ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ 2027

Η Ευρώπη της άμυνας, οι δημοσιονομικές πιέσεις και ο δύσκολος λογαριασμός

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

ΜΕΡΟΣ 1ο
Από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη θεσμική εναλλαγή στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Η ελληνική Προεδρία θα συμπέσει με μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιχειρεί να επανακαθορίσει ταυτόχρονα την οικονομική, δημοσιονομική και αμυντική της στρατηγική.
Πρέπει ασφαλώς να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει “Προεδρία”.

Η Ελλάδα δεν θα κυβερνά την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε θα μπορεί να επιβάλει τις εθνικές της θέσεις στους υπόλοιπους 26. Θα οργανώνει και θα διευθύνει τις εργασίες του Συμβουλίου, θα αναζητεί συμβιβασμούς και θα προωθεί τους νομοθετικούς φακέλους που θα βρίσκονται τότε σε εξέλιξη.

Και αυτοί οι φάκελοι θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι.
Η διαπραγμάτευση για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028–2034 βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει ένα Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, ενώ το Συμβούλιο επιδιώκει πολιτική συμφωνία έως το τέλος του 2026, ώστε οι σχετικές νομοθετικές πράξεις να ολοκληρωθούν μέσα στο 2027. Μόλις στις 22 Σεπτεμβρίου οι αρμόδιοι υπουργοί συζήτησαν εκ νέου τόσο τις δαπάνες όσο και τις πηγές χρηματοδότησης του νέου προϋπολογισμού.

Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όταν θα προεδρεύει η Ελλάδα, θα βρίσκεται σε εξέλιξη η τελική νομοθετική διαμόρφωση σημαντικών ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη πολιτική σύγκρουση.
Η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα περισσότερους πόρους για άμυνα και ασφάλεια, Ουκρανία, ανταγωνιστικότητα, τεχνολογία, μετανάστευση και ενεργειακή αυτονομία, χωρίς όμως να εξαφανιστούν οι παραδοσιακές πολιτικές της γεωργίας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.

Η πρόταση της Επιτροπής προβλέπει μόνο για άμυνα, ασφάλεια και διάστημα 131 δισ. ευρώ, περίπου πενταπλάσια ευρωπαϊκή χρηματοδότηση από το σημερινό πλαίσιο.
Οι αριθμοί όμως δεν είναι ουδέτεροι.

Κάθε φορά που μία νέα προτεραιότητα απαιτεί δεκάδες δισεκατομμύρια, το ερώτημα είναι από πού θα βρεθούν. Θα αυξηθούν οι εισφορές των κρατών; Θα δημιουργηθούν νέοι ευρωπαϊκοί φόροι και ίδιοι πόροι; Θα περιοριστούν άλλες πολιτικές; Ή θα αυξηθεί ο δανεισμός;

Για την Ελλάδα αυτά δεν αποτελούν θεωρητικά ερωτήματα.
Η χώρα μας εξακολουθεί να έχει πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, μεγάλες ανάγκες σε υποδομές, υγεία, παιδεία, δημογραφική πολιτική και κοινωνική προστασία. Είναι επίσης χώρα που έχει ιδιαίτερο συμφέρον από την Πολιτική Συνοχής και την Κοινή Αγροτική Πολιτική.
Δεν διαθέτουμε την οικονομική άνεση της Γερμανίας ούτε τη βιομηχανική ισχύ της Γαλλίας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να θεωρούμε ανεξάντλητους τους δημόσιους πόρους.

Και όμως η Ευρώπη κινείται παράλληλα προς μία πρωτοφανή αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Μέσα από το ReArm Europe – Readiness 2030 επιδιώκει να δημιουργήσει δυνατότητα κινητοποίησης έως περίπου 800 δισ. ευρώ για την άμυνα.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής της στρατηγικής δεν αποτελεί κοινοτική επιχορήγηση αλλά δυνατότητα των κρατών να αυξήσουν τις δικές τους δαπάνες χρησιμοποιώντας προσωρινά μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία.

Η ΕΕ έχει επιτρέψει στα κράτη-μέλη, για την περίοδο 2025-2028, ειδική απόκλιση από τους δημοσιονομικούς κανόνες για την αύξηση των αμυντικών δαπανών.

Εδώ βρίσκεται όμως μία σοβαρή αντίφαση.
Η δημοσιονομική εξαίρεση είναι προσωρινή, ενώ οι εξοπλιστικές υποχρεώσεις που δημιουργούνται είναι πολυετείς και μόνιμες.
Παράλληλα υπάρχει η νέα απόφαση του ΝΑΤΟ για συνολικές δαπάνες έως 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035 , τουλάχιστον 3,5% για καθαρά στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% για συναφείς δαπάνες ασφάλειας, υποδομών και ανθεκτικότητας.

Πρέπει να σημειωθεί με σαφήνεια ότι αυτή είναι δέσμευση του ΝΑΤΟ και όχι απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όμως για τον εθνικό προϋπολογισμό το πρόβλημα στο τέλος είναι ένα.

Ποιος πληρώνει;
Μέχρι εδώ προσπάθησα να περιγράψω την ευρωπαϊκή λογική όπως αυτή διαμορφώνεται στους θεσμούς της Ένωσης.
Δεν σημαίνει ότι την αποδέχομαι.

Προσωπικά βρίσκομαι απέναντι σε αυτή τη συνεχή μετατόπιση της πολιτικής προς τους εξοπλισμούς και στη σταδιακή εξοικείωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών με την ιδέα του πολέμου.

Δεν παραγνωρίζω την ανάγκη μιας χώρας να προστατεύει την εθνική της κυριαρχία. Πολύ περισσότερο της Ελλάδας, με τα γνωστά προβλήματα ασφαλείας και τη γεωγραφική της θέση.

Άλλο όμως η αναγκαία άμυνα και άλλο η μετατροπή της διεθνούς πολιτικής σε μια αέναη κούρσα εξοπλισμών, μέσα στους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων, των γεωστρατηγικών συμφερόντων και των αγορών της πολεμικής βιομηχανίας.
Και υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορώ να παρακάμψω.

Όταν μία χώρα με περιορισμένο εθνικό πλούτο καλείται να διαθέτει συνεχώς περισσότερα δισεκατομμύρια για οπλικά συστήματα, ποια δημόσια ανάγκη θα χρηματοδοτηθεί λιγότερο;

Η υγεία; Η παιδεία; Οι συντάξεις; Η περιφέρεια; Το δημογραφικό; Οι παραγωγικές επενδύσεις;
Οι κοινωνίες δεν ζουν μέσα στους πίνακες του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Και οι πόλεμοι δεν είναι ποσοστά του ΑΕΠ.
Είναι νεκροί, καταστροφή, προσφυγιά και ανθρώπινος πόνος.
Ο πόλεμος, όσο τεχνοκρατικά και αν περιγράφεται, παραμένει βαρβαρότητα.

Στο επόμενο μέρος θα εξετάσουμε την άλλη πλευρά αυτού του τεράστιου οικονομικού σχεδιασμού.
Ποιος θα πληρώσει τα δισεκατομμύρια των εξοπλισμών και ποιος τελικά θα τα εισπράξει.

ReArm Europe / Readiness 2030: Πρόκειται για το ευρωπαϊκό σχέδιο μεγάλης ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων και της αμυντικής βιομηχανίας έως το 2030, με δυνατότητα κινητοποίησης έως περίπου 800 δισ. ευρώ, κυρίως μέσω μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας των κρατών και χρηματοδοτικών εργαλείων.

* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών