αναδεικνύεται και μια σιωπηλή αντίφαση.
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα περιστρέφεται διαρκώς γύρω από την τουρκική κατοχή στο βόρειο τμήμα του νησιού , ορθώς και δικαίως. Ωστόσο, σπάνια γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι στο νότιο, διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, υπάρχουν περιοχές που δεν ανήκουν στο κυπριακό κράτος.
Η άγνοια είναι σχεδόν καθολική. Στην Ελλάδα, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι:
Οι βάσεις δεν είναι μισθωμένες.
Δεν πληρώνεται ενοίκιο.
Δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός.
Δεν μπορούν να απομακρυνθούν μονομερώς.
Η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί «βρετανικών βάσεων», χωρίς κατανόηση του νομικού τους βάθους. Κι όμως, πρόκειται για μοναδικό παράδειγμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ένα κράτος-μέλος συνυπάρχει με ξένο κυρίαρχο έδαφος εντός της επικράτειάς του.

Η κριτική μπορεί να κινηθεί σε πολλά επίπεδα. Κάποιοι θεωρούν τις βάσεις αναχρονιστικό αποικιακό κατάλοιπο. Άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως στοιχείο διεθνούς ισορροπίας και αποτρεπτικής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Το βέβαιο είναι ότι αποτελούν στρατηγικό πλεονέκτημα για το Λονδίνο.
Για την Κύπρο, το ζήτημα παραμένει πολιτικά ευαίσθητο. Η προτεραιότητα εδώ και δεκαετίες είναι η επίλυση του Κυπριακού. Η συζήτηση για τις βάσεις σπάνια τίθεται στην κορυφή της ατζέντας, καθώς θεωρείται δευτερεύουσα μπροστά στο πρόβλημα της κατοχής.
Όμως η ενημέρωση δεν είναι δευτερεύουσα. Η γνώση του θεσμικού πλαισίου είναι προϋπόθεση σοβαρού δημόσιου διαλόγου. Δεν μπορεί να υπάρχει ώριμη εθνική στρατηγική όταν οι πολίτες αγνοούν βασικά δεδομένα.

Η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος. Αλλά η ανεξαρτησία της φέρει συγκεκριμένους όρους που διαμορφώθηκαν σε ένα μετα-αποικιακό περιβάλλον ισορροπιών. Οι βρετανικές Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς η ιστορία δεν τελειώνει με μια διακήρυξη ανεξαρτησίας.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς αν μπορούν να φύγουν οι βάσεις. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η ελληνική και η κυπριακή κοινωνία γνωρίζουν επαρκώς τι σημαίνει η ύπαρξή τους.
Και η ειλικρινής απάντηση είναι ότι, στην Ελλάδα τουλάχιστον, η άγνοια παραμένει σχεδόν απόλυτη.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών