
Κείμενο – φωτογραφίες: Βασίλης Μαλισιόβας*
Τι σχέση έχει η βάφλα με τον… πάφιλα; Η πολυμελής και χαρούμενη οικογένεια κάθεται στα αναπαυτικά καθίσματα καφετέριας σε πόλη της Ηπείρου. Τρεις γενιές μαζί: γιαγιά, παιδιά, εγγόνια.
Έρχεται ο σερβιτόρος και παραγγέλνουν: καφέδες, χυμούς, γλυκά…
-Εσείς τι θα πάρετε; Ρωτάει τη συμπαθέστατη γιαγιά.
-Μία λιμουνάδα!
Σειρά ενός νεαρού να παραγγείλει.
-Εσύ τι θα πάρεις;
-Βάφλα με τυρί, απαντά αποφασιστικά ο πιτσιρικάς εγγονός.
Μόλις απομακρύνεται ο σερβιτόρος, η γιαγιά, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, ρωτάει χαμηλόφωνα την κόρη της:
-Να σι ρουτήσου, μουρ’ κουπέλα… Τι τουν θέλει τουν… πάφ’λα μι του τυρί τού πιδί;
Επειδή δεν είχε ξανακούσει τη λέξη «βάφλα», κατέφυγε στην πιο οικεία ακουστικά, που είναι ο πάφιλας, δηλ. ο τενεκές! Πάφιλα με τυρί λέμε το δοχείο όπου βάζουμε το τυρί φέτα.
Αυτή ήταν η αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο, μιας και πάντα μού προξενούσαν το ενδιαφέρον αλλά και με συγκινούσαν οι ιστορίες ανθρώπων που έζησαν μια στερημένη ζωή, χωρίς να γευθούν τις σημερινές απολαύσεις. Μερικές από τις ιστορίες αυτές τις μεταφέρω με απόλυτο σεβασμό προς τα πρόσωπα που μου τις αφηγήθηκαν, χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης ή, πολύ περισσότερο, ειρωνείας των χρονομαρτύρων.
Η αυτάρκεια και η ολιγάρκεια είναι αυτονόητα στοιχεία για την καθημερινή διατροφή των ηλικιωμένων Ηπειρωτών. Λίγα μαρουλάκια απ’ τον κήπο, ελάχιστο λάδι και μερικές ελιές δεν είναι απλώς μια σαλάτα, αλλά ένα πλήρες γεύμα!
Η αυτάρκεια και η ολιγάρκεια είναι αυτονόητα στοιχεία για την καθημερινή διατροφή των ηλικιωμένων Ηπειρωτών. Λίγα μαρουλάκια απ’ τον κήπο, ελάχιστο λάδι και μερικές ελιές δεν είναι απλώς μια σαλάτα, αλλά ένα πλήρες γεύμα!
Ούντρα: η εξοικείωση με περίεργα τρόφιμα
Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι έτρωγαν «ό,τι έβγαζε το σπίτι τους», δηλ. ό,τι παρήγαν οι ίδιοι. Γαλακτοκομικά, αυγά, λαχανικά και φρούτα, όσπρια, αλεύρι, ελάχιστο ελαιόλαδο και σπανιότατα κρέας, αυτές ήταν οι πρώτες ύλες για το καθημερινό φαγητό τους.
Η πρώτη εξοικείωση με ξενικές γεύσεις, με τρόφιμα πρωτόγνωρα και πρωτόγευστα, έγινε μετά την Κατοχή, την περίοδο που διανεμόταν η ανθρωπιστική βοήθεια της UNRRA – Ούντρας, όπως τη λένε οι ηλικιωμένοι. Πρόκειται για τον Οργανισμό Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Relief and Rehabilitation Administration).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και τις τροφές που δοκίμαζαν για πρώτη φορά τις ενέτασσαν στο παραδοσιακό διατροφολόγιο:
«Ήφιρναν αλεύρι, κουνισέρβις, τυρί… Α! Κι γλυκόζι… Πούθι βγαίνει αυτό δεν ξέρου… Ήταν καλό αυτό… Έτρουγαμαν… Ήταν π’χτό, κόλλαγι πουλύ! Άμα κόλλαγι καταή στα σαΐσματα (στρώσεις, παραδοσιακά υφαντά χαλιά) αυτό τού γλυκόζι (!), δε ματάβγινι! Άμα πέραγι πουντίκι, θα πιάνουνταν ικεί! Τόση δύναμη είχι…».
Άλλη μαρτυρία: «Αν θ’μάμι τ’ν Ούντρα; Πώς έκαμα κι δεν τ’ θ’μάμι (ασφαλώς και τη θυμάμαι). Μέραζαν (μοίραζαν) τρουφίματα… Κουνισέβρα δεν είχαμαν ματαειδεί στα μάτια μας… Έφαγαμαν κι απού άλουγα κριάσι! Ό,τι είχι του κάθι κράτους να δώκει κονσιρβικά… Μέχρι κι αυγά σκόνη μάς έδουκαν! Ήταν σκόνη… Του χτύπαγις μι νιρό κι γένουνταν αυγό! Τό ’βανις στου τ’γάνι κι γένουνταν σαν τ’ αυγά τα τσιακλατ’στά (χτυπητά, ομελέτα), όπους τ’ αυγό του κανουνικό, π’ του τσιακλατάμι… Τα τυριά π’ μας έδουνι η Ούντρα ήταν κίτιρνα, όπους είνι τα κασέρια, όχι τυρί άσπρου σαν του θ’κό μας (φέτα)… Τα τυριά ήταν χύμα… Όπους τά ’βγανι του ιργουστάσιου… Στρόγγυλα, σαν ψουμί… Κ’λούρα…Μας έδουναν κι σπουρέλιου… Α, ξαστόησα (ξέχασα)… Μας έδουναν κι κάτι άσπρου σα μέλι… Γλυκόζι τό ’λιγαν… Αυτό τού γλυκόζι μπόρ’γις (μπορούσες) να του φας σκέτου κι στου ψουμί κι να φκιάσεις κι χαλβά μ’ αλεύρι (παραδοσιακό γλύκισμα, αλευροχαλβάς, που κανονικά γίνεται με μέλι και καλαμποκίσιο αλεύρι)… Αυτό μέλι δεν ήταν… Απού πού το ’βγαναν ποιος ξέρει… Μας έδουναν κι ψάρι σουλουμό.. Τώρα τι ψάρι ήταν αυτό… Του ’φιρναν απόξου (απ’ το εξωτερικό), απούθε (από πού) δεν ξέρου…».
*Ο φιλόλογος Βασίλης Μαλισιόβας είναι ο συγγραφέας των βιβλίων «Τα γέλια και τα δάκρυα της πέτρας» και «Κάτσε να σου μολογήσω» (απ’ όπου προέρχεται το συγκεκριμένο απόσπασμα), εκδ. Αλεξάνδρεια.

