Ο Αμυντικός Στρατώνας της Άρτας

Από το φρούριο του Πύρρου στο Στρατόπεδο Βερσή

Γράφει η Αναστασία Καρρά-Μαστραπά

Στον λόφο της Περάνθης, ψηλά πάνω από την Άρτα, στέκει ένα επιβλητικό οικοδόμημα που για περισσότερα από 160 χρόνια συνδέθηκε με τη στρατιωτική ιστορία της πόλης.

Ο Αμυντικός Στρατώνας, γνωστός στις νεότερες γενιές ως Στρατόπεδο Βερσή, υπήρξε τόπος στρατωνισμού, πολεμικών προετοιμασιών και συγκρούσεων. Η ιστορία του, όμως, αρχίζει πολύ πριν από την ανέγερσή του, σε έναν λόφο που είχε ήδη οχυρωθεί από την αρχαιότητα.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν η Άρτα βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία, η στρατηγική σημασία της Περάνθης προσέλκυσε και πάλι το ενδιαφέρον της στρατιωτικής διοίκησης.

Στις αρχές του 1864, ο διοικητής Ιωαννίνων Δερβίς Πασάς έφθασε στην Άρτα, συνοδευόμενος από δύο Άγγλους μηχανικούς και τον Οθωμανό μηχανικό Κιαμήμ Βέη. Σκοπός της επίσκεψής του ήταν η επιθεώρηση της περιοχής και η προετοιμασία νέων οχυρωματικών έργων.

Λίγο αργότερα, στον λόφο της Περάνθης, απέναντι από το Κάστρο της Άρτας, άρχισαν οι εργασίες για την ανέγερση του μεγάλου στρατιωτικού οικοδομήματος που θα έμενε γνωστό ως Αμυντικός Στρατώνας.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Ιερός Αγών, στις 14 Ιανουαρίου 1864, μαζί με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Κατά τις εκσκαφές αποκαλύφθηκαν θεμέλια πανάρχαιων τειχών, κατασκευασμένων από τεράστιους λίθους, μήκους έως επτά πήχεων και πλάτους τριών.

Οι Άγγλοι μηχανικοί εισηγήθηκαν να χρησιμοποιηθούν τα αρχαία αυτά θεμέλια για τη στήριξη των νέων οχυρωματικών έργων, επειδή τα θεωρούσαν ιδιαίτερα ανθεκτικά. Έτσι, η κατασκευή ενός οθωμανικού στρατώνα έφερε ξανά στο προσκήνιο την αρχαιότερη οχυρωματική ιστορία της Άρτας.

Ο λόφος της Περάνθης, γνωστός παλαιότερα και ως Πετροβούνι, δεσπόζει στην ανατολική πλευρά της πόλης. Από την κορυφή του μπορεί κανείς να εποπτεύσει την πεδιάδα του Αράχθου, τις προσβάσεις προς τα Τζουμέρκα και, νοτιότερα, τον Αμβρακικό κόλπο. Η θέση αυτή εξηγεί γιατί ο λόφος είχε οχυρωθεί ήδη από την αρχαιότητα.

Στον χώρο διατηρούνταν κατάλοιπα οχυρώσεων που οι παλαιότεροι συγγραφείς συνέδεαν με την αρχαία Αμβρακία και το λεγόμενο φρούριο του βασιλιά Πύρρου.

Ευρωπαίοι περιηγητές των αρχών του 19ου αιώνα είχαν παρατηρήσει ίχνη αρχαίων τειχών και πύλης, ενώ ο μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος, στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης (1884), ανέφερε ότι ο νέος στρατώνας είχε οικοδομηθεί επάνω στα παλαιά θεμέλια.

Η ανέγερσή του, κατά τα έτη 1864–1865, εντασσόταν στην προσπάθεια της οθωμανικής διοίκησης να ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή, καθώς η Άρτα αποτελούσε σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, ενώ η γεωγραφική της θέση επέτρεπε τον έλεγχο των οδών επικοινωνίας με την υπόλοιπη Ήπειρο.

Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν με σημαντική επιβάρυνση του τοπικού πληθυσμού. Οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να συνεισφέρουν εργασία και υλικά, ενώ η άρνηση συμμετοχής στις αγγαρείες μπορούσε να επιφέρει χρηματικές κυρώσεις. Πίσω από την επιβλητική κατασκευή βρισκόταν, επομένως, και η υποχρεωτική εργασία ανθρώπων της Άρτας και της περιφέρειάς της.

Ένα στρατιωτικό οχυρό πάνω από την πόλη

Ο Αμυντικός Στρατώνας σχεδιάστηκε ώστε να εξυπηρετεί ταυτόχρονα τις ανάγκες στρατωνισμού και άμυνας. Η θέση του επέτρεπε την επιτήρηση μιας μεγάλης περιοχής, ενώ οι ισχυροί τοίχοι και οι γωνιακοί πύργοι του προσέδιδαν χαρακτηριστικά φρουρίου.

Δύο μαρτυρίες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα μάς επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια αρκετά σαφή εικόνα του οικοδομήματος. Το 1877, έκθεση του Ρωσικού Υποπροξενείου Άρτας περιέγραφε ένα μεγάλο τετράγωνο, τριώροφο κτίριο, με τέσσερις πύλες.

Έξω από τον περίβολό του βρίσκονταν οι κλίβανοι, τα μαγειρεία και οι στάβλοι, εγκαταστάσεις απαραίτητες για τη διαβίωση της στρατιωτικής φρουράς.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1886, ο αξιωματικός και γεωγράφος Νικόλαος Σχινάς κατέγραψε με μεγαλύτερη ακρίβεια την αρχιτεκτονική του. Το κτίριο είχε τετράγωνο σχήμα, με πλευρές μήκους 41,90 μέτρων και τοίχους πάχους 1,05 μέτρου.

Στις τέσσερις γωνίες του υψώνονταν ισχυροί πύργοι, ενώ στο εσωτερικό υπήρχαν αυλή και μεγάλη δεξαμενή νερού. Μια δεύτερη, θολωτή δεξαμενή βρισκόταν εξωτερικά, κοντά στη δυτική είσοδο. Οι εγκαταστάσεις αυτές εξασφάλιζαν την υδροδότηση της φρουράς ακόμη και σε περίπτωση πολιορκίας.

Στη νοτιοανατολική πλευρά υπήρχαν πυροβολεία και πρόσθετα οχυρωματικά έργα. Η πρόσβαση στον στρατώνα γινόταν από έναν ελικοειδή δρόμο που ανέβαινε από την πόλη, ενώ ένα δεύτερο μονοπάτι συνέδεε τον λόφο με την περιοχή της Φανερωμένης και το Πέτα. Το συγκρότημα αποτελούσε, επομένως, ένα οργανωμένο στρατιωτικό οχυρό, σχεδιασμένο για να ελέγχει την πόλη και τις προσβάσεις της.

Από τον οθωμανικό στον ελληνικό στρατό

Με την προσάρτηση της Άρτας στο ελληνικό κράτος, το 1881, ο Αμυντικός Στρατώνας πέρασε στη χρήση του ελληνικού στρατού.
Η Άρτα βρέθηκε τότε σε μια ιδιαίτερη γεωγραφική θέση.

Η νέα ελληνοοθωμανική μεθόριος περνούσε σε μικρή απόσταση από την πόλη, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο συγκέντρωσης, εκπαίδευσης και ανεφοδιασμού στρατιωτικών μονάδων.

Κατά τον πόλεμο του 1897, η περιοχή Άρτας–Πέτα αποτέλεσε σημαντική ζώνη επιχειρήσεων. Ο στρατώνας της Περάνθης, με τα πυροβολεία και τα παρατηρητήριά του, εντασσόταν στο αμυντικό σύστημα της πόλης, ενώ η θέση του επέτρεπε την εποπτεία των στρατιωτικών κινήσεων προς την ηπειρωτική ενδοχώρα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα συνδέθηκε στενά με τις ελληνικές στρατιωτικές μονάδες που είχαν έδρα την Άρτα και ιδιαίτερα με το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων. Η ιστορία του Συντάγματος, που συμμετείχε στους μεγάλους πολέμους του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, συνδέθηκε αδιάρρηκτα με την πόλη και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Περάνθης.

Για πολλές γενιές Αρτινών, ο στρατώνας υπήρξε γνώριμο σημείο της καθημερινότητας. Από εκεί πέρασαν στρατιώτες και αξιωματικοί, πραγματοποιήθηκαν εκπαιδεύσεις και επιστρατεύσεις και οργανώθηκαν αναχωρήσεις προς τα πολεμικά μέτωπα.

Οι παλιές φωτογραφίες διασώζουν εικόνες του συγκροτήματος, με τους χαρακτηριστικούς γωνιακούς πύργους και τους στρατιώτες στον περίβολό του.

Η Κατοχή και οι συγκρούσεις του 1944

Μια διαφορετική εικόνα του Αμυντικού Στρατώνα αποκαλύπτεται μέσα από τις επιστολές ενός Ιταλού αξιωματικού, ο οποίος υπηρέτησε στην Άρτα κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Μετά την κατάληψη της Ελλάδας το 1941, το συγκρότημα χρησιμοποιήθηκε από το 42ο Σύνταγμα Πεζικού της ιταλικής Μεραρχίας Modena. Τον Μάιο του 1942 έφθασε στην Άρτα ο ανθυπολοχαγός Adriano Mazziotti, ο οποίος περιέγραψε στις επιστολές προς τον πατέρα του τη ζωή μέσα στο στρατόπεδο.

Ο νεαρός αξιωματικός εντυπωσιάστηκε από τη θέση του στρατώνα, πάνω σε έναν όμορφο λόφο, περιτριγυρισμένο από πεύκα. Περιγράφει τα δωμάτια των αξιωματικών, τη λέσχη σίτισης σε ένα επιταγμένο σπίτι στο κέντρο της Άρτας, τους βραδινούς περιπάτους στους δρόμους της πόλης και τις καθημερινές τους συνήθειες.

Μαθαίνουμε ακόμη ότι το νερό του στρατώνα χρειαζόταν απολύμανση με χλώριο και ότι το ηλεκτρικό ρεύμα διακοπτόταν μετά τις δέκα και μισή το βράδυ για λόγους οικονομίας.

Οι επιστολές αυτές, που δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο Cronaca della mia vita in Grigioverde (2018), αποτελούν μια σπάνια μαρτυρία για την καθημερινότητα των στρατευμάτων κατοχής στην Άρτα.

Η φαινομενικά ήρεμη ζωή που περιγράφει ο Ιταλός αξιωματικός βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα που βίωναν οι κάτοικοι της κατεχόμενης πόλης. Ο ιστορικός στρατώνας των Ευζώνων είχε μετατραπεί σε εγκατάσταση του ιταλικού στρατού.
Λίγο περισσότερο από δύο χρόνια αργότερα, ο Αμυντικός Στρατώνας βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων, αυτή τη φορά κατά τις εμφύλιες συγκρούσεις του Δεκεμβρίου 1944.

Στις 21 και 22 Δεκεμβρίου, κατά τη μάχη μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ για τον έλεγχο της Άρτας, ο λόφος της Περάνθης και τα υψώματα του Προφήτη Ηλία αποτέλεσαν σημαντικά σημεία των επιχειρήσεων.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στρατηγική αδυναμία του στρατώνα είχε επισημανθεί ήδη από το 1877, στην έκθεση του Ρωσικού Υποπροξενείου Άρτας: το γειτονικό ύψωμα του Προφήτη Ηλία βρισκόταν ψηλότερα και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την προσβολή του με πυροβολικό.

Σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, το ίδιο ύψωμα αποτέλεσε ένα από τα πιο επίμαχα σημεία της μάχης, περνώντας επανειλημμένα από τον έλεγχο της μιας πλευράς στην άλλη.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Γιάννη Μαστρογιάννη, κατά την επίθεση της 22ας Δεκεμβρίου, βολή του πυροβολικού του ΕΛΑΣ έπληξε τη στέγη του Αμυντικού Στρατώνα, προκαλώντας την κατάρρευση τμήματός της.

Η τελική κατάληψη του Προφήτη Ηλία από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ συνοδεύτηκε από την υποχώρηση των υπερασπιστών των γειτονικών οχυρωμένων θέσεων και την επικράτησή του στην πόλη.

Μετά την επικράτηση του ΕΛΑΣ ακολούθησαν συλλήψεις και εκτελέσεις πολιτών, με την περιοχή πίσω από τον Αμυντικό Στρατώνα να αναφέρεται στις σχετικές μαρτυρίες ως τόπος εκτέλεσης. Οι πηγές διαφέρουν ως προς τον συνολικό αριθμό των θυμάτων.

Τα γεγονότα αυτά άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη της Άρτας και αποτελούν ένα ακόμη, τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας του χώρου.

Από τον στρατώνα στο ιστορικό μνημείο

Στη μεταπολεμική περίοδο το συγκρότημα συνέχισε να χρησιμοποιείται από τον ελληνικό στρατό και έλαβε την ονομασία «Στρατόπεδο Αντισυνταγματάρχου Χαραλάμπους Βερσή», προς τιμήν του αξιωματικού του Πυροβολικού που έχασε τη ζωή του τον Απρίλιο του 1941, αρνούμενος να παραδώσει το Σύνταγμά του μετά την κατάρρευση του μετώπου.

Το 1994, με το ΦΕΚ 745/Β/10.9.1994, ο Αμυντικός Στρατώνας χαρακτηρίστηκε διατηρητέο ιστορικό μνημείο, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα.

Κατά την περίοδο 2024–2025 έπαυσε να λειτουργεί ως ενεργή στρατιωτική μονάδα, κλείνοντας έναν κύκλο περίπου 160 χρόνων στρατιωτικής παρουσίας στον λόφο της Περάνθης.

Σήμερα, ο Αμυντικός Στρατώνας δεν είναι απλώς ένα παλιό στρατιωτικό οικοδόμημα. Στον ίδιο χώρο συναντώνται τα ίχνη της αρχαίας Αμβρακίας, η οθωμανική ιστορία, οι αγώνες του ελληνικού στρατού, η Κατοχή και οι δύσκολες μνήμες του 20ού αιώνα. Κάθε εποχή άφησε το δικό της αποτύπωμα σε ένα κτίριο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της Άρτας.

Με την παύση της στρατιωτικής του λειτουργίας, το μέλλον του Αμυντικού Στρατώνα απασχολεί πλέον την τοπική κοινωνία, γεννώντας διαφορετικές προτάσεις και προσδοκίες για την αξιοποίησή του.

Όποια κι αν είναι η χρήση που θα επιλεγεί, η ιστορική ταυτότητα του χώρου δεν μπορεί να παραμεριστεί. Η πρόκληση είναι να αποκτήσει ο Αμυντικός Στρατώνας μια νέα θέση στη ζωή της πόλης, διατηρώντας και αναδεικνύοντας τη μνήμη των 160 χρόνων της ιστορίας του.

Πηγή: Αναστασία Γ. Καρρά, Το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων στην Άρτα – Από τον Αμυντικό Στρατώνα στη Συλλογική Μνήμη, ανέκδοτη ιστορική μελέτη, 2026.