
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Τον 3ο μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται στην Περσία μια εμβληματική αλλά και αμφιλεγόμενη μορφή, ο Μάνης ή Μανιχαίος (216–277). Υπήρξε θρησκευτικός μεταρρυθμιστής και ιδρυτής του Μανιχαϊσμού, ενός δόγματος που βασίστηκε στη διαρκή και απόλυτη σύγκρουση δύο κοσμικών δυνάμεων.
Του Φωτός και του Σκότους, του Καλού και του Κακού.
Στο μανιχαϊκό σύμπαν δεν υπήρχαν αποχρώσεις.
Υπήρχε μόνο διχοτόμηση. Ο κόσμος δεν ερμηνευόταν μέσα από σύνθετες πραγματικότητες, αλλά μέσα από απόλυτες αντιθέσεις.
Αυτή η δυαδική λογική, αν και γεννήθηκε σε θρησκευτικό πλαίσιο, επιβιώνει μεταμορφωμένη μέχρι σήμερα στον πολιτικό λόγο.
Ο λεγόμενος πολιτικός μανιχαϊσμός αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή της ίδιας αντίληψης.
Ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι απλώς φορέας διαφορετικών ιδεών, αλλά ενσαρκώνει το «κακό». Δεν είναι συνομιλητής, είναι εχθρός. Δεν είναι πολίτης με αντίθετη άποψη, αλλά απειλή που πρέπει να αποδομηθεί ή να εξοντωθεί ηθικά.
Το βασικό όχημα που μεταφέρει και ενισχύει αυτή τη νοοτροπία είναι ο λαϊκισμός. Στη διεθνή βιβλιογραφία ο λαϊκισμός ορίζεται συχνά ως thin-centered ideology, δηλαδή «αβαθής ιδεολογία».
Δεν διαθέτει συνεκτικό φιλοσοφικό υπόβαθρο, αλλά λειτουργεί ως απλοϊκό φίλτρο ερμηνείας της κοινωνίας.
Ο λαός εναντίον των ελίτ, οι καθαροί εναντίον «των διεφθαρμένων.
Είναι μια ιδεολογία που δεν εμβαθύνει, δεν συνθέτει, δεν γεφυρώνει,αντιθέτως διαχωρίζει. Και ο διαχωρισμός αυτός συχνά δεν είναι πολιτικός, αλλά ηθικός. Ο αντίπαλος δεν είναι απλώς λάθος.
Είναι ανήθικος, επικίνδυνος, προδότης.
Εδώ ακριβώς αναδύεται και η επικίνδυνη συγγένεια με φασίζουσες συμπεριφορές. Ο λαϊκισμός δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τον φασισμό κάτι τέτοιο θα ήταν ιστορικά και επιστημονικά αδόκιμο.
Ωστόσο, όταν ο λαϊκιστικός λόγος μετατρέπεται σε δαιμονοποίηση, σε λατρεία της καθαρότητας και σε απαξίωση των θεσμών, τότε αρχίζει να αγγίζει τα όρια μιας αυταρχικής κουλτούρας.
Ο φασισμός δεν γεννήθηκε μόνο από ιδεολογικά μανιφέστα.
Γεννήθηκε και από κοινωνικά αντανακλαστικά φόβου, οργής και απλοϊκής βεβαιότητας ότι εμείς είμαστε το φως και οι άλλοι το σκοτάδι.
Η άνοδος ακραίων πολιτικών σχηματισμών στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια αποτελεί ενδεικτικό σύμπτωμα αυτής της τάσης. Δεν είναι απλώς μια εκλογική μετατόπιση.
Είναι αντανάκλαση μιας κοινωνικής κόπωσης, ενός αισθήματος ανασφάλειας και μιας βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς. Και ο λαϊκισμός βρίσκει εκεί γόνιμο έδαφος.
Υπόσχεται απλές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα, προσφέρει εύκολους ενόχους και καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της άμεσης δικαίωσης.
Ποιοι παράγοντες όμως τροφοδοτούν αυτή την έξαρση;
Πρώτον, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και το ανεξέλεγκτο πλέον διαδίκτυο.
Στην αέναη μάχη για τηλεθέαση, ακροαματικότητα και κλικ, ο δραματοποιημένος λόγος υπερισχύει της νηφαλιότητας. Η υπερβολή πουλάει, η οργή συγκινεί, η σύγκρουση κρατά το κοινό.
Πρωινές εκπομπές, πάνελ αντιπαραθέσεων και τίτλοι υπερθεάματος μετατρέπουν τον δημόσιο διάλογο σε αρένα.
Το διαδίκτυο γέμισε με ανεξέλεγκτα site παραπληροφόρησης και τοξικότητας.
Η ηθική αγανάκτηση γίνεται θέαμα και η κοινωνία εθίζεται σε έναν διαρκή θυμό. Αν υπήρχε, πράγματι, η δυνατότητα «δημόσιας τιμωρίας», δεν θα έλειπαν οι πρόθυμοι θεατές. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Η ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ
Δεύτερον, οι ίδιες οι φιλελεύθερες δημοκρατίες. Από τη φύση τους είναι συστήματα συμβιβασμών. Δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλους ταυτόχρονα, ούτε να προσφέρουν τέλειες λύσεις. Όταν όμως η κοινωνική ανισότητα διογκώνεται και η στήριξη προς τους οικονομικά ισχυρούς γίνεται εμφανής, δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για λαϊκιστικές αφηγήσεις. Ο λαϊκιστής δεν χρειάζεται να συγκρουστεί με το σύστημα.
Αρκεί να το καταγγείλει ρητορικά και να υποσχεθεί εύκολες νίκες. Η απλότητα γίνεται όπλο και η πολυπλοκότητα εχθρός.
Τρίτον, το αίσθημα ελλείμματος δημοκρατίας. Όταν σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται κεκλεισμένων των θυρών, όταν οι πολίτες νιώθουν θεατές και όχι συμμέτοχοι, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποδυναμώνεται στα μάτια τους.
Σε αυτό το κενό εισχωρεί ο λαϊκισμός, προσφέροντας την ψευδαίσθηση της άμεσης φωνής. Στην ελληνική πραγματικότητα προστίθεται και το διαχρονικό πρόβλημα του πελατειακού κράτους , μια δομή αλληλεξάρτησης πολιτικών και ψηφοφόρων που διαβρώνει την αξιοκρατία και τρέφει τον κυνισμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα της Ελληνικής Βουλής αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο ναός της δημοκρατίας οφείλει να είναι χώρος επιχειρημάτων, όχι προσβολών αλλά αντιπαράθεσης, όχι απαξίωσης αλλά διαφωνίας, όχι εξευτελισμού αλλά αυστηρής πολιτικής κριτικής .
Όταν ο κοινοβουλευτικός λόγος μετατρέπεται σε φραστική αρένα, όταν οι ύβρεις και οι προσωπικές επιθέσεις υποκαθιστούν την πολιτική ουσία, τότε δεν τραυματίζεται απλώς η αισθητική του διαλόγου ,τραυματίζεται ο ίδιος ο θεσμός.
Η τοξικότητα δεν είναι απλώς κακή εικόνα. Είναι παιδαγωγικό μήνυμα προς την κοινωνία ότι η δημοκρατία είναι κραυγή και όχι σκέψη.
Και εδώ επιστρέφουμε στον Μάνη. Ο αρχαίος μανιχαϊσμός ήταν μια μεταφυσική κοσμοθεωρία. Ο σύγχρονος πολιτικός μανιχαϊσμός όμως είναι κοινωνικό φαινόμενο. Δεν μιλά για ουράνιες δυνάμεις, αλλά για ανθρώπους. Και όταν οι άνθρωποι μετατρέπονται σε σύμβολα απόλυτου κακού, τότε η δημοκρατία παύει να είναι χώρος συνύπαρξης και γίνεται πεδίο ηθικής εξόντωσης.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται καουμπόηδες και ινδιάνους. Αυτοί ανήκουν στα γουέστερν και στη μυθοπλασία.
Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που να αντέχουν τη διαφωνία, πολιτικούς που να αντέχουν την κριτική και δημόσιο λόγο που να αντέχει τη σκέψη. Γιατί το πραγματικό της αντίθετο δεν είναι απλώς ο αυταρχισμός.
Είναι η ΑΘΛΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ που δυστυχώς γινόμαστε θεατές ….εδώ και αρκετό καιρό!!!!
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος -διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών