Οι Αρτινοί στα δίκτυα εξαγοράς των αιχμαλώτων του Μεσολογγίου

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Πρόσωπα, διαδρομές και προσπάθειες απελευθέρωσης μετά την Έξοδο

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε μια λιγότερο γνωστή συνέπεια της Εξόδου του Μεσολογγίου: την παρουσία αιχμαλώτων στην Άρτα και τις μαρτυρίες για την πώληση όσων δεν είχαν συγγενείς ή φίλους που μπορούσαν να συγκεντρώσουν τα χρήματα για την εξαγορά τους.

Υπήρχε όμως και η αντίστροφη διαδρομή. Ενώ αιχμάλωτοι μεταφέρονταν προς την Άρτα και την Πρέβεζα, πληροφορίες για την τύχη τους έφευγαν προς την Κέρκυρα και από εκεί προς τη Βενετία, τη Γενεύη και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Μαζί με τις πληροφορίες άρχισαν να κινούνται χρήματα, επιστολές και άνθρωποι.

Μέσα σε αυτά τα δίκτυα συναντούμε και πρόσωπα που κατάγονταν από την Άρτα και την περιοχή της. Δεν αποτελούσαν μια ενιαία οργανωμένη «αρτινή επιτροπή» ούτε είχαν όλοι τον ίδιο ρόλο.

Άλλος διαχειριζόταν χρήματα, άλλος μετέφερε πληροφορίες, άλλος υπέγραφε ένα έγγραφο ή συμμετείχε σε μια παρέμβαση. Όταν όμως τα διάσπαρτα τεκμήρια τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο, αποκαλύπτουν μια δεύτερη, ελάχιστα γνωστή πλευρά της ιστορίας.

Από την Ευρώπη στην Ήπειρο

Η είδηση για την τύχη των αιχμαλώτων του Μεσολογγίου προκάλεσε νέα κινητοποίηση του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού. Ένα από τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν ήταν ο Ελβετός τραπεζίτης και φιλέλληνας Jean-Gabriel Eynard, ο οποίος είχε ήδη αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο επαφών για την ενίσχυση της Ελληνικής Επανάστασης.

Στην αλληλογραφία του καλοκαιριού του 1826 εμφανίζεται επανειλημμένα το ζήτημα των αιχμαλώτων. Στις 21 Ιουλίου, ο Petrini τού έγραφε για ανθρώπους που εξακολουθούσαν να βρίσκονται «στα δεσμά στην Άρτα και την Πρέβεζα». Η πληροφορία δείχνει ότι τρεις μήνες μετά την Έξοδο το πρόβλημα παρέμενε ανοιχτό.

Το κρίσιμο ερώτημα ήταν πώς μπορούσαν να φθάσουν τα χρήματα στους τόπους όπου βρίσκονταν οι αιχμάλωτοι και ποιος μπορούσε να αναλάβει την εξαγορά τους.

Και εδώ εμφανίζεται ένα πρόσωπο από το Κομπότι.

Ο Κωνσταντίνος Γεροστάθης

Κεντρικό πρόσωπο στην πρακτική οργάνωση των εξαγορών υπήρξε ο Κωνσταντίνος Γεροστάθης από το Κομπότι. Γιος του Ευσταθίου Γεροστάθη, δασκάλου και προκρίτου της περιοχής, είχε εγκατασταθεί στην Κέρκυρα μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 1807 και είχε αναπτύξει εκεί σημαντική εμπορική δραστηριότητα και πολύτιμες διασυνδέσεις.

Η συμμετοχή του στις εξαγορές τεκμηριώνεται από την αλληλογραφία του 1826. Ήδη στις 8 Ιουνίου ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας πρότεινε στον Jean-Gabriel Eynard να αξιοποιηθούν ο Γεροστάθης και οι επαφές του με την Πρέβεζα.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί μέσω του Eynard, μαζί με πρόσθετη πιστωτική επιστολή 20.000 φράγκων, παραδόθηκαν στην Κέρκυρα για την οργάνωση των εξαγορών, στις οποίες συμμετείχαν ο εμπορικός οίκος Γεροστάθη και ο Βιάρος Καποδίστριας.

Πόσο ενεργός ήταν ο ρόλος του Γεροστάθη φαίνεται από επιστολή του Βιάρου προς τον αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, στις 27 Ιουνίου. Όταν ο Γεροστάθης αναχώρησε προσωρινά για το Recoaro, ο Βιάρος έγραψε ότι χρειάστηκε να αναλάβει «όλη την εργασία με την οποία εκείνος ήταν επιφορτισμένος για τις υποθέσεις των γειτόνων μας».

Και η προσπάθεια είχε απτά αποτελέσματα. Δημοσίευμα των αρχών Οκτωβρίου ανέφερε ότι μέσα σε έξι εβδομάδες είχαν φθάσει στην Πρέβεζα περίπου 150 γυναίκες και παιδιά που είχαν απελευθερωθεί από την αιχμαλωσία.

Η απελευθέρωση των περισσότερων αποδιδόταν στις ενέργειες του Γεροστάθη, ο οποίος παρουσιαζόταν ως ανταποκριτής των φιλελληνικών επιτροπών του Παρισιού και του Βερολίνου. Τα λύτρα κυμαίνονταν, σύμφωνα με την ίδια πληροφορία, από 300 έως 500 τουρκικά πιάστρα ανά πρόσωπο.

Έτσι, ένας άνθρωπος από το Κομπότι βρέθηκε στον πυρήνα ενός δικτύου που συνέδεε τα χρήματα των ευρωπαϊκών φιλελληνικών επιτροπών με την Κέρκυρα και, μέσω αυτής, με την πρακτική προσπάθεια απελευθέρωσης των αιχμαλώτων στην περιοχή.

Ένας ακόμη Αρτινός κοντά στα γεγονότα

Στο ευρύτερο περιβάλλον των προσπαθειών αυτών συναντούμε και τον Δημήτριο Μόστρα, Αρτινό που είχε συνδεθεί στενά με τον μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο. Ο Μόστρας υπήρξε επί σειρά ετών γραμματέας και στενός συνεργάτης του και ο Ιγνάτιος τον γνώριζε ήδη από την Άρτα.

Η παρουσία του δεν μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε κάποια συγκεκριμένη πληροφορία για τους αιχμαλώτους.

Μας επιτρέπει όμως να δούμε πόσο πυκνές μπορούσαν να είναι οι προσωπικές διαδρομές μέσα από τις οποίες ειδήσεις από την Ήπειρο έφθαναν σε ανθρώπους που βρίσκονταν έξω από αυτήν και είχαν τη δυνατότητα να κινητοποιήσουν βοήθεια.

Σε έναν κόσμο χωρίς άμεση επικοινωνία, οι προσωπικές γνωριμίες, οι συγγενικές σχέσεις, οι εμπορικοί δεσμοί και η κοινή καταγωγή μπορούσαν να αποκτήσουν αποφασιστική σημασία.

Η ιστορία του μικρού Λάμπρου

Ένα από τα ελάχιστα περιστατικά στα οποία τα έγγραφα μας επιτρέπουν να πλησιάσουμε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο είναι η ιστορία ενός παιδιού από το Μεσολόγγι, του μικρού Λάμπρου.

Ο Λάμπρος είχε αγοραστεί στην Πρέβεζα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Βενετία από τον Νικόλαο Povits. Από εκεί άρχισε μια πολύπλοκη προσπάθεια για να επιστρέψει στους δικούς του.

Οι αυστριακές αρχές ζητούσαν συγκεκριμένη εξουσιοδότηση από γονείς ή συγγενείς, όμως μετά την καταστροφή του Μεσολογγίου ακόμη και η αναζήτηση της οικογένειάς του ήταν δύσκολη.

Γνωρίζουμε επίσης ότι αναζητούνταν η μικρή αδελφή του, ηλικίας περίπου έξι ετών, η οποία θεωρούνταν ότι μπορεί να βρισκόταν υπό την προστασία προξενικής αρχής στην Πρέβεζα ή την Άρτα.

Η υπόθεση του Λάμπρου έφθασε στην Κέρκυρα. Εκεί, στις 19/31 Οκτωβρίου 1826, τριάντα δύο απελευθερωμένες Μεσολογγίτισσες, γυναίκες που είχαν χάσει παιδιά ή νεαρούς συγγενείς, υπέγραψαν συμβολαιογραφική εξουσιοδότηση προς τον Ανδρέα Μουστοξύδη για να διεκδικήσει το παιδί.

Τα λόγια τους είναι ίσως από τα πιο συγκινητικά τεκμήρια αυτής της ιστορίας:
«Τό αὐτό βρέφος τό ζητώμεν καί δι’ ἡμᾶς, ὁ ἐπίτροπός μας ἄς τό ζητήση ὡς τέκνον μας […] ἄς τό ζητήση ὡς υἱόν τῆς κοινῆς ἡμῶν πατρίδος».
Η προσωπική ιστορία ενός παιδιού είχε μετατραπεί σε υπόθεση μιας ολόκληρης κοινότητας.

Τρεις ακόμη παρουσίες από την περιοχή της Άρτας

Στην ίδια υπόθεση εμφανίζονται τρία πρόσωπα που μας φέρνουν ξανά στην Άρτα.
Ως μάρτυρες στη συμβολαιογραφική πράξη των τριάντα δύο γυναικών υπέγραψαν δύο Αρτινοί, ο Αναστάσιος Τζερκιστιάνος και ο Παναγιώτης Χρίστου Ρίζος.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 8 Νοεμβρίου 1826, ο Γεώργιος Μόστρας από το Πέτα συμμετείχε στην επίσημη παρέμβαση της Φιλελληνικής Επιτροπής της Κέρκυρας προς τον Ανδρέα Μουστοξύδη για την απόδοση του παιδιού.

Κανένας από αυτούς, μόνος του, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός οργανωμένου «αρτινού δικτύου». Είναι όμως αξιοπρόσεκτο ότι, όταν ακολουθούμε τις προσπάθειες για έναν αιχμάλωτο του Μεσολογγίου από τη Βενετία έως την Κέρκυρα, συναντούμε επανειλημμένα ανθρώπους με καταγωγή από την Άρτα και την περιοχή της.

Η τελική τύχη του μικρού Λάμπρου δεν έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί στα έγγραφα. Η υπόθεσή του, όμως, μας επιτρέπει να δούμε σχεδόν από κοντά πόσο δύσκολη μπορούσε να είναι η επιστροφή ενός αιχμαλώτου στην ελευθερία ακόμη και όταν είχε ήδη απομακρυνθεί από τον τόπο της πώλησής του.

Οι «διεσκορπισμένοι Αρτινοί»

Δύο χρόνια αργότερα, ένα διαφορετικό έγγραφο μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνταν ορισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους.

Στις 3 Οκτωβρίου 1828, είκοσι εννέα Αρτινοί απηύθυναν συλλογική αναφορά προς τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στο έγγραφο αυτοπροσδιορίζονταν με μια χαρακτηριστική φράση: «οι διεσκορπισμένοι Αρτινοί».

Ανάμεσα στα ονόματα συναντούμε πρόσωπα και οικογένειες που εμφανίζονται και στα τεκμήρια της περιόδου: τον Κωνσταντίνο Ι. Μόστρα, τον Απόστολο Ι. Μόστρα, τον Αναστάσιο Τζερκιστιάνο και άλλους.

Το έγγραφο του 1828 δεν αφορά την εξαγορά των αιχμαλώτων του Μεσολογγίου και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι όλοι αυτοί συμμετείχαν σε μια κοινή οργανωμένη δράση.

Φωτίζει όμως κάτι σημαντικό: την ύπαρξη μιας διασποράς Αρτινών έξω από την οθωμανική Άρτα, ανθρώπων που συνδέονταν μεταξύ τους με καταγωγή, οικογενειακές σχέσεις, εμπόριο και γνωριμίες. Μέσα από τέτοιες διαδρομές μπορούσαν να ταξιδεύουν ειδήσεις, επιστολές, χρήματα και αιτήματα βοήθειας.

Η άλλη όψη της ιστορίας

Αν στο πρώτο άρθρο η Άρτα εμφανίστηκε ως ένας από τους τόπους στους οποίους έφθασαν, κρατήθηκαν και πωλήθηκαν αιχμάλωτοι του Μεσολογγίου, τα τεκμήρια που εξετάσαμε εδώ αποκαλύπτουν την άλλη όψη της ίδιας ιστορίας.

Άνθρωποι από την Άρτα και την περιοχή της εμφανίζονται, με διαφορετικούς κάθε φορά ρόλους, μέσα στις προσπάθειες πληροφόρησης, διαμεσολάβησης και εξαγοράς.

Δεν αποτελούσαν όλοι ένα ενιαίο δίκτυο και δεν έχουμε στοιχεία που να μας επιτρέπουν να τους αποδώσουμε κοινό σχέδιο ή κοινή οργάνωση. Εκείνο που διακρίνεται είναι κάτι πιο σύνθετο και ίσως πιο ενδιαφέρον: ένα πλέγμα ανθρώπινων σχέσεων που εκτεινόταν από την Ήπειρο στα Επτάνησα και από εκεί στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Για έναν αιχμάλωτο, αυτές οι σχέσεις μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικές. Κάποιος έπρεπε να μάθει ότι ζούσε. Κάποιος να αναζητήσει πού βρισκόταν.

Κάποιος να γράψει μια επιστολή, να συγκεντρώσει χρήματα, να τα μεταφέρει ή να μεσολαβήσει.
Έτσι, διακόσια χρόνια μετά την Έξοδο, η αρτινή διάσταση της ιστορίας δεν περιορίζεται πλέον στη διαπίστωση ότι αιχμάλωτοι έφθασαν και πωλήθηκαν στην Άρτα.

Δίπλα σε αυτήν εμφανίζεται και μια άλλη: άνθρωποι από την Άρτα και την περιοχή της βρέθηκαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, μέσα στην προσπάθεια να επιστρέψουν κάποιοι από αυτούς τους αιχμαλώτους στην ελευθερία.

Βιβλιογραφία

Αναστασία Καρρά, Η Άρτα μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826). Αιχμάλωτοι, αγορές ανθρώπων και δίκτυα εξαγοράς, 2026.