Από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ στην Άρτα Εκδήλωση για την Ενδοσχολική Βία και τη Νεανική Παραβατικότητα

Με τη συμμετοχή δεκάδων εκπαιδευτικών, μαθητών, γονιών και άλλου κόσμου του λαού της Άρτας, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 14 Δεκέμβρη μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση από την Κ.Ο. Άρτας του ΚΚΕ και την Τ.Ο. Άρτας της ΚΝΕ για το θέμα της «Ενδοσχολικής Βίας και της Νεανικής Παραβατικότητας».
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Τάσος Τόκας, Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής, μέλος του ΔΣ της ΑΣΓΜΕ και μέλος της ΕΠ Ηπείρου-Κέρκυρας-Λευκάδας του ΚΚΕ.

Στην εισήγησή του σημείωσε μεταξύ άλλων: «Ένα ερώτημα που πρέπει ν’ απαντήσουμε είναι: πρόκειται για ένα καθαρά ψυχικό φαινόμενο – πρόβλημα ατομικής συμπεριφοράς, που αναλόγως πρέπει να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά από έναν ειδικό πχ ψυχίατρο ή ψυχολόγο και να βρεθούν ίσως κάποιοι καλύτεροι τρόποι απάντησης, ακόμα και καταστολής; Ή είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα που αντικατοπτρίζει τις παθογένειες της κοινωνίας που ζούμε και θα πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τα «φάρμακα» για τη «γιατρειά» του;

Αν δεν δούμε ολοκληρωμένα το φαινόμενο, θα έχουμε την προσδοκία ότι μέσα από καλούς χειρισμούς, με «κόλπα» και «συνταγές» θα εξαλειφθεί η βία και η παραβατικότητα μεταξύ των παιδιών και των νέων. Κάτι τέτοιο βλέπουμε για παράδειγμα, να γίνεται σήμερα στα διάφορα σεμινάρια και διαλέξεις προς τους εκπαιδευτικούς (πχ για τις τεχνικές «Διαμεσολάβησης») όπου το καθετί ερμηνεύεται αποκλειστικά με ατομικούς όρους, με κίνδυνο να ψυχολογικοποιηθεί ένα κατεξοχήν κοινωνικό φαινόμενο, αποδίδοντάς το αποκλειστικά στις ατομικές ιδιαιτερότητες, στο κακό DNA ή στην οικογένεια, και να αποτραπεί η οποιαδήποτε παρέμβαση σ’ ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο η οποία είναι απαραίτητη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών με σοβαρά ψυχικά και ψυχιατρικά προβλήματα που οδηγούνται στη νεανική παραβατικότητα. Ακόμη κι εκεί όμως, πρέπει να αναδειχτεί η τεράστια έλλειψη σε δομές πρόληψης και υποστήριξης, οι ελλείψεις στα σχολεία σε μόνιμο εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, η ευθύνη του κράτους απέναντι στην αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.

Η συζήτηση λοιπόν και ο προβληματισμός που ανοίγουμε σήμερα πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη συζήτηση για το ποιες αιτίες γεννούν το πρόβλημα και όχι να στεκόμαστε αποκλειστικά στη διαπίστωση ή την καταγραφή των αποτελεσμάτων. Αν δεν εξαλείψουμε τα αίτια, θα συνεχίσει το πρόβλημα να υφίσταται και να γιγαντώνει και δεν αποκλείεται στο μέλλον να βιώσουμε φαινόμενα όπως αυτά των ΗΠΑ.

Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε πρώτα απ’ όλα, είναι ότι το σχολείο και η οικογένεια είναι κοινωνικές σχέσεις. Και οι δυο κοινωνικοί θεσμοί κοινωνικοποιούν στο έδαφος ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού, με όλες του τις αντιθέσεις, τις δυσλειτουργίες και τα αδιέξοδά του. Αυτά αντικατοπτρίζονται στη λειτουργία του σχολείου και της οικογένειας. Αυτά αντικατοπτρίζονται στις αποκλίνουσες συμπεριφορές των παιδιών.»

Τόνισε, τέλος, ότι: «Αν λοιπόν εμείς οι ενήλικες, οι γονείς αυτών των παιδιών, δεν ανοίξουμε με νηφάλιο τρόπο τη συζήτηση, μέσα στις οργανωμένες δομές που συμμετέχουμε, από τον Σύλλογο Γονέων έως το εργασιακό μας Σωματείο, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο της γειτονιάς μέχρι το Δήμο, για τις πραγματικές αιτίες που γεννούν τέτοιου είδους φαινόμενα, αν δεν διεκδικήσουμε για τα παιδιά μας (και μαζί με αυτά) ένα άλλο σχολείο που, όπως τα ίδια λένε «να μορφώνει και όχι να εξοντώνει», αν δεν δώσουμε διέξοδο στα «θέλω» τους και στα όνειρά τους, όχι μόνο αυτά τα φαινόμενα δεν θα περιοριστούν, αλλά συνεχώς θα αυξάνονται.»

Ακολούθησε πλούσια συζήτηση που επικέντρωνε στο τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί για την αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων, πώς μπορούμε να στηρίξουμε τα παιδιά που δέχονται bullying αλλά και τα παιδιά που το κάνουν.