«Χρώματα και Αρώματα»

Του Βαγγέλη Σακέλλιου

Δικηγόρου

«…εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι
είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι.
Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες
καταραμένη είμαι φυλή
με μιαν εξόριστη ψυχή
σάλλους πλανήτες.
Εγώ δεν είμαι ποιητής
είμαι ο λυγμός του
είμαι ένας Δείπνος Μυστικός
δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
κι είμαι αδελφός του…»

Νίκος Παπάζογλου, Εγώ δεν είμαι Ποιητής

«Και τι νομίζεις πως είναι η ζωή ρε Φιλήμονα;» Απ’ τον εξώστη της μικρής Σκήτης έβλεπες κάτω σου τον Παντοκράτορα, κι ακόμα μακρύτερα, στα σκοτεινά νερά του Αιγαίου, να τρεμοπαίζουν τα φώτα στα καράβια που κατέβαιναν απ’ τον Βορρά.

Ο Φιλήμων, φίλος μου, παλιός «Ρηγάς» στα χρόνια της Νομικής στην Κομοτηνή, τώρα καλογερεύει στον Άθω, δίπλα στα αμπέλια, τα λιοστάσια, την βιβλιοθήκη, στο Καθολικό. «Τι είναι η ζωή αλήθεια; Σπαράγματα μνήμης και σιωπή, απόλυτη σιωπή. Κι αυτό ζωή είναι» και μετρούσε το κομποσκοίνι του, πολλές φορές μέσα στη νύχτα.

Σπαράγματα μνήμης λοιπόν. Μια καιόμενη βάτος που αιχμαλωτίζει αισθήσεις και σώματα, πότε ως νοσταλγία και πεπρωμένο, πότε σαν προσδοκία, νεύμα και κατάφαση μιας α-συνέχειας, σαν «τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» που φρόντισε με το μεράκι του να μας γνωρίσει ο ανήσυχος Θοδωρής Γκόνης.

Κάποια θραύσματα μνήμης ανακαλώ αυτό το φθίνον φθινόπωρο, μικρές αποδράσεις ανάτασης, μικρά και μεγάλα μαθήματα αισθητικής αγωγής, χειρονομίες αγάπης προς εαυτόν. Σταχυολογώ :

Ι) Δύο εμείς, συν πέντε ακόμα γινόμαστε επτά. Αν προσθέσεις τον παπά και τον ψάλτη εννιά. Τόσοι είμασταν, τόσοι βρεθήκαμε ανήμερα της Παναγίας στην Αγία Τριάδα της Πόλης, στο Μπέγιογλου, την παλιά γειτονιά των Ρωμιών, για να ανάψουμε ένα κερί, ο καθένας μας όπως το αισθάνονταν.

Φευγαλέα θυμήθηκα την «Πολίτικη Κουζίνα», τον Χωραφά να βοηθά έναν γεροντάκο, έναν παππού, νανάψει το κερί του σε μια εκκλησία γεμάτη από Αγίους μα άδεια από πιστούς.

Δίπλα ακριβώς, με σφαλιστές τις θύρες και τα παράθυρα, το Ζάπειον Παρθεναγωγείο που ακόμα αγκαλιάζει στις τάξεις του δύο χούφτες από μαθητές.

Όσες φορές κι αν ταξιδέψεις στην Πόλη κινδυνεύεις, είναι ορατό πια, να παγιδευτείς στην νοσταλγία, σε κάτι που σήμερα δεν υπάρχει. Ανακαλείς και αναπολείς ένα παρελθόν α-χρονο, με μια καθημαγμένη Αγιά Σοφιά, με βίαια μεταλλαγμένη τη Μονή της Χώρας, έρημη και σιωπηλή τη Μονή των Βλαχερνών, εκεί που, όπως λένε, πρωτοακούστηκε ο Ακάθιστος Ύμνος.

Αυτή η πόλη, η Βασιλεύουσα, δεν υπάρχει πια. Οι αναμνήσεις ενός ευκλεούς παρελθόντος και μόνο σε οδηγούν σήμερα στην Πόλη, μια πανσπερμία φυλών, λαών, εθνοτήτων, προσκλητήριο μνήμης που σμίλευσαν, χρόνια τώρα, «το ωρολόγιο πρόγραμμα» ενός Παλαιολόγου, ενός Ιουστινιανού, μιας Άλωσης, ενός Μωάμεθ, ενός Πατριαρχείου, κοντολογίς τα θραύσματα μιας συλλογικής μνήμης που οι Ρωμιοί της Πόλης μετρούν τραυματικά με οδύνη ως απώλεια, εμείς δε οι από ’δω , οι πέραν του Αιγαίου, το λογαριάζουμε ως παρελθόν σε μια στροφή της μεγάλης Ιστορίας.

Το ταξίδι στην Πόλη, όσες φορές κι αν πας, οι περιπλανήσεις σου, όσες φορές κι αν ταξιδέψεις εκεί, ως μνήμη εξαϋλώνεται, αθόρυβα και μηχανικά, στο σήμερα, στο Καπαλί, Τσαρσί, στις ακτές του Βόσπορου, στο «Αιγυπτιακό Παζάρι» των μπαχαρικών και του μεταξιού, στις γκαλερί του Πέραν, στις γειτονιές των Κούρδων, στο αγαπημένο και αξεπέραστο, βαρύ σαν ιστορία , Pera Palace.

Είναι σαν να ξανακούω την Ρεμπούτσικα στην «Πολίτικη Κουζίνα», χαμένος κάπου στους σταθμούς του μεγάλου αποχαιρετισμού και σε εκείνη την κόκκινη ομπρέλα που ανοίγει ο έρωτας με τις πρώτες σταγόνες της βροχής, όταν αφήνεται στον ουρανό ενός μελαγχολικού Βοσπόρου.

ΙΙ) Με εξαίρεση την Χρονοπούλου τίποτε ‘άλλο απ’ τα αναγνώσματα και τα βιβλία του καλοκαιριού δεν θα συναντήσεις στα «ευπώλητα» του «Βήματος», της «Καθημερινής» ή της «Lifo».

Η Ελισάβετ Χρονοπούλου χώρεσε σε ένα γοητευτικό μυθιστόρημα την ιστορία του δοσιλογισμού στην Ελλάδα. Εκεί που παρότρυνα την κόρη μου, άδοξα είναι η αλήθεια, να διαβάσει ή να ξεφυλλίσει τους «Δωσίλογους» του Χαραλαμπίδη, η γραφή της Χρονοπούλου, ντάλα καλοκαίρι, έμοιαζε και λίγο σαν νουάρ μυθιστόρημα, κι έτσι κι αυτή, όπως και ο αφηγητής στην συγγραφέα, έμαθε για πρώτη φορά «σαν ανιστόρητο παιδί της λήθης» αυτό το άγνωστο και σκοτεινό παρελθόν της πατρίδας.

Το «Επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδ. Πόλις) ξύνει πληγές χαίνουσες, ανατρέπει βολικές αλήθειες και γυρίζει, με μαεστρία, ανάποδα την Ιστορία και τις μικρές ιστορίες των ηρώων του.

Ό,τι είναι ο Μαρωνίτης για την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» είναι κι ο Θεόδωρος Παπαγγελής για την λατινική γραμματεία. Μετά την «Αινειάδα» του Βιργίλιου, ένα έργο μεγάλης ποιητικής πνοής από τις εξαιρετικές εκδόσεις του ΜΙΕΤ, ο Παπαγγελής υπήρξε και πάλι γενναιόδωρος.

Μετάφρασε, με τον δικό του ξεχωριστό και ανάλαφρο τρόπο, τις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου (εκδ. Gutenberg) μυώντας όλους εμάς στα άδυτα ενός αθέατου ρωμαϊκού κόσμου μέσα από τον κοσμοπολιτισμό μιας ποίησης που ο Οβίδιος ανέδειξε με την περίτεχνη αφηγηματική δομή των στίχων του.

Αλήθεια, πως απο-χαιρετάς τον γιό σου που χάνεται στα είκοσι του χρόνια στην άσφαλτο; Ο Παντελής Μπουκάλας μεταβολίζει την οδύνη της απόλυτης απώλειας σε «θαλερό δάκρυ», σε ανεπίδοτη επιστολή. Συμπυκνώνεται αυτή η άφατη θλίψη σπαραξικάρδια στο δημοτικό τραγούδι του Πόντου: «…Βάσταξον καρδιά, βάσταξον, κάμποσα χρόνια κι άλλο… βάσταξον, καρδιά, βάσταξον, αν θελτς και αν κι θέλεις…». Κι αυτός ο ναυαγισμένος και φαρμακωμένος γονιός, ο και ποιητής Παντελής Μπουκάλας, έγραψε : «Είκοσι» (εκδ. Άγρα).

Ο φίλος μου ο Άρης Ραβανός διακονεί με συνέπεια, αν και ομότεχνος μου στην μάχιμη δικηγορία, την δημοσιογραφία, ιδίως από τις στήλες του «Βήματος». Με το γνωστό μεράκι, την επιμονή και την αναλυτική ικανότητα που τον διακρίνει επιμελήθηκε με φροντίδα ένα τιμητικό αφιέρωμα για τον συμπατριώτη του Γιάννη Μπανιά, έναν ευπατρίδη και ιδεολόγο μαχητή της Αριστεράς.

Ο Άρης , στην υποδειγματική έκδοση του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων , τιμά και επανα-συστήνει τον Γιάννη Μπανιά ομνύοντας στον «Λόγο ύπαρξης/η παρακαταθήκη του Γιάννη Μπανιά». Ένα οδοιπορικό που ξεκινά σε αναγκεμένους καιρούς, στις σπουδές στην Εσπερία, σε διώξεις, στην υπεράσπιση των ιδιων ιδεών, στις αναζητήσεις της Αριστεράς, στην «επαγγελία της αδύναμης επανάστασης».

Σε μια εποχή που η καθ’ ημάς πληθυντική Αριστερά κινδυνεύει να αλωθεί από σημαίες ευκαιρίας ο λόγος του Γιάννη Μπανιά, ενός ευπατρίδη της Αριστεράς, εκτός από επίκαιρος είναι, περισσότερο από ποτέ, αναγκαίος.

Σε εποχές πολιτικής καχεξίας, καταφεύγω συχνά στον λόγο του Δημήτρη Τσάτσου. Στον νηφάλιο πολιτικό λόγο του ανήσυχου δημοσιολόγου που «πάντρεψε» ιδανικά την πολιτική συμμετοχή και συστράτευση με την βαθιά επιστημοσύνη του στο πεδίο του Συνταγματικού Δικαίου.

Η «Αμφισβήτηση» (εκδ. Κείμενα) αποτυπώνει με ενάργεια, χρόνια μετά την έκδοση της, την παθογένεια των ελληνικών καιρών. Αντιγράφω αναιδώς αλλά με σεβασμό «…η Ελλάδα είναι μια ένστολη κοινωνία. Αλίμονο σ’ όσους τολμούν να κυκλοφορούν χωρίς στολή. Είναι γυμνοί και γι’ αυτό, ακριβώς όπως και η Αμφισβήτηση, ύποπτοι…»

Βιβλία, ιστορίες θάλλουσες, περιπέτειες των Ιδεών…

ΙΙΙ) Το καλοκαίρι του 2001 πρωτοπήγα στην Άνδρο κι έτσι γνώρισα από κοντά το «Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή».

Δρασκελίζοντας το κατώφλι «έπεσα» πάνω στην «Νύφη» του Γιώργου Ρόρρη, δάνειο απ’ το Μουσείο Φρυσίρα. Μέχρι τότε αγνοούσα και τον ζωγράφο και τα έργα του. Από τότε, ωστόσο, έχω δει τα «άπαντα» του σε ο,τι αφορά τις μεγάλες εκθέσεις του στην Αθήνα. Είναι αυτό που λέμε «έρωτας με την πρώτη ματιά».

Η έκθεση, λοιπόν, «Από φως και χώμα» στην Πινακοθήκη Αβέρωφ στο Μέτσοβο, από τις λίγες «μεγάλες» και σπουδαίες «εκτός των τειχών» του Γιώργου Ρόρρη και του δασκάλου του Παναγιώτη Τέτση παραείναι μαγνήτης για να ανηφορίσεις στο Μέτσοβο. Με την υποδειγματική επιμέλεια της Έφης Αγαθονίκου της Εθνικής Πινακοθήκης ξεδιπλώνονται ευφρόσυνοι εικαστικοί διάλογοι που απηχούν το σύμπαν των δύο ζωγράφων.

Η εξωστρεφής ζωγραφική του Τέτση και η έντονα εσωστρεφής του Ρόρρη εξελίσσονται και «συναντώνται». Τα άνυδρα τοπία του Τέτση, η Ύδρα (του) και η Σίφνος, οι πολυκατοικίες με τις ταράτσες του αττικού ουρανού, τα πρόσωπα «των φίλων» που γίνονται πορτραίτα, η λατρεία του φωτός «συνομιλούν» απροσχημάτιστα με τα πρόσωπα του Ρόρρη, ωδή στην μελαγχολία, παιγνίδι με την σκιά σε φόντο σκούρο, γκρι και καφέ όπου κυριαρχεί έκθετο το σώμα, ευάλωτο και ανασφαλές.

Η Επιμελήτρια της έκθεσης αποκωδικοποιεί το έργο δύο σπουδαίων εικαστικών με τα λόγια τους : «Αυτό που ζωγραφίζω… είμαι εγώ…» δήλωνε ο Τέτσης, «…όλοι οι πίνακες είναι κατά βάθος αυτοπροσωπογραφίες…» συμπληρώνει ο Ρόρρης.

Η έκθεση «Από φως κι από χώμα» αναδεικνύει «έναν γόνιμο διάλογο για τη φύση της ζωγραφικής, για την μνήμη, τον τόπο και την ανθρώπινη εμπειρία» όντας βλέμματα και όψεις μιας χειροποίητης βιωτής…

ΥΓ. Οφείλονται χάριτες στον κ. Ξενοφώντα Μπήτσικα, αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών για την ξενάγηση στην έκθεση στην Πινακοθήκη Αβέρωφ αλλά και για την χαρά και την τιμή της γνωριμίας μου με τον Γιώργο Ρόρρη.