
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Πίσω από κάθε δανειακό φάκελο υπάρχει ένας άνθρωπος. Μια οικογένεια, ένας επαγγελματίας, ένας συνταξιούχος που προσπαθεί να διατηρήσει το σπίτι του και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Αυτός ο άνθρωπος δικαιούται να γνωρίζει πόσα οφείλει, πώς υπολογίζεται το χρέος του και με ποιους όρους μπορεί να το εξυπηρετήσει. Η οικονομική δυσκολία δεν καταργεί ούτε τα δικαιώματα ούτε την αξιοπρέπεια του.
Στη συζήτηση για τα funds και τους servicers χρειάζεται μια βασική διάκριση. Τα πρώτα επενδύουν στην αγορά απαιτήσεων από δάνεια, ενώ οι δεύτεροι αναλαμβάνουν τη διαχείριση τους για λογαριασμό των δικαιούχων. Για τον οφειλέτη, όμως, το πρακτικό ερώτημα παραμένει:Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να του δώσει μια σαφή, έγκαιρη και δεσμευτική απάντηση;
Είναι απαράδεκτο ο πολίτης να καλείται να πληρώσει, αλλά να δυσκολεύεται να αποκτήσει αναλυτική εικόνα της απαίτησης. Να αναζητά το υπόλοιπο του δανείου, την καταχώριση των πληρωμών του, τους τόκους και τις επιβαρύνσεις, χωρίς να εξασφαλίζει την ενημέρωση που χρειάζεται για να αποφασίσει υπεύθυνα.
Η απρόσωπη επικοινωνία και η καθυστέρηση μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστικό οικονομικό βάρος. Ο χρόνος περνά, η αβεβαιότητα μεγαλώνει και η δυνατότητα ρύθμισης απομακρύνεται. Η υποχρέωση συνεργασίας πρέπει να δεσμεύει και τις δύο πλευρές.
Το κυβερνητικό νομοσχέδιο, το οποίο στις 2 Νοεμβρίου 2026 βρίσκεται ακόμη υπό κοινοβουλευτική επεξεργασία, περιλαμβάνει παρεμβάσεις για την ενημέρωση και την προστασία των οφειλετών. Χρειάζεται, επομένως, να διακρίνουμε τις προτεινόμενες αλλαγές από τις ήδη ισχύουσες διατάξεις.
Προβλέπει δωρεάν πρόσβαση σε πλήρη στοιχεία της οφειλής, στις συμβάσεις, στο ιστορικό πληρωμών και στον τρόπο υπολογισμού των χρεώσεων, εντός 45 ημερών. Εάν η προθεσμία παρέλθει χωρίς πλήρη χορήγηση των στοιχείων, προβλέπεται αναστολή της τοκοφορίας μέχρι την παροχή τους.
Παράλληλα, ενισχύονται η δημοσιοποίηση στοιχείων και η εποπτεία των διαχειριστών. Πρόκειται για θετική κατεύθυνση, της οποίας η αξία θα κριθεί στην εφαρμογή.
Παραμένει, ωστόσο, ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί απαιτείται τόσο μεγάλη αναμονή για πληροφορίες που ο διαχειριστής χρειάζεται ήδη να διαθέτει, προκειμένου να απαιτεί την αποπληρωμή;
Στις απευθείας διμερείς ρυθμίσεις προτείνεται απάντηση του πιστωτή εντός τριών μηνών και ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός έξι. Τίθεται ανώτατο όριο προκαταβολής 15%. Προβλέπεται επίσης υποβολή κατάλληλης, βιώσιμης και τεκμηριωμένης πρότασης ρύθμισης τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από πλειστηριασμό, με βάση την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να περιορίσουν τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις. Το 15%, όμως, αποτελεί ανώτατο όριο και δεν πρέπει να μετατραπεί σε συνήθη απαίτηση. Σε οφειλή 100.000 ευρώ αντιστοιχεί σε 15.000 ευρώ. Για ένα νοικοκυριό που δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες, ένα τέτοιο ποσό μπορεί να αποκλείει εξαρχής τη ρύθμιση.
Θετική είναι και η προτεινόμενη απαγόρευση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης όσο τηρείται ενεργή ρύθμιση. Για παραβίασή της προβλέπονται ακυρότητα της πράξης, πίστωση ποσού ίσου με πέντε μηνιαίες δόσεις, αντίστοιχη παράταση χωρίς επιβάρυνση και πρόστιμα από 50.000 έως 500.000 ευρώ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όμως, η κυβέρνηση επιχείρησε να εισαγάγει το άρθρο 23. Η διάταξη θα καθιστούσε τη διμερή σύμβαση ρύθμισης εκτελεστό τίτλο, επιτρέποντας την έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής ή δικαστικής απόφασης. Μετά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και των δικηγορικών συλλόγων, ανακοίνωσε την απόσυρση της στις 30 Οκτωβρίου.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική κυβερνητική υποχώρηση και μια προφανής πολιτική αντίφαση. Πώς συμβιβάζεται η εξαγγελία ενίσχυσης των οφειλετών με την παράλληλη προσπάθεια παροχής ενός πρόσθετου ισχυρού εργαλείου στους πιστωτές;
Η αντιπολίτευση δεν διατυπώνει ενιαία πρόταση. Το ΠΑΣΟΚ ζητά επαναφορά της προστασίας της κύριας κατοικίας με συγκεκριμένα κριτήρια, προστασία της αναγκαίας αγροτικής περιουσίας και δικαίωμα του συνεργάσιμου δανειολήπτη, υπό προϋποθέσεις, να αγοράζει το δάνειο του πριν πωληθεί σε fund.
Παράλληλα, ανακοίνωσε πρωτοβουλία κατάργησης της αντίστοιχης διάταξης περί εκτελεστού τίτλου στον εξωδικαστικό μηχανισμό, υποστηρίζοντας ότι η απόσυρση του άρθρου 23 δεν αρκεί.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά κατάργηση του προγράμματος «Ηρακλής» και συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής για τα κόκκινα δάνεια. Το ΚΚΕ απορρίπτει συνολικότερα την κυβερνητική προσέγγιση και ζητά προστασία της πρώτης κατοικίας, απαγόρευση πλειστηριασμών και βιώσιμες ρυθμίσεις βάσει εισοδήματος, χωρίς προκαταβολές.
Όλες οι προτάσεις πρέπει να κρίνονται από το αποτέλεσμά τους. Μια ρύθμιση χρειάζεται να αφήνει χώρο για τροφή, στέγη, ενέργεια και υγεία. Η αποδοχή μιας δόσης δεν αποδεικνύει ότι αυτή μπορεί να καταβάλλεται επί χρόνια.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξασφαλίσει αποτελεσματικούς ελέγχους και αποκατάσταση των παραβάσεων. Η αντιπολίτευση οφείλει να παρουσιάζει εφαρμόσιμες λύσεις και να αναμετράται με τις ευθύνες της διαχρονικής διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
Αναγνωρίζοντας πόσο σύνθετο είναι το πρόβλημα, θεωρώ αναγκαία μια ειδική πολιτική παρέμβαση για τα στεγαστικά δάνεια κύριας κατοικίας.
Για τους ανθρώπους που ζουν με τη θηλιά του δανείου και τον καθημερινό φόβο απώλειας του σπιτιού τους, προτείνω ένα δεσμευτικό πλαίσιο κοινωνικά βιώσιμης ρύθμισης, με διατήρηση της ιδιοκτησίας, δόση προσαρμοσμένη στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, συμμετοχή τραπεζών και πιστωτών στο κόστος της ελάφρυνσης και στοχευμένη κρατική στήριξη.
Με σαφή κοινωνικά και περιουσιακά κριτήρια, η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει όσους αποδεδειγμένα αδυνατούν να ανταποκριθούν. Το σπίτι είναι ο χώρος όπου μια οικογένεια χτίζει τη ζωή της, μεγαλώνει τα παιδιά της και αναζητά ασφάλεια. Αυτή την ανθρώπινη διάσταση οφείλει να υπηρετεί κάθε πολιτική λύση.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών