Η υποκρισία της Ε.Ε. στις εμπορικές συμφωνίες. Ινδία χωρίς αντιδράσεις, Mercosur στα ευρωπαϊκά δικαστήρια

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά σχεδόν αθόρυβα σε μια ευρείας κλίμακας οικονομική συμφωνία με την Ινδία, η συμφωνία με τη Mercosur προκάλεσε πολιτική θύελλα, δημόσια κατακραυγή και τελικά παραπομπή στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Η αντίφαση δεν είναι απλώς εντυπωσιακή.
Είναι αποκαλυπτική. Φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η Ε.Ε. επιλέγει πότε «ανησυχεί» και πότε σιωπά, ανάλογα με το ποια συμφέροντα θίγονται.

Γιατί η Mercosur θεωρήθηκε απειλή και η Ινδία όχι; Γιατί τα αγροτικά προϊόντα της Λατινικής Αμερικής αντιμετωπίστηκαν ως κίνδυνος για την ευρωπαϊκή παραγωγή, ενώ τα προϊόντα μιας χώρας 1,4 δισεκατομμυρίων κατοίκων, με χαμηλό κόστος εργασίας, χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες και ασθενείς εργασιακές εγγυήσεις, περνούν χωρίς ουσιαστική πολιτική αντίδραση;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στις ευρωπαϊκές αξίες, αλλά στην ωμή πραγματικότητα της ισχύος.

Οι χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, με πρωταγωνιστικό ρόλο τη Γερμανία, επιθυμούν διακαώς τέτοιες συμφωνίες. Η βιομηχανική τους υπεροχή, ο εξαγωγικός τους προσανατολισμός και η ανάγκη για νέες αγορές καθορίζουν την ευρωπαϊκή στρατηγική. Για αυτές τις οικονομίες, η Ινδία δεν αποτελεί απειλή, αλλά τεράστια ευκαιρία. Αντίθετα, η Mercosur αγγίζει ευαίσθητα πολιτικά και κοινωνικά πεδία. Γεωργία, κτηνοτροφία, τρόφιμα. Εκεί ενεργοποιούνται οι «ευαισθησίες», όχι από αρχές, αλλά από φόβο πολιτικού κόστους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο κι αν επιχειρεί να εμφανίζεται ως πολιτική ένωση αξιών, λειτουργεί πλέον με κανόνες παγκόσμιας οικονομικής συμπεριφοράς. Ανταγωνιστικότητα, άνοιγμα αγορών, πίεση στο κόστος, διαρκής προσαρμογή. Οι διακηρύξεις περί κοινωνικής συνοχής και προστασίας των αδύναμων υποχωρούν όταν συγκρούονται με τα συμφέροντα των ισχυρών κρατών-μελών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα βρίσκεται για ακόμη μία φορά στη δύσκολη πλευρά της ιστορίας. Η ελληνική γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή καλείται να επιβιώσει σε ένα διεθνές πεδίο χωρίς προστατευτικά δίχτυα. Τα ελληνικά προϊόντα δεν θα επιβληθούν στις αγορές. Θα πρέπει να προσαρμοστούν. Και μάλιστα με άλματα. Ποιότητα, πιστοποιήσεις, εξειδίκευση, συνεργατικά σχήματα, εξωστρέφεια. Όχι ως επιλογές, αλλά ως όρους επιβίωσης.

Ωστόσο, η προσαρμογή δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη ευθύνη των παραγωγών. Η ελληνική κυβέρνηση και συνολικά οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά οφείλουν να επιμείνουν. Να διεκδικήσουν, να συγκρουστούν, ακόμη και να θέσουν βέτο αν χρειαστεί. Να υποχρεώσουν τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης να απορροφούν τα ελληνικά γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα. Όχι να εξαγοράζουν τη σιωπή της ελληνικής υπαίθρου με επιδοτήσεις. Οι επιδοτήσεις δεν αποτελούν στρατηγική.

Συχνά λειτουργούν ως μηχανισμός εξαπάτησης και αναβολής του προβλήματος. Αυτό που χρειάζεται η ελληνική παραγωγή είναι πρόσβαση στις αγορές, στα ράφια, στην πραγματική κατανάλωση.
Η εικόνα είναι γνωστή και επαναλαμβανόμενη. Στον κάμπο της Άρτας, μια περιοχή που για δεκαετίες παράγει ποιοτικά εσπεριδοειδή, η απαξίωση έχει παγιωθεί. Τιμές εξευτελιστικές, προϊόντα που μένουν αδιάθετα, παραγωγοί που βλέπουν τον κόπο τους να ακυρώνεται. Όχι επειδή τα προϊόντα υστερούν, αλλά επειδή η «αγορά» το επιβάλλει. Η αγορά γαρ δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε αθώα.
Είναι ένας μηχανισμός ισχύος, απρόσωπος και αδίστακτος, χωρίς κοινωνική ευθύνη και χωρίς εθνικές ευαισθησίες. Εκεί όπου απουσιάζει η πολιτική βούληση, κυριαρχεί η κερδοσκοπία.

Σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει και η Κοινή Αγροτική Πολιτική. Από εργαλείο στήριξης της παραγωγής, μετατράπηκε σταδιακά σε εργαλείο διαχείρισης της εγκατάλειψης. Επιδοτεί τη συμμόρφωση και όχι τη διεκδίκηση, την αδράνεια και όχι την παραγωγή. Αντί να εξασφαλίζει διάθεση προϊόντων και αξιοπρεπές εισόδημα, λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής στρατηγικής.
Χωρίς ουσιαστική απορρόφηση των ελληνικών προϊόντων από τις ευρωπαϊκές αγορές, χωρίς δεσμευτικές συμφωνίες και πραγματική πολιτική πίεση, η ελληνική γεωργία μετατρέπεται σε στατιστικό μέγεθος και η ύπαιθρος σε ζώνη εγκατάλειψης. Και αυτό δεν είναι φυσικός νόμος. Είναι πολιτική επιλογή.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι αγορές είναι αδίστακτες. Αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να λειτουργεί με επιλεκτικές ευαισθησίες και αν η Ελλάδα θα αποδεχθεί μόνιμα τον ρόλο του αδύναμου κρίκου. Γιατί στον κόσμο που διαμορφώνεται, δεν θα υπάρξουν εξαιρέσεις. Θα υπάρξουν μόνο χώρες που διεκδικούν και χώρες που προσαρμόζονται μέχρι να χαθούν από τον χάρτη.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών