
«Το φινάλε» Ι.Θεοδωροπουλος Εκδόσεις πηγή 2026 σελ. 215 , ISBN 978-960-626-953-0
Γράφει o Κώστας Α. Τραχανάς
Ο Λεωνίδας είναι ένας νέος που εργάζεται σε μία καφετέρια , αλλά έχει όραμα και πάθος να γίνει σκηνοθέτης . Θέλει να λάβει μέρος στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου με μια ταινία μικρού μήκους, με τίτλο «Το φινάλε».
Αγόρασε με πολύ κόπο μια ακριβή κάμερα ,που θα ήταν το εισιτήριό του για μια νέα ζωή.
Τώρα έπρεπε να βρει ηθοποιούς , να γράψει το σενάριο, τους διαλόγους και να σχεδιάσει τις σκηνές.
Μια μέρα συνάντησε τυχαία στο δρόμο την Χριστίνα ,που ήταν ηθοποιός και ζητούσε δουλειά. Κατάλαβε αμέσως ότι αυτό το ωραίο κορίτσι ταίριαζε για την ταινία του. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχε χρήματα να την πληρώσει ,για τα γυρίσματα.
Χρήματα δεν θα κέρδιζε η Χριστίνα ,από αυτή τη συνεργασία , αλλά η συμμετοχή της στην ταινία θα της έδινε την ευκαιρία να τη δουν οι κριτικοί του κινηματογράφου .Μπορεί η εικόνα της να έκανε τον γύρο του διαδικτύου , φτάνοντας σε ανθρώπους που θα αναγνώριζαν το ταλέντο της.
Ίσως αυτό ήταν το πρώτο βήμα προς τη σταδιοδρομία που ονειρευόταν. Και έτσι αποδέχτηκε τη δουλειά που της πρότεινε ο Λεωνίδας χωρίς οικονομική απολαβή.
Η ταινία που είχε οραματιστεί και σχεδιάσει κομμάτι-κομμάτι ο Λεωνίδας , ήταν επιτέλους έτοιμη να πάρει ζωή. Η κάμερα ήταν μπροστά του , το σενάριο ολοκληρωμένο , οι σκηνές είχαν αποτυπωθεί με ακρίβεια στο χαρτί και στο μυαλό του .Η Χριστίνα θα ήταν η μοναδική ηθοποιός . Όλα ήταν όπως έπρεπε.
Σκηνοθεσία , η τέχνη του να δημιουργεί κόσμους ολόκληρους , να δίνεις ζωή σε πρόσωπα και ιστορίες , να καθοδηγείς συναισθήματα , να μεταφέρεις αλήθειες μέσα από εικόνες. Για πρώτη φορά ο Λεωνίδας ένιωθε πως ίσως να υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να τον γεμίσει αληθινά. Κάτι που δεν θα τον πρόδινε. Κάτι δικό του.
Αρχίσανε τα γυρίσματα.
Έστησε ο Λεωνίδας την κάμερα στην ιδανική γωνία λήψης. Με απόλυτη προσήλωση και αφοσίωση , ρύθμιζε το τρίποδο, έλεγχε το κάδρο , ρύθμιζε το φως, δοκίμαζε τη σταθερότητα του φακού. Ήθελε όλα να είναι στην εντέλεια. Ζήτησε από την Χριστίνα να σταθεί στο κέντρο του πλάνου , στο σημείο όπου έπεφτε φυσικά το φως , εκεί που ο φακός μπορούσε να συλλάβει όχι μόνο την εικόνα της , αλλά και την αύρα της.
Η Χριστίνα κάθισε με έναν συνδυασμό αθωότητας και επαγγελματισμού , σαν να καταλάβαινε απόλυτα τη σημασία της στιγμής. Ο Λεωνίδας την παρατήρησε προσεκτικά πίσω από την κάμερα , διασφαλίζοντας πως όλα ήταν στη σωστή τους θέση: η ίδια, το φως, ο αέρας, η ησυχία. Κάθε κίνηση του Λεωνίδα μαρτυρούσε μια βαθιά αφοσίωση , έναν άρρητο σεβασμό για αυτό που επρόκειτο να δημιουργήσει.
Εκείνη, από την πλευρά της , κρατούσε σφιχτά στα χέρια της μερικά φύλλα χαρτί -ήταν το σενάριο. Το σενάριο του πρώτου του έργου. Του έργου που , κατά έναν παράξενο τρόπο, ένιωθε πως της ανήκε όσο και σε εκείνον. Τα μάτια της έτρεχαν στις αράδες του κειμένου, καθώς προσπαθούσε να μπει στο πετσί του ρόλου της.
Δεν ήταν από τα δύσκολα έργα, τουλάχιστον όχι εξωτερικά. Οι διάλογοι ήταν ελάχιστοι , σχεδόν ανύπαρκτοι. Λίγες μόνο γραμμές που έπρεπε να προφέρει. Μα η ουσία του ρόλου της δεν ήταν στα λόγια .Ήταν στις παύσεις , στις σιωπές, στις κινήσεις , στο βλέμμα. Ήταν ένας ρόλος που απαιτούσε να γεμίσει το κενό με παρουσία, να πει τα πάντα χωρίς να ειπωθεί σχεδόν τίποτα.
Κι αυτό ήταν, τελικά, το πιο δύσκολο.
Κάθε ημέρα που περνούσε έφερνε και μια καινούργια σκηνή, μια νέα λήψη, μια φρέσκια πνοή στην ταινία, που σιγά-σιγά άρχιζε να αποκτά υπόσταση, φωνή και ψυχή. Το έργο του Λεωνίδα δεν ήταν πια απλώς , ένα σχέδιο , μια ιδέα ή ένα σεναριακό όραμα καταγεγραμμένο σε πρόχειρες σελίδες .
Ήταν πλέον κάτι ζωντανό , κάτι που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του με έναν τρόπο που ούτε ο ίδιος μπορούσε να προβλέψει. Ήταν πρωτόγνωρο ακόμα και για εκείνον, που είχε ονειρευτεί και σχεδιάσει το κάθε καρέ με επιμονή και φαντασία.
Το τέλος της ταινίας δεν βρισκόταν πια μακριά. Οι σκηνές που απέμεναν για να ολοκληρωθεί το γύρισμα μπορούσαν σχεδόν να μετρηθούν στα δάχτυλα και αυτό από μόνο του γέμιζε τον Λεωνίδα με ένα περίεργο συναίσθημα, ένα μείγμα ανυπομονησία ς και θλίψης ,σχεδόν σαν να αποχωριζόταν κάτι που μόλις είχε αρχίσει να αγαπά πραγματικά .Ήταν αυτό , λοιπόν, το τέλος του ονείρου ή μήπως η αρχή ενός άλλου ,πιο μεγάλου ;
«Χριστίνα ,άκου» φώναξε ξαφνικά ο Λεωνίδας, «θα αλλάξω το τέλος!». « Πρέπει να γίνει κάτι πιο επαναστατικό ,κάτι που θα τους καθηλώσει όλους!»
«Θα κλείσει με θάνατο και βιασμό». Η φράση του πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο την ατμόσφαιρα. «Τι πας να κάνεις ,Λεωνίδα;» ψιθύρισε η Χριστίνα . «Αυτό δεν είναι τέχνη. Αυτό είναι σκοτάδι».
Τα μάτια του Λεωνίδα άστραφταν δεν υπήρχε τρέλα σε αυτά, αλλά ένας ελεγχόμενος , σχεδόν ποιητικός φανατισμός. «Όλοι θα κλάψουν Χριστίνα. Θα μείνουν σιωπηλοί μετά το τέλος, κανείς δεν θα μιλήσει για λίγα λεπτά , και ύστερα …ύστερα όλοι θα το συζητούν. Θα γίνει μνήμη .Και η μνήμη-θα είναι δική μας».
Καθώς η δημιουργία εξελίσσεται σε εμμονή, τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την τρέλα θολώνουν. Ο Λεωνίδας βυθίζεται σε έναν κόσμο όπου η κάμερα καταγράφει όχι μόνο εικόνες, αλλά και τα σκοτεινά μυστικά της ψυχής του. Η Χριστίνα γίνεται η σκιά που τον καταδιώκει, η μούσα που απειλεί να τον καταστρέψει. Ένα μικρό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. «Εδώ τελειώνει».
Η Χριστίνα κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος είχε καταρρεύσει. Και τώρα βρισκόταν στο σημείο μηδέν: μεταξύ τέχνης και τρέλας. Ο Λεωνίδας είχε βυθιστεί σε ένα μέρος σκοτεινό, παρανοϊκό. Μα ταυτόχρονα η Χριστίνα ήξερε πως ήταν και ένας άνθρωπος με αστείρευτο πάθος και ταλέντο. Και ότι αν μπορούσε να τον τραβήξει από τον γκρεμό, ήταν το έργο του. Η ταινία.
Ίσως να ήταν άρρωστο. Αλλά αυτή είναι η τέχνη του . Ο καθρέφτης της ψυχής του.
Ήταν όλα ένα όνειρο; Ή μήπως ένας εφιάλτης χωρίς τέλος ;
Ποιος θα καταλάβει το χάος που έκρυβε μέσα του ;
Μήπως η μόνη λύση ήταν να χαθεί μέσα στο σκοτάδι ; Να αφήσει πίσω ό,τι πονούσε ;
Θα καταφέρει ο Λεωνίδας να ξεχωρίσει την αλήθεια από την ψευδαίσθηση ή η αναζήτηση της τέλειας σκηνής θα τον οδηγήσει στο απόλυτο σκοτάδι;
Μια βουτιά στα σκοτάδια της ψυχής και της τέχνης.
Ένα ψυχολογικό θρίλερ για την εμμονή, την παράνοια και τα όρια της δημιουργίας.
Ένα καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ που μετατρέπει κάθε σελίδα σε μια βουτιά στα σκοτάδια του μυαλού και της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένα συγκλονιστικό ψυχολογικό θρίλερ, που αμφισβητεί την ίδια την πραγματικότητα.
Διαβάστε το.
Ο Ιωάννης Θεοδωρόπουλος γεννήθηκε το 2000 στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα, όπου η δυναμική της πόλης γέννησε το πρώτο του μυθιστόρημα, Το φινάλε. Με πάθος για τη συγγραφή, ξεκίνησε από μια διαδικτυακή πλατφόρμα για ερασιτέχνες συγγραφείς, όπου οι ιστορίες του κέρδισαν το κοινό.
Στόχος του είναι να δημιουργεί έργα που βυθίζουν τον αναγνώστη στην ανθρώπινη ψυχή, αμφισβητώντας την πραγματικότητα και προκαλώντας βαθιά συναισθήματα. Το έντονο, ποιητικό και ατμοσφαιρικό του ύφος ζωντανεύει εικόνες και διαλόγους που αποκαλύπτουν κρυμμένα μυστικά.
Οι νυχτερινές περιπλανήσεις του στην Αθήνα τροφοδοτούν τις πλοκές του με μυστήριο. Το φινάλε, ένα καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ, αντικατοπτρίζει αυτή την τέχνη, εξερευνώντας την εμμονή και τη δημιουργία. Φιλόδοξος, ο Ιωάννης χαράζει τη δική του πορεία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, εμπνέοντας τους αναγνώστες να κοιτάξουν πέρα από την επιφάνεια.
