
Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά
Η μυστική Συνθήκη του Λονδίνου, οι ιταλικές επιδιώξεις στην Ήπειρο και δύο τηλεγραφήματα από την Άρτα
Τον Μάιο του 1917, μόλις τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους από την οθωμανική κυριαρχία, τα Ιωάννινα βρέθηκαν ξανά υπό ξένη στρατιωτική κατοχή. Αυτή τη φορά από τους Ιταλούς, συμμάχους της Βρετανίας και της Γαλλίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην Άρτα.
Από εκεί συνέχισαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις στα κατεχόμενα Ιωάννινα και να ενημερώνουν την ελληνική κυβέρνηση.
Δύο τηλεγραφήματα του Ιουνίου 1917, που σώζονται στο Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, φωτίζουν μια λιγότερο γνωστή πτυχή αυτής της περιόδου. Καταγράφουν τις ενέργειες της ιταλικής στρατιωτικής διοίκησης, αλλά και την ανασφάλεια των κατοίκων.
Γιατί όμως βρέθηκαν οι Ιταλοί στην Ήπειρο και τι επιδίωκαν σε μια περιοχή που είχε ενσωματωθεί πρόσφατα στο ελληνικό κράτος;
Οι ιταλικές επιδιώξεις και η μυστική Συνθήκη του Λονδίνου
Το ενδιαφέρον της Ιταλίας για την Αλβανία και την Ήπειρο είχε εκδηλωθεί πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη δημιουργία του αλβανικού κράτους, η Ιταλία επιδίωκε ισχυρή παρουσία στην ανατολική πλευρά της Αδριατικής.
Ιδιαίτερη σημασία είχε ο Αυλώνας, το στρατηγικό λιμάνι της νότιας Αλβανίας, όπου εγκαταστάθηκαν ιταλικά στρατεύματα τον Δεκέμβριο του 1914.
Στις 26 Απριλίου 1915 η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία υπέγραψαν με την Ιταλία τη μυστική Συνθήκη του Λονδίνου, προκειμένου να εξασφαλίσουν την είσοδό της στον πόλεμο στο πλευρό τους.
Τα άρθρα 6 και 7 αφορούσαν άμεσα την περιοχή. Το πρώτο αναγνώριζε στην Ιταλία την κυριαρχία στον Αυλώνα, στη νήσο Σάσων και σε γειτονικά εδάφη. Το δεύτερο προέβλεπε, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα διανομής τμημάτων της Αλβανίας μεταξύ γειτονικών κρατών, με πιθανή παραχώρηση της νότιας περιοχής στην Ελλάδα. Η συνθήκη δεν παραχωρούσε στην Ιταλία τα Ιωάννινα ή την ελληνική Ήπειρο.
Αποτύπωνε, ωστόσο, τις ιταλικές επιδιώξεις για ισχυρή παρουσία στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις ούτε υπέγραψε τη συμφωνία, το πλήρες περιεχόμενο της οποίας παρέμεινε μυστικό μέχρι τα τέλη του 1917.
Η κατάληψη των Ιωαννίνων
Το 1917 η Ελλάδα βρισκόταν στη δίνη του Εθνικού Διχασμού. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο είχε δημιουργήσει δύο αντίπαλα κέντρα εξουσίας, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ιταλικά στρατεύματα προέλασαν στην Ήπειρο, επικαλούμενα στρατιωτικές ανάγκες που συνδέονταν με τις επιχειρήσεις στην Αλβανία.
Στα τέλη Μαΐου 1917 οι Ιταλοί απαίτησαν την παράδοση των Ιωαννίνων και την απομάκρυνση των ελληνικών αρχών. Ο στρατηγός Μαυρογένης, έπειτα από εντολές της κυβέρνησης των Αθηνών, αποχώρησε με τις ελληνικές δυνάμεις χωρίς ένοπλη αντίσταση.
Η είσοδος των Ιταλών προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Ο Τύπος της εποχής περιέγραψε κλειστά καταστήματα, πένθιμες κωδωνοκρουσίες και κατοίκους που παρακολουθούσαν με αγωνία τα γεγονότα. Για τους Γιαννιώτες, που είχαν πανηγυρίσει την απελευθέρωση της πόλης το 1913, η παρουσία ξένου στρατού αποτελούσε μια ιδιαίτερα οδυνηρή εμπειρία.
Οι Ιταλοί στην Ήπειρο, 1917. Ο Ιταλός συνταγματάρχης Brussi επισκέπτεται την κατεχόμενη περιοχή των Φιλιατών, συνοδευόμενος από τιμητική φρουρά. Εικονογράφηση του Achille Beltrame, La Domenica del Corriere, 20–27 Μαΐου 1917.
Οι ελληνικές αρχές καταφεύγουν στην Άρτα
Η αποχώρηση των ελληνικών αρχών από τα Ιωάννινα έφερε την Άρτα στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η πόλη, που είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος από το 1881, βρέθηκε να διαδραματίζει έναν απρόσμενο ρόλο στα γεγονότα του 1917.
Η Άρτα, ήδη από το 1881 ενταγμένη στο ελληνικό κράτος, προσφερόταν ως τόπος προσωρινής εγκατάστασης των αρχών που απομακρύνθηκαν από τα Ιωάννινα. Εκεί κατέφυγαν ελληνικές αρχές που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την ηπειρωτική πρωτεύουσα. Η απομάκρυνσή τους από τα Ιωάννινα δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι έπαψαν να παρακολουθούν όσα συνέβαιναν στην πόλη.
Αντίθετα, από την Άρτα εξακολουθούσαν να συγκεντρώνουν πληροφορίες και να ενημερώνουν την ελληνική κυβέρνηση. Πρόσωπα που έφταναν από τα Ιωάννινα μετέφεραν ειδήσεις για τις αποφάσεις της ιταλικής στρατιωτικής διοίκησης, τις μετακινήσεις στρατευμάτων και την κατάσταση των κατοίκων.
Δύο τηλεγραφήματα, με ημερομηνίες 17 και 22 Ιουνίου 1917, που σώζονται στο Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδικασία σχεδόν μέρα με τη μέρα.
Αποστολέας τους ήταν ο Λιανόπουλος, ο οποίος υπογράφει ως «Νομαρχών Διευθυντής Ιωαννίνων». Η ιδιότητά του έχει ιδιαίτερη σημασία: μολονότι τα τηλεγραφήματα αποστέλλονταν από την Άρτα, ο ίδιος εξακολουθούσε να εμφανίζεται με τον διοικητικό τίτλο που συνδεόταν με τα Ιωάννινα.
Έτσι, τα δύο έγγραφα δεν αποτελούν μόνο μαρτυρίες για την ιταλική κατοχή. Είναι συγχρόνως τεκμήρια της προσωρινής παρουσίας της ελληνικής διοίκησης στην Άρτα, σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση στην Ήπειρο παρέμενε εξαιρετικά αβέβαιη.
Το πρώτο τηλεγράφημα — Άρτα, 17 Ιουνίου 1917
Στο πρώτο τηλεγράφημα ο Λιανόπουλος μεταφέρει πληροφορίες προσώπου που είχε φτάσει από τα Ιωάννινα:
Κατά πληροφορίας ληφθείσας παρά προσώπου ελθόντος εξ Ιωαννίνων Ιταλός διοικητής καλέσας Μητροπολίτην ανακοίνωσεν ότι θέλει ισχύση εκεί το επί Τουρκοκρατίας υφιστάμενον πατριαρχικόν καθεστώς. Εκπαίδευσις επίσης θέλει ενεργείσθαι ως επί Τουρκοκρατίας.
Εδήλωσεν ομοίως εις Συμβολαιογράφους ότι δεν θα εφαρμόζωσι την Ελληνικήν νομοθεσίαν. Εκηρύχθη δε ο στρατιωτικός νόμος.
ΝΟΜΑΡΧΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΛΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Άρτα, 17 Ιουνίου 1917. Τηλεγράφημα για τις αποφάσεις της ιταλικής διοίκησης στα Ιωάννινα σχετικά με τη θρησκευτική και εκπαιδευτική λειτουργία, τη μη εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας και την κήρυξη στρατιωτικού νόμου.
Το τηλεγράφημα είναι αποκαλυπτικό. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έφτασαν στην Άρτα, ο Ιταλός διοικητής είχε ανακοινώσει στον Μητροπολίτη την επαναφορά του πατριαρχικού καθεστώτος της οθωμανικής περιόδου. Αντίστοιχες αλλαγές προαναγγέλλονταν στην εκπαίδευση, ενώ στους συμβολαιογράφους είχε γνωστοποιηθεί ότι δεν θα εφαρμοζόταν η ελληνική νομοθεσία.
Δεν επρόκειτο, επομένως, μόνο για στρατιωτική κατοχή. Οι πληροφορίες περιγράφουν παρεμβάσεις σε βασικούς θεσμούς της διοίκησης, της εκκλησιαστικής ζωής και της δικαιοσύνης.
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ο Λιανόπουλος μετέφερε πληροφορίες τρίτου προσώπου και όχι γεγονότα στα οποία υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.
Το δεύτερο τηλεγράφημα — Άρτα, 22 Ιουνίου 1917
Πέντε ημέρες αργότερα, ένα δεύτερο τηλεγράφημα καταγράφει νέες πληροφορίες:
Καθ’ ας έλαβον πληροφορίας παρά προσώπου ελθόντος εξ Ιωαννίνων εκεί Ιταλικόν Στρατηγείον εδημοσίευσεν ανακοινωθέν καθ’ ο η Ελλάς εκήρυξε πόλεμον κατά Γερμανίας και Αυστρίας.
Παρελθόν Σάββατον και Κυριακήν απεσύρθησαν εξ Ιωαννίνων 40 περίπου φορτηγά αυτοκίνητα πλήρη στρατιωτών και 30 αυτοκίνητα πλήρη πολυβόλων και πολεμοφοδίων.
Συνεστάθη εν Ιωαννίνοις δικαστική επιτροπή ή συμβούλιον προορισμόν έχον να λύση τας αναφυομένας διαφοράς.
Διωρίσθησαν Ταμίας Ιωαννίνων ομογενής Σπυρίδων Σπέγγος και Οικονομικός Έφορος ο Κωνσταντίνος Σούρλας.
Έλληνες κάτοικοι Ιωαννίνων είναι απογοητευμένοι και φοβισμένοι.
ΝΟΜΑΡΧΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΛΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Το δεύτερο τηλεγράφημα καταγράφει την ανακοίνωση της ιταλικής διοίκησης για την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, μετακινήσεις στρατευμάτων και διοικητικές μεταβολές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύσταση δικαστικής επιτροπής και ο διορισμός οικονομικών υπαλλήλων, στοιχεία που φανερώνουν την παρέμβαση της ιταλικής διοίκησης στη λειτουργία της πόλης.
Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική μαρτυρία βρίσκεται στην τελευταία φράση:
«Έλληνες κάτοικοι Ιωαννίνων είναι απογοητευμένοι και φοβισμένοι».
Μέσα σε λίγες λέξεις αποτυπώνεται το κλίμα ανασφάλειας των κατοίκων, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους.
Τα δύο τηλεγραφήματα φωτίζουν έτσι μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ιταλικής κατοχής: την προσπάθεια των ελληνικών αρχών να διατηρήσουν την επαφή με τα Ιωάννινα από την Άρτα. Παράλληλα, διασώζουν πολύτιμες πληροφορίες για τις πρώτες εβδομάδες της κατοχής και για την αβεβαιότητα που βίωναν οι κάτοικοι.
Η διακήρυξη του Αργυροκάστρου και η αποχώρηση των Ιταλών
Στο μεταξύ, ήδη από τις 3 Ιουνίου 1917, ο Ιταλός στρατηγός Τζατσίντο Φερέρο είχε διακηρύξει στο Αργυρόκαστρο την ανεξαρτησία και την ενότητα της Αλβανίας υπό την προστασία της Ιταλίας. Η διακήρυξη φανέρωνε την πρόθεση της Ιταλίας να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο μέλλον του αλβανικού κράτους.
Τον Ιούνιο του 1917 η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μεταβλήθηκε. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε από τον θρόνο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα και η Ελλάδα εισήλθε επισήμως στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Η νέα κατάσταση και οι πιέσεις των συμμάχων οδήγησαν στην αποχώρηση των Ιταλών από τα Ιωάννινα τον Σεπτέμβριο του 1917. Ωστόσο, η ιταλική παρουσία συνεχίστηκε στο λεγόμενο «Τρίγωνο του Πωγωνίου» μέχρι το 1919.
Η αποκάλυψη της μυστικής συμφωνίας
Τον Νοέμβριο του 1917, μετά τη Ρωσική Επανάσταση, οι Μπολσεβίκοι δημοσιοποίησαν τις μυστικές διπλωματικές συμφωνίες της τσαρικής κυβέρνησης με τους συμμάχους της. Ανάμεσά τους βρισκόταν και η Συνθήκη του Λονδίνου του 1915.
Η αποκάλυψη προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις. Στις 26 Νοεμβρίου 1917 η βρετανική εφημερίδα Manchester Guardian δημοσίευσε σχετική ανταπόκριση, ενώ τον Ιανουάριο του 1918 το ζήτημα συζητήθηκε στη Βρετανική Βουλή.
Για την Ελλάδα, το περιεχόμενο της συνθήκης είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορούσε το μέλλον της Αλβανίας και τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Ήπειρο.
Οι μετακινήσεις πληθυσμών και μια νέα απειλή
Οι στρατιωτικές και πολιτικές αναταραχές στην Ήπειρο και στη γειτονική Αλβανία είχαν άμεσες συνέπειες στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, οι μετακινήσεις στρατευμάτων και οι αλλαγές στη διοίκηση προκάλεσαν ανασφάλεια και μετακινήσεις πληθυσμών.
Μετά την αποχώρηση των Ιταλών από τα Ιωάννινα, κρατούμενοι που απελευθερώθηκαν επέστρεψαν σε διάφορες περιοχές της Ηπείρου. Στις αρχές του 1918 νέες προσφυγικές μετακινήσεις από χωριά της Βόρειας Ηπείρου προς τα Ιωάννινα επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Οι μετακινήσεις πραγματοποιούνταν σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες και οι υγειονομικές υπηρεσίες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Στην περιοχή είχε ήδη εμφανιστεί μια επικίνδυνη μεταδοτική ασθένεια, ο εξανθηματικός τύφος.
Οι γιατροί Albert Vaudremer και Κυριάκος Κυριαζίδης, που μελέτησαν την επιδημία και δημοσίευσαν τα πορίσματά τους το 1919, συνέδεσαν την εξάπλωσή της με τις μετακινήσεις πληθυσμών και τις ιδιαίτερες συνθήκες του πολέμου.
Στις αρχές του 1918 ο εξανθηματικός τύφος εξαπλώθηκε στην Ήπειρο, φτάνοντας και στην Άρτα. Η πόλη, που λίγους μήνες νωρίτερα είχε υποδεχθεί τις ελληνικές αρχές των Ιωαννίνων, θα αποκτούσε τώρα έναν διαφορετικό ρόλο: θα αποτελούσε σημαντικό υγειονομικό φραγμό στην προσπάθεια περιορισμού της επιδημίας προς την υπόλοιπη Ελλάδα.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα και ελάχιστα γνωστή ιστορία.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, τηλεγραφήματα από την Άρτα, 17 και 22 Ιουνίου 1917.
Μαντά, Ελευθερία Κ., «Η Ήπειρος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Η ιταλική κατοχή, 1917».
Βακατσάς, Κωνσταντίνος, «Η ιταλική κατοχή του 1917–1919 στο Αρχείο της Γενικής Διοικήσεως Ηπείρου», Δωδώνη, 30 (2001), σ. 319–336.
Treaty of London, 26 Απριλίου 1915.
The Manchester Guardian, 26 Νοεμβρίου 1917.
Hansard, House of Commons, 29 Ιανουαρίου 1918.
Vaudremer, Albert – Κυριαζίδης, Κυριάκος, Ο εξανθηματικός τύφος εν Ηπείρω, 1919.
Πρόσφυγες στα Ιωάννινα, αρχές 20ού αιώνα. Ομάδα προσφύγων που, σύμφωνα με την αρχική λεζάντα, είχε προσβληθεί από εξανθηματικό τύφο. Φωτογραφία: Καζάνης. Πηγή: Ο εξανθηματικός τύφος εν Ηπείρω, Albert Vaudremer – Κυριάκος Κυριαζίδης, 1919, σ. 17. Ψηφιακή ανασύνθεση.

