«Το πανηγύρι» του Δημήτρη Κεχαϊδη

Στη σκηνή του Μακρυγιάννη την Τετάρτη 18 Μαρτίου

«Το πανηγύρι» του Δημήτρη Κεχαΐδη, ένα από τα πιο δημοφιλή έργα στης σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας, γραμμένο το 1962, θα παρουσιάσει η Θεατρική Σκηνή του «Μ» από τις 18 Μαρτίου σε σκηνοθεσία Ζωής Μπαρτζώκα.

Υπόθεση έργου

Ο Στρατηλάτης, παπλωματάς στο επάγγελμα, παλιός στρατιώτης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ζει με την οικογένειά του στον θεσσαλικό κάμπο. Η νομαδική ζωή,
η αμορφωσιά, η φτώχεια αλλά και η αδράνεια εμποδίζουν την προκοπή του, αφήνοντας την οικογένειά του στο έλεος της μοίρας. Η γυναίκα του η Δέσποινα, πιο προσγειωμένη
στην πραγματικότητα από όλους, παλεύει για την επιβίωσή τους και, με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, παρασύρει βιαστικά την κόρη της σε ένα γάμο αταίριαστο.
Η κατάσταση έτσι επιδεινώνεται και η οικογένεια σταδιακά αποξενώνεται, μέχρι τον οριστικό χωρισμό και την απομόνωση.

Η σκηνοθέτις της παράστασης σημειώνει:


Μετά από πενήντα πέντε σχεδόν χρόνια από όταν γράφτηκε το «Πανηγύρι», ούτε ο Κεχαΐδης θα φανταζόταν ότι θα απευθυνόταν σε ένα κοινό, που τώρα πλέον αγκαλιάζει με πάθος ένα καλό Ελληνικό έργο.

Και το οποίο κατατάσσει μέσα στα αντιπροσωπευτικά της νεοελληνικής δραματουργίας.
Ανακαλύπτουμε μέσα από τέτοια κείμενα ότι οι απόπειρες κάποιων ονειροπόλων νεαρών εκείνης της εποχής θα έστρωναν το χαλί για μια λαμπερή πορεία του νεοελληνικού θεάτρου.

τέτοια που σήμερα πλέον να μην υπάρχει θεατρική περίοδος χωρίς να περιλαμβάνει, κάποιο θεατρικό που τότε αποκαλούνταν δύσκολο, αντιεμπορικό και «βαρύ», ονομασίες που αντικαταστάθηκαν από τον ειρωνικό τίτλο «κουλτουριάρικα», δηλαδή έργα για λίγους. Δυσνόητα και βαρετά. Όμως αναμφισβήτητα αυτά τα έργα τα «μεγάλα», θα έλεγα εγώ, πήραν πνοή από το συγγραφέα, και ζωντάνεψαν στις σκηνές με τη ζωή που τους έδωσε ο εκάστοτε σκηνοθέτης. Η πορεία τους μέσα στο χρόνο και πήρα τη θέση που τους αξίζει. Ο έλληνας θεατρόφιλος το αγκάλιασε και το τοποθέτησε στην πρώτη γραμμή των επιλογών του και το δόξασε.

Το «πανηγύρι» εκτός από την ρεαλιστική του έννοια, είναι μια λέξη συμβολισμός. Συμπίπτει με το καλοκαίρι, τη ζέστη την ραστώνη, την ένδεια αυτών των ανθρώπων που ζουν κυριολεκτικά στο έδαφος και κάτω απ’ την μουριά, το τέλος του καλοκαιριού με την αρχή του φθινοπώρου και το τέλος του έργου. Το γκρέμισμα του ονείρου, ο ερχομός της βροχής, της μοναξιάς, του τέλους.
Το «πανηγύρι» είναι αφιερωμένο σε κείνους τους ανθρώπους του κάμπου που ασχολούνται με μικροδουλειές και είναι καταδικασμένοι να περιφέρονται ακολουθώντας τα πανηγύρια. Μέσα από το κείμενο συνυποδηλώνεται το αβέβαιο της περιπλάνησης, του ονείρου που ποτέ δεν γίνεται πραγματικότητα

Όπως σημειώνει και ο συγγραφέας, Δημήτρης Κεχαΐδης, «το Πανηγύρι γράφτηκε στα 1962 σαν αφιέρωμα στους ανθρώπους του Θεσσαλικού κάμπου που εγκαταλειφτήκανε στο περιθώριο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Ξεχασμένοι και καταδικασμένοι στη φτώχεια και στην αμορφωσιά, θ’ αναζητήσουνε διέξοδο στη φυγή που τους προσφέρει ο ύπνος, το κρασί και το όνειρο. Οι νεότεροι, τα πιο ζωντανά κύτταρα, θα καταφύγουν στην πόλη, ανυποψίαστα θύματα κι αυτοί μιας οικονομικής πολιτικής που οδήγησε στην ερήμωση της υπαίθρου και στον υδροκεφαλισμό των αστικών κέντρων.