
Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά
Τα γνωρίζουμε όλοι. Το ένα απέναντι από την Παρηγορήτισσα, το άλλο δίπλα στο Κάστρο και το Ρολόι. Για πολλές γενιές Αρτινών τα δύο «πέτρινα σχολεία» συνδέθηκαν με μαθητικά χρόνια, δασκάλους, γιορτές, φωτογραφίες τάξεων και προσωπικές αναμνήσεις. Έγιναν τόσο οικεία στην εικόνα της πόλης, ώστε δύσκολα τα κοιτάζουμε πια ως αρχιτεκτονικά έργα. Γι’ αυτό και δύσκολα αναρωτιόμαστε γιατί είναι πέτρινα. Στην Άρτα η πέτρα και η κεραμοσκεπή μοιάζουν σχεδόν αυτονόητες.
Αν όμως επιστρέψουμε στα χρόνια που σχεδιάστηκαν, το 1931 και το 1932, η εικόνα αλλάζει. Την εποχή εκείνη η σχολική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα ανανεωνόταν ριζικά. Νέοι αρχιτέκτονες συμμετείχαν σε ένα μεγάλο κρατικό πρόγραμμα και οι ιδέες του μοντέρνου κινήματος άρχιζαν να αποτυπώνονται στα νέα διδακτήρια. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Γεώργιος Ζογγολόπουλος και ο Κυριάκος Παναγιωτάκος.
Κι όμως, όταν οι δύο αυτοί δημιουργοί κλήθηκαν, σχεδόν ταυτόχρονα, να σχεδιάσουν δύο σχολικά έργα στην Άρτα, και οι δύο σχεδίασαν κτίρια όπου κυριαρχούν η εμφανής πέτρα και η κεραμοσκεπή. Αυτό που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο, λοιπόν, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο την εποχή που σχεδιάστηκαν.
Γιατί;
Το νέο σχολείο του Μεσοπολέμου
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και με υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου, αναπτύχθηκε το μεγάλο πρόγραμμα ανέγερσης περίπου 4.000 νέων σχολικών κτιρίων.
Δεν επρόκειτο μόνο για μια προσπάθεια αντιμετώπισης των αναγκών σχολικής στέγης. Το ίδιο το σχολικό κτίριο επανασχεδιαζόταν. Ο σωστός προσανατολισμός, ο φυσικός φωτισμός και ο αερισμός των αιθουσών, η σχέση με την αυλή και τους χώρους άσκησης αποκτούσαν κεντρική θέση στον σχεδιασμό.
Οι νέες αυτές αντιλήψεις είχαν και αρχιτεκτονική έκφραση. Σε πολλά σχολεία της περιόδου εμφανίζονται καθαροί και απλοί όγκοι, μεγάλες επιφάνειες ανοιγμάτων, επαναλαμβανόμενες σειρές παραθύρων, έντονες οριζόντιες γραμμές και συχνά επίπεδα δώματα. Περιορίζεται η διακόσμηση και η παλαιότερη μνημειακή πρόσοψη υποχωρεί.
Η λειτουργία του κτιρίου αρχίζει να γίνεται ορατή στην ίδια τη σύνθεσή του. Ήταν ένα αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο στενά συνδεδεμένο με τις αναζητήσεις του μοντέρνου κινήματος.
Το πρόγραμμα, ωστόσο, δεν επέβαλλε ένα και μοναδικό πρότυπο. Το οικόπεδο, το κλίμα, τα υλικά και οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τόπου μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικές λύσεις.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον η Άρτα.
Ο Ζογγολόπουλος απέναντι από την Παρηγορήτισσα
Το συγκρότημα του Α΄ Δημοτικού και του Γυμνασίου ήταν έργο του Γεωργίου Ζογγολόπουλου, ενός δημιουργού που σήμερα γνωρίζουμε κυρίως από τη μεταγενέστερη πορεία του στη γλυπτική. Στις αρχές όμως της δεκαετίας του 1930 συμμετείχε ενεργά στο πρόγραμμα των νέων σχολικών κτιρίων.
Ένα υπογεγραμμένο σχέδιό του με τίτλο «ΔΙΔΑΚΤΗΡΙΑ ΑΡΤΗΣ – ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ» και ημερομηνία Απρίλιος 1931 μας δίνει ασφαλές τεκμήριο για τη μελέτη του συγκροτήματος.
Η οργάνωση του έργου ακολουθεί τις νέες αντιλήψεις. Οι σχολικές μονάδες και η χωριστή αίθουσα συγκεντρώσεων οργανώνονται σε σχέση με μεγάλο υπαίθριο χώρο, ενώ προβλέπονται αυλή, γυμναστήριο και εγκαταστάσεις άθλησης.
Αν όμως κοιτάξουμε την εξωτερική του εικόνα, η διαφορά από πολλά άλλα σχολεία της περιόδου είναι εμφανής: λιθοδομή, μεγάλες κεραμοσκεπές, επιμήκεις όγκοι.
Το ενδιαφέρον είναι ότι κάτω από αυτή την εικόνα παραμένουν οι αρχές της νέας αρχιτεκτονικής. Στην εξωτερική του εικόνα, οι σειρές των παραθύρων ακολουθούν τον ρυθμό των αιθουσών, ενώ η σύνθεση δεν δίνει την εντύπωση μιας ενιαίας μνημειακής πρόσοψης, αλλά διαφορετικών λειτουργικών τμημάτων που συνδέονται μεταξύ τους.
Δεν έχουμε επομένως ένα «παραδοσιακό» κτίριο που βρίσκεται έξω από τη σύγχρονη αρχιτεκτονική της εποχής του.
Και αλλού ο Ζογγολόπουλος σχεδίαζε διαφορετικά
Η σύγκριση με τα άλλα σχολικά έργα του είναι αποκαλυπτική. Η καταγραφή του Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου περιλαμβάνει περίπου τριάντα σχολικά συγκροτήματα και δείχνει ότι δεν ακολουθούσε έναν σταθερό μορφολογικό τύπο.
Στην Κέρκυρα χρησιμοποιεί επίσης λιθοδομή μαζί με οπλισμένο σκυρόδεμα. Το ίδιο συμβαίνει στη Σύρο, χωρίς όμως τα κτίρια να αποκτούν την ίδια εξωτερική εικόνα με την Άρτα. Στην Αταλάντη συναντούμε διαφορετική λύση, με ιδιαίτερη έμφαση στον στεγασμένο χώρο και στη σχέση του κτιρίου με την αυλή.
Άρα το υλικό κατασκευής δεν αρκεί για να εξηγήσει την αρτινή λύση. Στην Άρτα η πέτρα δεν χρησιμοποιείται απλώς για να χτιστούν οι τοίχοι. Παραμένει εμφανής και, μαζί με την κεραμοσκεπή, διαμορφώνει την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του συγκροτήματος.
Ο Παναγιωτάκος: από την Άρτα στη Μπλε Πολυκατοικία

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κυριάκου Παναγιωτάκου, που σχεδίασε το Β΄ Δημοτικό στην Πλατεία Ρολογιού το 1932.
Ο Παναγιωτάκος ανήκε στη γενιά των αρχιτεκτόνων που συνδέθηκαν με την ανανέωση της ελληνικής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου και από το 1930 συμμετείχε στην Αρχιτεκτονική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.
Τα άλλα έργα του δείχνουν πόσο ευρύ ήταν το μορφολογικό του λεξιλόγιο. Στο σχολικό συγκρότημα Λιοσίων–Μιχαήλ Βόδα στην Αθήνα συναντούμε καθαρούς γεωμετρικούς όγκους και λείες επιφάνειες.
Στη Γούβα χρησιμοποιεί λιθοδομή σε συνδυασμό με οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς όμως αυτό να οδηγεί στην εξωτερική μορφή που βλέπουμε στην Άρτα.
Και σχεδόν ταυτόχρονα με το Β΄ Δημοτικό της Άρτας σχεδιάζει τη Μπλε Πολυκατοικία των Εξαρχείων, το 1932–1933, ένα από τα γνωστότερα έργα του ελληνικού μοντερνισμού.
Αυτό αλλάζει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να δούμε το αρτινό σχολείο. Το σχολείο της Άρτας δεν ανήκει, επομένως, σε κάποια παλαιότερη ή περισσότερο συντηρητική περίοδο του αρχιτέκτονα. Την ίδια στιγμή ο Παναγιωτάκος μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα εντελώς διαφορετικό και σαφώς μοντέρνο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο.
Και όμως, δίπλα στο Κάστρο και το Ρολόι επέλεξε εμφανή ημιλαξευμένη πέτρα και κεραμοσκεπή.
Δύο κτίρια – δύο συγκεκριμένοι τόποι
Η άποψη από το Κάστρο με το Β΄ Δημοτικό και την Παρηγορήτισσα στο βάθος.
Αν λοιπόν η επιλογή δεν εξηγείται μόνο από τους αρχιτέκτονες ούτε μόνο από το υλικό κατασκευής, αξίζει να κοιτάξουμε πού ακριβώς τοποθετήθηκαν τα δύο σχολεία.
Το συγκρότημα του Ζογγολόπουλου βρέθηκε απέναντι από την Παρηγορήτισσα. Το Β΄ Δημοτικό του Παναγιωτάκου δίπλα στο Κάστρο και το Ρολόι. Οι δύο θέσεις έχουν διαφορετική ιστορία και δημιουργούν διαφορετικές χωρικές σχέσεις.
Έχουν όμως κάτι κοινό: και στις δύο περιπτώσεις ένα μεγάλο νέο δημόσιο κτίριο καλείται να σταθεί δίπλα σε ισχυρά προϋπάρχοντα στοιχεία της πόλης.
Ένα κτίριο τέτοιας κλίμακας αναπόφευκτα αποκτά σχέση με όσα βρίσκονται γύρω του. Ο αρχιτέκτονας αντιμετωπίζει το οικόπεδο, την κλίμακα, τις χωρικές σχέσεις και τα προϋπάρχοντα στοιχεία του περιβάλλοντος.
Η γειτνίαση αυτή δεν σημαίνει ότι τα νέα σχολεία επιχείρησαν να μιμηθούν τα μνημεία που βρήκαν δίπλα τους. Η σχέση τους με τον ιστορικό χώρο είναι πολύ πιο διακριτική.
Η εμφανής πέτρα, η κεραμοσκεπή και η διαμόρφωση των όγκων δημιουργούν μια διαφορετική παρουσία μέσα στο περιβάλλον από εκείνη που θα είχε μια αυστηρά κυβιστική σύνθεση με λείες επιφάνειες και επίπεδο δώμα.
Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η σχέση με τον τόπο υπήρξε συνειδητή αφετηρία της επιλογής των δύο δημιουργών· δεν διαθέτουμε τέτοιο τεκμήριο. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε το αποτέλεσμα: δύο σύγχρονα σχολικά κτίρια, τοποθετημένα δίπλα σε σημαντικά μνημεία της Άρτας, που δεν αντιγράφουν το παλιό αλλά και δεν έρχονται σε μορφολογική ρήξη μαζί του.
Ίσως εκεί βρίσκεται τελικά και η απάντηση που μπορούμε —με την αναγκαία επιφύλαξη— να προτείνουμε.
Τα δύο σχολεία δεν είναι «παραδοσιακές» εξαιρέσεις σε ένα μοντέρνο πρόγραμμα.
Ως προς τη λειτουργία, τον φωτισμό, την αυλή, τους υπαίθριους χώρους και τα κατασκευαστικά μέσα ανήκουν στη νέα σχολική αρχιτεκτονική. Η ιδιαιτερότητά τους βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτή η σύγχρονη αρχιτεκτονική πήρε εξωτερική μορφή σε δύο συγκεκριμένους τόπους της Άρτας.
Ούτε μίμηση λοιπόν ούτε ρήξη. Δύο μοντέρνοι δημιουργοί, δύο σύγχρονα σχολεία και δύο αρχιτεκτονικές λύσεις που μπορούσαν να συνυπάρξουν με τον τόπο στον οποίο τοποθετήθηκαν.
Σχεδόν ένας αιώνας μέσα στην πόλη
Σε λίγα χρόνια τα δύο σχολεία θα πλησιάζουν τη συμπλήρωση ενός αιώνα παρουσίας στην Άρτα. Και ίσως η διάρκεια αυτή να αποτελεί από μόνη της έναν ακόμη τρόπο να δούμε σήμερα τη σχέση τους με την πόλη.
Στο διάστημα αυτό άλλαξε η Άρτα γύρω τους. Άλλαξαν οι δρόμοι, οι χρήσεις των γειτονικών χώρων, η κυκλοφορία, τα κτίρια και η εικόνα της πόλης. Τα ίδια τα σχολεία γνώρισαν επίσης διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της. Λίγα μόλις χρόνια μετά την ανέγερσή τους χρησιμοποιήθηκαν στις έκτακτες συνθήκες του πολέμου ως στρατιωτικά νοσοκομεία και στη συνέχεια επέστρεψαν στην εκπαιδευτική τους λειτουργία.
Το σημαντικότερο όμως είναι ίσως ότι δεν έγιναν απλώς παλιά κτίρια.
Παρέμειναν σχολεία.
Οι αυλές τους συνέχισαν να γεμίζουν παιδιά, οι αίθουσές τους νέες τάξεις και οι παλιές σχολικές φωτογραφίες νέες γενιές προσώπων. Έτσι, η Παρηγορήτισσα και το σχολικό συγκρότημα απέναντί της, όπως και το Κάστρο, το Ρολόι και το Β΄ Δημοτικό, έφτασαν να αποτελούν γνώριμες συνυπάρξεις μέσα στην εικόνα της Άρτας.
Όταν σχεδιάστηκαν, όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν ήταν δεδομένο. Ήταν δύο νέα κτίρια που έπρεπε να βρουν τη θέση τους μέσα σε δύο παλιούς τόπους.
Οι δημιουργοί τους μπορούσαν να σχεδιάσουν πολύ διαφορετικά — και το έκαναν σε άλλα έργα τους. Στην Άρτα, σχεδόν την ίδια στιγμή, έδωσαν στα δύο σχολεία συγγενικές αρχιτεκτονικές λύσεις.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά, το αποτέλεσμα μας φαίνεται σχεδόν φυσικό. Αξίζει όμως να επιστρέψουμε για λίγο στο 1931 και το 1932, για να θυμηθούμε ότι τότε δεν ήταν.
Πηγή – πλήρης μελέτη:
Αναστασία Καρρά, Τα πέτρινα σχολεία της Άρτας, 2026. Διαθέσιμη στο Academia.edu.
Η πλήρης βιβλιογραφία και οι πηγές παρατίθενται στην εργασία.
