Πριν από 46 χρόνια... Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μιλάει για το έργο του

Του Γιώργου Ι. Βοϊκλή

Τον Φεβρουάριο του 1976 μου έδωσε συνέντευξη ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, την οποία δημοσίευσα τον επόμενο μήνα στο 15ο τεύχος του Μηνιάτικου προοδευτικού περιοδικού “το καμίνι”, του οποίου ήμουνα διευθυντής.

Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα αυτή τη συνέντευξη διαπίστωσα ότι πρόκειται για ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, καθώς σ’ αυτή ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρεται σε έκταση και με πολύ ουσιαστικό τρόπο τόσο στο κοινωνικό περιεχόμενο του έργου του όσο και στο πως ο ίδιος μπόρεσε να γίνει εκφραστής των προβλημάτων και της κοινωνικής δυναμικής της εποχής του.

Με βάση αυτά τα δεδομένα σκέφτηκα ότι η 100ή επέτειο των γενεθλίων του μεγάλου Έλληνα δημιουργού στις 2 Δεκεμβρίου 2021, και η παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής του εμβληματικού θεατρικού του έργου “Η αυλή των θαυμάτων” διασκευασμένου σε μιούζικαλ, αποτελούν μια καλή ευκαιρία να βγει από τη λήθη του χρόνου αυτή η σημαντική συνέντευξη.

Καθώς η συνέντευξη έγινε με γραπτές ερωτήσεις και απαντήσεις, το πληκτρολογημένο κείμενο που ακολουθεί συνοδεύει η πρώτη σελίδα του χειρογράφου των απαντήσεών του. Παραθέτω επίσης το εξώφυλλο του τεύχους του περιοδικού στο οποίο δημοσιεύτηκε, που κοσμεί εικαστικό έργο του Παναγιώτη Γράβαλου της σειρά σκίτσων του από τον γιορτασμό της δεύτερης επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Θέατρο και ζωή – Θέατρο και Λαός!
Συζήτηση με τον συγγραφέα ΙΑΚΩΒΟ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ

Γιώργος Βοϊκλής: -Κύριε Καμπανέλλη, ποιές πλευρές της κοινωνικής ζωής, ποιά προβλήματά της, σας καθόρισαν στη θεατρική σας δουλειά, ποιούς στόχους επιδιώκετε μέσα από αυτήν;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: -Αυτό καθορίστηκε από πολλούς παράγοντες που θα οδηγούσαν σε γενικότητες αν θελήσουμε να τους θίξουμε. Γι’ αυτό θα ήταν πιο εύστοχο να αναφέρω μόνο δυο, που όμως είναι αρκετά βασικοί και επιπλέον έχουν άμεση συνάρτηση με το θέατρο, δηλαδή με τη μορφή τέχνης που διάλεξα να εκφραστώ -όχι σαν συγγραφέας αλλά σαν άνθρωπος κατ’ αρχήν και σαν πολίτης του τόπου μας.

Όταν άρχισα να γράφω, γύρω στα 1950, στο παγκόσμιο θέατρο κυριαρχούσε ακόμη η προπολεμική εκείνη μορφή που είχε ονομαστεί “ρεαλιστικό” θέατρο.

Ήταν το θέατρο με κοινωνικό προβληματισμό που σπάνια κατάφερνε να προχωρήσει πέρα από την αναφορά του κοινωνικού φαινομένου που εμφάνιζε επί σκηνής.

Η αδυναμία αυτή -φυσιολογική στην εποχή του μεσοπολέμου- εντάθηκε από τις κατοπινές εξελίξεις κι έγινε αρνητική. Έμοιαζε σαν συναισθηματική θεώρηση των κοινωνικών προβλημάτων, που δεν απέχει πολύ από τη λύπη για τον “καϋμένο” τον φτωχό και καταφρονεμένο, δηλαδή εύκολα πήγαινε το πράγμα στην από σκηνής φτωχοκαπηλεία.

Γράφοντας θέατρο, είτε στη μορφή του “ρεαλιστικού”, είτε στη μορφή ενός λαϊκά εξπεσσιονιστικού θεάτρου, επιδίωξα να αναφερθώ στα κοινωνικά προβλήματα του τόπου μας, χωρίς τον συναισθηματισμό που αμβλύνει την οξύτητά τους. Προσπάθησα τα πρόσωπα των έργων μου να έχουν επίγνωση, δυναμική επίγνωση, της κατάστασής τους. Μια στάση, δηλαδή, όχι κλαψιάρικη και μοιρολατρική, αλλά τέτοια που να φανερώνει το μηχανισμό που ευθύνεται για την κακοδαιμονία τους.

Για να φτάσω όμως εκεί έπρεπε, πάντα με θεατρική συνέπεια, να φέρω στη σκηνή τον νεοέλληνα με τον προβληματισμό και τα χαρακτηριστικά εκείνα που τον εφοδιάζουν με δυο ιδιότητες: Την στέρεη πειστική ιδιότητα της “ιθαγένειάς” του και την ιδιότητα της εκπροσώπησης ενός ανθρώπινου δράματος που δεν είναι στενά τοπικό.

Είναι περιττό νομίζω να πολυλογήσω πάνω στο ότι οι παραπάνω επιδιώξεις μου υπηρετούσαν τη θεμελιακή πίστη για την ανάγκη να εξελιχτούμε πολιτικά και κοινωνικά.

Γ.Β.: -Ποιά ήταν τα εκφραστικά μέσα που μεταχειριστήκατε; Υπάρχει εξέλιξη προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση από αυτή την πλευρά;

Ι.Κ.: -Ως ένα σημείο εκάλυψα τη δεύτερη ερώτηση με όσο είπα πιο πάνω. Στο σκέλος της ερώτησης “αν υπάρχει εξέλιξη” θα απαντήσω ότι αυτό είναι αναπόφευκτο. Η μορφή της δουλειάς κάθε δημιουργού, εφ’ όσον αυτός δεν παύει να πορεύεται με ανοιχτά μάτια και αυτιά μέσα στην εποχή του, είναι φυσικό να αντιλαμβάνεται απ’ τους πρώτους τις εξελίξεις και τις αποκαλύψεις που συντελούνται. Κι αυτές, εκτός του ότι μπορούν να παίξουν ρόλο αναθεωρητικό ή διευρυντικό στις ιδέες του, συχνά αυτές οι ίδιες επηρεάζουν τη μορφή της δουλειάς του στον καθαρά αισθητικό τομέα. Συχνά, δηλαδή, ένα πρόβλημα, ιδωμένο από μια άλλη σκοπιά, μπορεί να γίνει αφορμή να πλουτιστούν τα εκφραστικά θεατρικά μέσα.

Γ.Β.: -Η απήχηση της προσφοράς σας δικαιώνει αυτή σας την προσπάθεια; Πως θα μπορούσε να είναι ευρύτερη η απήχηση και η αξιοποίησή της, καθώς και αντίστοιχη προσφορά των καλλιτεχνών μας;

Ι.Κ.: -Εδώ παρακαλώ να μην πάρετε την απάντησή μου για εγωιστική αλλά σαν αναφορά μιας προσωπικής εμπειρίας.

Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από τότε που παίχτηκε το πρώτο μου έργο. Δεν είμαι πια νέος κι όμως το μεγαλύτερο μέρος του κοινού που παρακολουθεί τα έργα μου είναι νέοι. Αν δεν γελιέμαι, αυτό σημαίνει πως τα προβλήματα που καταπιάνομαι και ο θεατρικός τους χειρισμός απαντούν στα αιτήματα του κοινού εκείνου που ζει με αυξημένη ενέργεια τις διαμορφούμενες καταστάσεις.

Αυτό, φυσικά,είναι μια δικαίωση. Αλλά μέσα στη “δικαίωση” θά ΄θελα να συμπεριλάβω και κάτι άλλο που συνόδευε πάντα τον τρόπο που γράφω θέατρο: Τα έργα μου δεν απευθύνονται ποτέ στους οπαδούς μιας μόνο πολιτικής παράταξης. Φρόντιζα πάντα ο προβληματισμός νά ‘χει την έκταση που ενδιαφέρει και πονά το σύνολο.

Πιστεύω ότι το θέατρο, το καλό θέατρο, είναι εκείνο που, βασικά, καταφέρνει να φανερώνει το χώρο προσέγγισης όλων των θεατών. Όχι να δημιουργεί καταστάσεις που τους χωρίζουν και τους σπρώχνουν να ξαναμπεί ο καθένας στο καβούκι του.

Η ευρύτητα της δουλειάς όλων όσων ασχολούμαστε με το θέατρο και η αξιοποίησή της θα συντελεστεί με την αποκέντρωση. Κατ’ αρχήν!

Πιστεύω σε θεατρικές προσπάθειες όπως η ¨Θεσσαλική Πορεία” που, με παράσταση αθηναϊκού επιπέδου, παίζει σε πόλεις, σε χωριά και κεφαλοχώρια της Θεσσαλίας. Εκεί φανερώνεται το πόσο πολύ το θέατρο είναι κοινωνικό λειτούργημα και ανάγκη. Και μέσα στην αίσθηση αυτή κρύβονται τα μυστικά της ευρύτερης αξιοποίησής του, της εξέλιξής του και απόδειξη του αν έχει λόγο ύπαρξης και στο μέλλον.

Γ.Β.: -Και για να έρθουμε στο συγκεκριμένο, στο “Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα”. Τι θα είχατε να μας πείτε συμπληρώνοντας αυτά που μας λέτε με το ίδιο το έργο;

Ι.Κ.: -Αυτό που θα μπορούσα να σας πω συμπληρωματικά είναι κάτι που άκουσα από θεατές του έργου: Ότι τα πρόσωπα που έφερα στη σκηνή δεν εκπροσωπούν μόνο μια μερίδα των Ελλήνων, αλλά πολλούς παραπάνω. Ότι θίγει ένα στοιχείο ενοχής αρκετά ευρύ.

Όταν το άκουσα ξαφνιάστηκα και χάρηκα ταυτόχρονα. Ξαφνιάστηκα γιατί ομολογώ πως δεν περίμενα μια τέτοια ανοιχτή ειλικρίνεια. Και χάρηκα γιατί ήταν μέσα στις προθέσεις μου το έργο να προσφέρει μια δυνατότητα “αυτογνωσίας” στο θεατή.

Η ζωή μας δεν είναι μόνο εκείνα που κάνουμε, αλλά και εκείνα που σκεφτόμαστε. Ακόμα και οι κρυφές μας σκέψεις είναι μια δράση. Ας είναι μόνο εσωτερική δράση. Και επηρεάζουν κι αυτές τη συνείδησή μας άπαξ και γίνουν.

Το έργο δεν απευθύνεται στους θετές που ταυτίζονται με τους χαρακτήρες που δρουν επί σκηνής, αλλά σε όλους. Εκεί όμως που δεν υπάρχει ταύτιση, η επαφή μεταξύ θεατή και σκηνής γίνεται με άλλες εμπειρίες. Οι κρυφές σκέψεις είναι κι αυτές εμπειρίες.

Νομίζω, λοιπόν, ότι στα “Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα” όσο πιο ειλικρινά τοποθετηθεί ο θεατής απέναντι στο έργο, τόσο πιο εύκολα θα καταλάβει τα όσα θα ακούσει.

Γ.Β.: -Δυο λόγια τελειώνοντας για τα μελλοντικά σας σχέδια, για το επόμενο βήμα σας.
Ι.Κ.: -Γράφω ένα καινούριο έργο κι όλα τα μελλοντικά μου σχέδια συγκεντρώνονται σ’ αυτό. Το ενδιαφέρον σας “σχέδιο για το μέλλον” είναι πως θα ήθελα το έργο αυτό να μην πρωτοπαιχθεί στην Αθήνα, αλλά στη Λευκωσία. Κι αν αυτό είναι δύσκολο, τότε στη Λάρισα, όπου εδρεύει ο θίασος “Θεσσαλική Πορεία”. Αυτά, όμως για τον ερχόμενο χειμώνα.

Γ.Β.: -Σας ευχαριστώ πολύ.

Ο Γιώργος Βοϊκλής γεννήθηκε το 1945 στη Σάμο και από το 1958 ζει στην Αθήνα. Τέλειωσε το Νυκτερινό Γυμνάσιο και παρακολούθησε σπουδές κινηματογράφου. Εργάστηκε σε πολλά χειρωνακτικά επαγγέλματα, στις οικοδομές και τη βιομηχανία, και από το 1987 είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος. Από το 1962 μετέχει ενεργά στους κοινωνικούς και δημοκρατικούς αγώνες. Από το 1975 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 14 βιβλία του, τα έξι από τα οποία ανήκουν στην κατηγορία της λογοτεχνίας για εφήβους. Είναι παντρεμένος με την φιλόλογο – ιστορικό Μαρία Καββαδία και έχουν μια κόρη, την Καλή.