Οι Συγγραφείς Αποκαλύπτουν… Τα Μυστικά Τους Στον Ε. Ιντζέμπελη

ΜΑΡΙΑ ΜΑΛΕΓΙΑΝΝΑΚΗ

«Αν σκέφτομαι σημαίνει υπάρχω, γράφω, θα πει σίγουρα ζω».

Γράφοντας, εξερευνώ τη σχέση μου με τον κόσμο, δεν ενδιαφέρομαι απλώς να «πω» ή να διηγηθώ μια ιστορία. Η μυθοπλασία είναι άλλωστε αποτέλεσμα και καρπός αυτής της δύσκολης «αυτό-διάγνωσης». Γράφοντας βρίσκω τη φωνή μου. Βλέπω τη γραφή ως εγγενή αξία αλλά και «πολυμέσο». Στρεβλώνει την πραγματικότητα, παράγει εικόνα, ήχο, συναίσθημα, γλώσσα, κάνει τον εγκέφαλο του αναγνώστη πρωταγωνιστή της ιστορίας, ενσαρκώνει το άυλο, αναπαριστά το καλό, (όχι το καλό τέλος). Μέσα από το πλασματικό, (πλοκή, μύθος, φαντασία) προτάσσει την αλήθεια. Μεταπλάθει το ατομικό, σε καθολική αξία. Κάνει τον στοχασμό ενέργεια. Ενώνει την ψυχική ευφορία με τη συλλογική ψυχή.
Εν μέσω της ενασχόλησης με το μυθιστόρημα γράφω ποιήματα και δοκιμιακού χαρακτήρα κείμενα. Πράγματα που με «στριμώχνουν» μέσα μου αποκτούν μορφή και δίνουν σχήμα στον χρόνο που περνά, με κάνουν να τον αντέχω.

Γράφοντας, καλούμαι να υπερβώ την προσωπική μου περιπέτεια και να θέλω κάτι διαφορετικό από τα καθιερωμένα, αν όχι τη διαφορά. Το να θέτεις έναν πολύ δύσκολο στόχο, κάνει την κάθε προσπάθεια να λειτουργεί, όχι ως προς την επιτυχή έκβαση αποτελεσμάτων –αλλά ως προς τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμείς να «δουλεύει» το σύστημά σου. Αυτή είναι και μία ζύμωση της σύγχρονης γραφής. Μιλώντας ακόμη και για όσα έχουν ήδη ειπωθεί, με τη δική μας φωνή , αναζητούμε το καινοφανές. Πρόκειται για την ευχή ή το όραμα του καθενός. Έμπνευση θα πει δουλειά. Εμπνέομαι κυρίως όταν δουλεύω το γραπτό μου. Οι ιδέες ευδοκιμούν εκεί.

Μέσα από τη δύσκολη προσπάθεια έκδοσης του μυθιστορήματός μου με τίτλο: «Μελαγχολία – Οσμή Κυνόροδου» διαρκώς διαπίστωνα και διαπιστώνω το μέγεθος της δουλειάς που απαιτείται καθώς και τη σημασία των σωστών επιλογών. Ένα βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ. Πάντοτε οι ατέλειές του οξύνουν την πρόκληση για βελτίωση και ωρίμανση του ύφους γραφής. Δεν πιστεύω τόσο στη δύναμη των διασυνδέσεων – τουλάχιστον ως έναν βαθμό – πρωταρχικό κριτήριο για έναν συγγραφέα είναι το κείμενό του. Πόσο ικανοποιημένος μένει από τον εαυτό του.
Η ιδέα του βιβλίου μου δεν είναι κάτι που «σχεδίασα», αρχικά τουλάχιστον, ήταν επίσκεψη και συνδιαλλαγή, το κείμενο γραφόταν αβίαστα, μόνο του. Ο σχεδιασμός της σύνταξης και της πλοκής ακολούθησε, σαν ένα είδος διόρθωσης.

Η γραφή γεννά μία ύπαρξη, μία μόνιμη παρουσία. Αυτή είναι η σπερματική αρχή της Μελαγχολίας στο μυθιστόρημά μου. Η μελαγχολία είναι αόρατος χαρακτήρας που στοιχειώνει τους πρωταγωνιστές. Ο δαίμονάς τους ας πούμε. Αυτό που τους αποξενώνει από το κανονικό τους συναίσθημα, την ασφάλειά της ρουτίνας τους, το καθιερωμένο τοπίο της ζωής τους. Δεν θέτω την «ηρωική» πλευρά των συναισθηματικών ανατροπών τους, γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο το κακό που υπάρχει μέσα τους. Και εν τέλει το καλό που προκύπτει από όλα όσα περνούν.

Η λεγόμενη Μελαγχολία λειτουργεί επίσης ως μοχλός δράσης, ή απόδρασης από έναν απαθή, αυτοματοποιημένο κόσμο που απονευρώνει τον άνθρωπο του πνεύματος. Εκθέτω την ευαισθησία του κεντρικού χαρακτήρα στο έργο μου, ενός απογοητευμένου από τη ζωή συγγραφέα, ως δύναμη θέλησης και όχι ως ευαλωτότητα ή φυγή.
Δεν εκθέτω τη μελαγχολία ως σύγχρονη μάστιγα, όσο κι αν λαβώνει τους πρωταγωνιστές με τα βέλη της, τη χρησιμοποιώ ως παράδειγμα ή σχολή περισσότερο. Η μελαγχολία εδώ είναι θυγατέρα του ρομαντισμού, όπως υποδεικνύουν οι λέξεις κι οι αισθήσεις που πλανιόνται γύρω της, (η οσμή κυνόροδου ή τα ονόματα των ηρώων, όπως Μυρσίνη, Φαίδρα, κ.α), όσο και η διττή υπόσταση του κειμένου, που διαφεύγει στο φανταστικό, με φόντο το ασπρόμαυρο τοπίο της παλιάς Αθήνας με χαρακτήρες φασματικούς, αιθέριους , σχεδόν παραμυθένιους.

Η Μελαγχολία λειτουργεί σαν «καθρέφτης» που προβάλλει την εσωτερική μορφή των χαρακτήρων, την ασχήμια που κλονίζει στο αντίκρισμα, εφόσον τολμούν να εστιάσουν εκεί το βλέμμα. Εκεί δηλαδή ακριβώς που υπάρχει το πρόβλημα, η δυσλειτουργία, η ακηδία.
Έτσι η μελαγχολία ως εκδηλωμένο ψυχικό σύμπτωμα λειτουργεί λυτρωτικά, αρκεί ο κάθε χαρακτήρας να αποδεχτεί την ιδιαίτερη αλήθεια του και να βρει ο ίδιος το φάρμακό του.
Το κείμενο του βιβλίου λειτουργεί μέσω των αντιθέσεών του με ηχηρά υπονοούμενα, απότομες στροφές, υπό απρόβλεπτες συνθήκες, προσομοιάζοντας στον ψυχισμό του κεντρικού ήρωα, ο οποίος ασθμαίνει μέσα σε έναν κακής ποιότητας ευκαιριακό κόσμο, αμάθειας, υλισμού, φτώχειας αλλά περισσότερο στέρησης, κι αναλώσιμης προόδου.
Εκτός από τη λογοτεχνία, αγαπώ την ποίηση, το θέατρο, τη μουσική, πράγματα που χρειάζονται ως εφόδια ψυχής, άρα και γραφής και με τα οποία ασχολούμαι στον ελεύθερο χρόνο μου.

Βιογραφικό συγγραφέως.
Μαρία Μαλεγιαννάκη σπούδασε Κοινωνιολογία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Aσχολείται πολλά χρόνια με τη διδασκαλία των Αγγλικών.
Έχει γράψει τη νουβέλα «Χαμένο Παρόν» (2009) και «Πελαγία» (2010) που έχουν λάβει έπαινο και τρίτο βραβείο αντίστοιχα από την ΠΕΛ. Το μυθιστόρημά της με αρχικό τίτλο «Μελαγχολία» είχε λάβει το πρώτο βραβείο στο πλαίσιο του 30ου Πανελληνίου Συμποσίου Ποίησης και Πεζογραφίας (Οκτώβριος 2014) από τον Πολιτιστικό Οργανισμό «Καφενείο των Ιδεών» και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Βεργίνα τον Νοέμβριο του 2017 με τίτλο «Μελαγχολία, Οσμή Κυνόροδου».