
Συνταγματική Αναθεώρηση. Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία;
Γράφει ο Βασίλης Ιωάννου
Κατά γενική ομολογία η Συνταγματική Αναθεώρηση, αποτελεί κορυφαίο πολιτικό ζήτημα και ως τέτοιο όλα τα κόμματα οφείλουν να το αντιμετωπίσουν με περισσή ευθύνη και σοβαρότητα.
Άλλωστε η διαβούλευση και ο γενικότερος προβληματισμός γύρω από τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας έχουν τη σημασία τους, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια περίοδο που σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης καταγράφεται μια γενικευμένη απαξίωση απέναντι στην πολιτική και στους θεσμούς.
Όμως για να έχει ουσιαστικό πολιτικό αποτέλεσμα ένας τέτοιος διάλογος θα πρέπει να τηρούνται κάποιες κρίσιμες παράμετροι.
Το πότε αυτός ο διάλογος εκκινεί, κάτω από ποιες πολιτικές συνθήκες δρομολογείται, το πόσο τολμηρές θα είναι οι προτεινόμενες αλλαγές και κυρίως αν η πρωτοβουλία είναι “ειλικρινής” και δεν υπηρετεί κομματικές και πολιτικές σκοπιμότητες.
Κατά τη γνώμη μου έχει τεράστια σημασία μια τέτοια συζήτηση να ανοίγει σε έναν πολιτικά “ουδέτερο χρόνο”, γιατί τότε διαμορφώνονται καλύτερες προϋποθέσεις συναινέσεων.
Επίσης για να υπάρχει ουσιαστικό αντίκρισμα, πρέπει να συμφωνηθεί ότι το διακύβευμα δεν θα είναι να γίνει μία ακόμη αναθεώρηση, η 5η κατά σειρά από το 1975, αλλά αν το πολιτικό προσωπικό και πρωτίστως η κυβερνητική πλειοψηφία είναι έτοιμη να προτείνει και να αποδεχθεί γενναίες και σε βάθος αλλαγές.
Αν δηλ. η παρούσα αναθεώρηση δεν θα επιχειρεί μόνο να διορθώσει λάθη, παθογένειες ή εκκρεμότητες του παρελθόντος, αλλά θα προβλέψει και ανάγκες που θα προκύψουν και στο μέλλον, με απώτερο στόχο πάντα την ενδυνάμωση των θεσμών της Κοινοβουλευτικής μας Δημοκρατίας.
Κατά τη γνώμη πολλών, η πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού εξαγγέλλεται σε μια “πονηρή” χρονική περίοδο και την εντάσσουν στην επικοινωνιακή στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου.
Το στηρίζουν αυτό στο γεγονός ότι η χρονιά που διανύουμε είναι προεκλογική, ενδεχομένως μάλιστα και εκλογική και άρα η σκοπιμότητα της πρωτοβουλίας είναι δεδομένη.
Ακούσαμε τον κ. Μητσοτάκη να ζητά συναινέσεις, ωριμότητα και υπερβάσεις.
Δεν μας είπε όμως ποιοι είναι αυτοί που παραβιάζουν συστηματικά τα τελευταία 7 χρόνια το Σύνταγμα και το κράτος δίκαιου.
Και είναι το λιγότερο υποκριτικό να ζητά συναίνεση αυτός που, από κομματική σκοπιμότητα, την θυσίασε στην πρόσφατη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Πως λοιπόν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να εμπιστευτούν την πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού;
Είναι γεγονός ότι το Σύνταγμα έχει ανάγκη από τολμηρές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θα υπερβαίνουν κατά πολύ, αυτές που πρότεινε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες:
-Την θεσμοθέτηση συγκεκριμένων των θητειών, σε όλα τα αιρετά πολιτικά πρόσωπα στη Βουλή, την Αυτοδιοίκηση, τα Συνδικάτα, κλπ
– Το ξεκαθάρισμα αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους και Αυτοδιοίκησης και τη διασφάλιση επαρκών πόρων για την άσκησή τους.
-Την επανεξέταση και αυστηροποίηση της δυνατότητας του εκάστοτε Πρωθυπουργού να εισηγείται την πρόωρη διάλυση της Βουλής, κ.α.
Όμως, όπως τόνισα εξαρχής, το Σύνταγμα είναι το κατεξοχήν πεδίο όπου χρειάζονται ευρύτερες συναινέσεις και δυστυχώς σ’ αυτή τη Βουλή, με ευθύνη της Κυβέρνησης και με τον υπάρχοντα συσχετισμό των κομματικών δυνάμεων, αυτό είναι δύσκολο έως και αδύνατο να επιτευχθεί.
Ας ελπίσουμε ότι στην επόμενη Βουλή, την αναθεωρητική, που είναι αρμόδια να καθορίσει και το περιεχόμενο των όποιων αλλαγών, θα υπάρξουν εκείνες οι προϋποθέσεις να γίνει εφικτή η πλειοψηφία των 180 που θα υλοποιήσει τις αναγκαίες αλλαγές.