Τέλος εποχής Όρμπαν στην Ουγγαρία

Η πολιτική σκηνή της Ευρώπης αλλάζει δραματικά μετά την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος παραδέχθηκε την ήττα του έπειτα από 16 χρόνια στην εξουσία.
Ο Πέτερ Μάγιαρ κέρδισε τις εκλογές στην Ουγγαρία με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σηματοδοτώντας την ήττα του Βίκτορ Όρμπαν μετά από 16 χρόνια. Το αποτέλεσμα ανοίγει τον δρόμο για μεταρρυθμίσεις, επηρεάζοντας τις ευρωπαϊκές ισορροπίες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζει ανακούφιση για την αποχώρηση του Όρμπαν, αναμένοντας ενισχυμένη συνοχή και ευκολότερη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, ο Μάγιαρ εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς την αποστολή βοήθειας στην Ουκρανία και την ένταξή της στην ΕΕ.
Στο εσωτερικό της Ουγγαρίας, η νεολαία, οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι και το δημόσιο σύστημα υγείας αναμένεται να ωφεληθούν από τη νέα κυβέρνηση. Ο Μάγιαρ δεσμεύτηκε για αύξηση δαπανών στην υγεία και αντιμετώπιση της διαφθοράς.

Η ήττα του Όρμπαν αποτελεί πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, τη Μόσχα και την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, που χάνουν έναν βασικό σύμμαχο. Επιχειρηματίες συνδεδεμένοι με το καθεστώς Όρμπαν αναμένονται να αντιμετωπίσουν έρευνες διαφθοράς.
Η ήττα του Όρμπαν ανοίγει τον δρόμο για τον αντίπαλό του Πέτερ Μάγιαρ να σχηματίσει κυβέρνηση με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Με σχεδόν το σύνολο των ψήφων καταμετρημένο, ο Μάγιαρ εξασφαλίζει 138 από τις 199 έδρες, αποκτώντας υπερπλειοψηφία που του δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε βαθιές μεταρρυθμίσεις. «Οι Ούγγροι είπαν ναι στην Ευρώπη, είπαν ναι σε μια ελεύθερη Ουγγαρία», δήλωσε σε συγκεντρωμένο πλήθος στη Βουδαπέστη.

Από την πλευρά του, ο Όρμπαν αναγνώρισε το αποτέλεσμα, τονίζοντας ότι το κόμμα του, Fidesz, θα συνεχίσει να υπηρετεί τη χώρα από τη θέση της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, οι συνέπειες της ήττας του ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα της Ουγγαρίας, επηρεάζοντας τις ισορροπίες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και πέραν αυτής, όπως εξηγεί σε ανάλυσή του το Politico.

Ανάμεσα στους μεγάλους κερδισμένους της αλλαγής του πολιτικού σκηνικού στην Ουγγαρία συγκαταλέγονται κορυφαίοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όπως η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα. Επί σειράν ετών ο Όρμπαν αποτελούσε έναν από τους πιο δύσκολους εταίρους για τις Βρυξέλλες, ασκώντας βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τη στήριξη προς την Ουκρανία.

Η αποχώρηση του Όρμπαν από την εξουσία εκτιμάται ότι θα διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων και θα ενισχύσει τη συνοχή της ΕΕ. «Η Ουγγαρία επέλεξε την Ευρώπη», δήλωσε η Φον ντερ Λάιεν, υπογραμμίζοντας ότι η Ένωση «βγαίνει ισχυρότερη».
Κερδισμένη εμφανίζεται και η Ουκρανία, αν και με επιφυλάξεις. Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι συνεχάρη τον Μάγιαρ, εκφράζοντας την ελπίδα για ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας. Το Κίεβο προσδοκά ότι η νέα κυβέρνηση θα άρει το ουγγρικό βέτο σε σημαντικό πακέτο χρηματοδότησης ύψους 90 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, ο Μάγιαρ έχει δηλώσει ότι δεν υποστηρίζει την αποστολή όπλων ή οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, ενώ εμφανίζεται επιφυλακτικός και ως προς την ταχεία ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Μάλιστα, έχει προτείνει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το θέμα, κάτι που ενδέχεται να καθυστερήσει περαιτέρω τη διαδικασία.

Στο εσωτερικό της Ουγγαρίας, η νεολαία αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής αλλαγής, σημειώνει το μέσο. Δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές έδειχναν ότι έως και τα δύο τρίτα των πολιτών κάτω των 30 ετών επιθυμούσαν την αποχώρηση του Όρμπαν από την εξουσία.

Οι μαζικές συγκεντρώσεις στη Βουδαπέστη, με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων νέων, ανέδειξαν τη δυναμική αυτής της γενιάς, που διεκδικούσε αλλαγή πορείας για τη χώρα. Ο Μάγιαρ τους ευχαρίστησε δημόσια, κάνοντας λόγο για «επιστροφή της ελπίδας».
Σημαντικό ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα διαδραμάτισαν και οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι, παρά τον ασφυκτικό έλεγχο των ΜΜΕ από την κυβέρνηση Όρμπαν, αποκάλυψαν κρίσιμες πληροφορίες για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και τις σχέσεις με τη Ρωσία.

Παράλληλα, ο τομέας της υγείας αναμένεται να ωφεληθεί από τις εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης. Ο Μάγιαρ έχει δεσμευτεί για αύξηση των δημόσιων δαπανών κατά 1 δισ. ευρώ ετησίως, σε έναν τομέα που έχει υποστεί χρόνια υποχρηματοδότηση, με αποτέλεσμα ελλείψεις προσωπικού και υποδομών.
Πηγή: iefimerida.gr