Οι Ελευθερίες εν αναστολή, οι Θεσμοί εν κινδύνω.

Του Βαγγέλη Σακέλλιου
Δικηγόρου

«…Κλιτά ή άκλιτα ρήματα
γνωστές ή άγνωστες λέξεις
αφορούν εμάς και τους άλλους
αφού και εμείς άλλοι θα γίνουμε.
Ο πληθυντικός επιβάλλεται…»
Βαγγέλης Χρόνης, Η Απουσία του Εγώ

Τον ταραχώδη Αύγουστο του όχι μακρινού 2022 η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, πάντα φιλελεύθερη νομικός και με την αύρα του βιωματικού κοσμοπολιτισμού της, με αφορμή και αιτία το ερεβώδες τοπίο των υποκλοπών, επαναλάμβανε τα αυτονόητα : «… Η απαρέγκλιτη τήρηση της νομιμότητας και η διαφάνεια της κρατικής δράσης δεν συνιστά μόνον εγγύηση των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά τον πιο κρίσιμο δείκτη της ποιότητας της δημοκρατίας μας. Θεμελιώνει την εμπιστοσύνη στο πολιτικό μας συμβόλαιο και την αντοχή του πολιτεύματος μας. Επιβάλλει την άμεση και πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, καθώς και την θωράκιση της λειτουργίας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Με αυτοσυγκράτηση και προσήλωση στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τους θεσμούς… ο σεβασμός και η προάσπιση της δημοκρατίας υπερβαίνει κόμματα και παρατάξεις, πρόσωπα και αξιώματα. Αποτελεί το πιο υψηλό καθήκον όλων μας απέναντι στον ελληνικό λαό…».

Η συνέχεια είναι γνωστή. Και απογοητευτική. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος με την υπ’ αριθμ. 1/2023 Γνωμοδότηση του πυροδοτεί σφοδρές επιστημονικές αντιδράσεις του νομικού κόσμου, στις οποίες πρωτοστατούν ο Νίκος Αλιβιζάτος και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όπως και ο ΔΣΑ. Η Εισαγγελική Γνωμοδότηση αμφισβητούσε ευθέως την δικαιοδοτική λειτουργία της ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών), με Πρόεδρο τον ανήσυχο και ευαισθητοποιημένο επίτιμο Αντιπρόεδρο του ΣτΕ Χρήστο Ράμμο.
Η ΑΔΑΕ αξίωνε, ως είχε κάθε δικαίωμα και υποχρέωση, να διεκπεραιώσει τον ρόλο της, κατ’ άρθρον 19 § 2 του Συντάγματος, και σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ιδρυτικό της νόμο 3115/2003.

Η συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 19 § 2 του Συντάγματος αποτυπώνει ευκρινώς και αδιαπραγμάτευτα την αξία του έννομου αγαθού που προστατεύει , ήτοι αυτού του άρθρου 19 § 1 του Συντάγματος στο οποίο ρητά προβλέπεται ότι «… το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο…».
Με βραχίονα την Εισαγγελική Γνωμοδότηση του ΑΠ επιχειρήθηκε ανενδοίαστα ο οιονεί ακρωτηριασμός της ΑΔΑΕ και του εγγυητικού της ρόλου.
Η συνέχεια είναι ακόμα πιο απογοητευτική.
Αν και οι υποκλοπές προκάλεσαν την ηχηρή παραίτηση του Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη και του διοικητή της ΕΥΠ Π. Κοντολέοντα, οι μηνύσεις του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ (και Ευρωβουλευτή τότε) Νίκου Ανδρουλάκη και του οικονομικού συντάκτη Θανάση Κουκάκη δεν έτυχαν αντίστοιχης, με την σοβαρότητά τους , ποινικής μεταχείρισης, ήτοι ενδελεχούς και αξιόπιστης έρευνας.

Αν και αποκαλύφθηκε ότι υπουργοί, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ , στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, δημοσιογράφοι/ερευνητές, επιχειρηματίες παρακολουθούνταν τόσο από την ΕΥΠ όσο και με την χρήση του παράνομου λογισμικού «Predator», εντούτοις ο ορισθείς Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αχιλλέας Ζήσης παραδίδει στην Εισαγγελέα του ΑΠ Γ. Αδειλίνη ένα «πόρισμα» πλημμελέστατης και ατελούς «έρευνας», ως προς το «ποιος» και «γιατί» υπαγόρευσε τις υποκλοπές. Η Εισαγγελέας του ΑΠ «αναντίλεκτα» θεώρησε τα πάντα «καλώς καμωμένα», έθεσε στο αρχείο την δυσώδη υπόθεση ως προς την ΕΥΠ και τους διοικούντες και διευθύνοντες αυτή και καταλόγισε ποινική ευθύνη σε τέσσερα φυσικά πρόσωπα, νόμιμους εκπροσώπους και ιδιοκτήτες των εταιριών που σχετίζονται με την διακίνηση και την δράση του παράνομου λογισμικού «Predator» στην χώρα μας.

Αυτοί, λοιπόν, παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιον του ταπεινού, πλην όμως όχι καταφρονημένου, Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών «για παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών».
Ως εδώ η εξέλιξη φαινόνταν και ήταν απογοητευτική. Αλλά, φευ ! «Υπάρχουν Δικασταί εις τας Αθήνας».
Ένας χαμηλόβαθμος Δικαστής, ένας άγνωστος Δικαστής του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αποφάσισε να κάνει απλώς την … δουλειά του. Και το έπραξε υποδειγματικά ! Ερεύνησε προς πάσα κατεύθυνση, διέταξε την βίαιη προσαγωγή απρόθυμων μαρτύρων, εξέθεσε την παρωδία της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, εξέθεσε απροσχημάτιστα την Εθνική Αρχή Διαφάνειας η οποία δεν έπραξε ο,τι όφειλε εκ του νόμου να πράξει, διαβίβασε τα πρακτικά της δίκης ενός αποκαλυπτικού θεσμικού ατοπήματος στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για την κατά νόμο διερεύνηση ποινικών ευθυνών τρίτων προσώπων που η αρχική Εισαγγελική έρευνα του Αρείου Πάγου άφησε στο απυρόβλητο.

Και βέβαια καταλόγισε ποινές. Οι ποινές αντιστοιχούσαν στις κατηγορίες «παραβίασης απορρήτου των επικοινωνιών» και «παράνομης πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα». Η τελική καταλογισθείσα συνολική ποινή ήταν 126 χρόνια και 8 μήνες, εκ των οποίων εκτιτέα είναι τα 8 έτη με αναστολή έκτισης της ποινής έως εκδικάσεως της έφεσης των καταδικασθέντων.
Παρεμπιπτόντως δε πως ο Δικαστής του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, υιοθετώντας αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση, απέρριψε τα αιτήματα αναγνώρισης ελαφρυντικών στα πρόσωπα των καταδικασθέντων.
Η ποινική διερεύνηση της υπόθεσης αποδείχθηκε υποδειγματική και η τελική δικαστική κρίση προκάλεσε αίσθηση.

Κυρίως όμως κατέδειξε μια υπέρμετρη θεσμική υπεραξία. Κατέδειξε πως οι θεσμοί, αν και βαθύτατα πληγωμένοι, άντεξαν, λειτούργησαν.
Κατέστησαν πολύτιμα αντίβαρα σε ένα κράτος που αντινομεί, καταχράται την θεσμική νομιμοποίηση των εντολοδόχων, αρνείται να λογοδοτήσει, ασχημονεί καθ’ έξιν. Κατέδειξε , επίσης, το έννομο αγαθό των ατομικών δικαιωμάτων και την απόλυτη προστασία αυτού σύμφωνα με το Σύνταγμα. Κατέδειξε, ωστόσο, και μια άλλη, σκοτεινή πλευρά. «Μίλησε» ουσιαστικά για τον οιονεί βιασμό του κράτους δικαίου, για αθέατες εξωθεσμικές παρενέργειες, για ένα τραύμα στην συλλογική θεσμική μνήμη, για μια ύβρη προς την Δημοκρατία.

Η περαιτέρω ποινική διερεύνηση και η εξέλιξη του σκανδάλου των υποκλοπών είναι εισέτι άδηλη. Ωστόσο δεν είναι άδηλο το ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα αυτής της θεσμικής εκτροπής. Τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών είναι απόλυτα, όπως απόλυτη είναι και η προστασία τους. Η φαλκίδευση και αναίρεση των ατομικών δικαιωμάτων δεν συνιστά μόνο ήττα για το κράτος δικαίου. Δείχνει και φόβο, φόβο που γεννά η καχυποψία, η ανασφάλεια, η ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κράτος, ένα κράτος – λάφυρο.

Αναρωτιέμαι, αν και κατανοώ, τι ακριβώς τρέφει αυτή την πρωτόγνωρη εγωπάθεια, την αλαζονεία, τον πειρασμό της ανέλεγκτης επιβολής. Αναρωτιέμαι, αν και κατανοώ, ποιες οι αντοχές μιας απισχνασμένης, μιας καχεκτικής Δημοκρατίας. Αναρωτιέμαι την τύχη και την εξέλιξη αυτής της υπόθεσης εάν δίκαζε ένας άλλος Δικαστής, λιγότερο ανήσυχος και προσηλωμένος. Αναρωτιέμαι για το τίμημα της χαμένης εμπιστοσύνης, της έντονης δυσπιστίας, της απαξίωσης και, εν τέλει, της άρνησης των θεσμών ως συλλογικά αντίβαρα στο φαντασιακό των αδύναμων ή ανίσχυρων πολιτών μέσα από τα συμφραζόμενα μιας δικαστικής απόφασης.
Ξαναδιαβάζω, για να αρχίσω από κάπου, τον Ρεζίς Ντεμπρέ «Εξηγώντας τη Δημοκρατία στην κόρη μου». Μελαγχολώ. Θλίβομαι.