Ανάπτυξη για Ποιον;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος

Οδεύοντας προς τις εκλογές τα κυβερνητικά στελέχη διακηρύττουν όλο και πιο συχνά μια φράση που αναμασούν εδώ και πέντε – έξι χρόνια : «Η οικονομία πάει καλά». Σε περίπτωση, μάλιστα, που κάποιος τολμήσει να προβάλει κάποια αμφισβήτηση, η φράση αυτή ακολουθείται με το «Οι Έλληνες είναι γκρινιάρηδες και γι’ αυτό δεν το αναγνωρίζουν.» .

Και η αλήθεια είναι ότι οι δείκτες πράγματι δείχνουν ανάπτυξη. Το ΑΕΠ αυξάνεται, οι επενδύσεις ανεβαίνουν, το άθροισμα των καταθέσεων των Ελλήνων φαίνεται ανοδικό.
Κι όμως, η καθημερινότητά μας διαψεύδει πεισματικά αυτές τις διακηρύξεις. Αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών εξακολουθεί να δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα; Γιατί η στέγαση γίνεται όλο και πιο απρόσιτη; Γιατί η αποταμίευση μοιάζει με πολυτέλεια;

Η ελληνική οικονομία της μετά μνημονίων εποχής παρουσιάζει αυτή την ιδιόμορφη αντίφαση. Οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, αλλά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αισθάνεται αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι πολίτες δεν κρίνουν την οικονομία από το ΑΕΠ.

Την κρίνουν από το αν μπορούν να γεμίσουν το καλάθι του σούπερ μάρκετ, να πληρώσουν το ενοίκιο, να κάνουν διακοπές ή να βάλουν κάτι στην άκρη για το μέλλον. Εξ ου και ο δείκτης που θα έπρεπε να εξετάζουμε πιο στενά είναι η αγοραστική δύναμη των πολιτών, στον οποίο είμαστε τελευταίοι της Ε.Ε., μαζί με τη Βουλγαρία.

Η απάντηση στο παράδοξο αυτό βρίσκεται συχνά στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε τους αριθμούς. Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα: Μια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ έχει ετήσιο τζίρο ενός εκατομμυρίου ευρώ. Ένα συνοικιακό μπακάλικο έχει ετήσιο τζίρο δέκα χιλιάδων ευρώ. Ο μέσος όρος των δύο είναι πεντακόσιες πέντε χιλιάδες ευρώ.

Αν κάποιος λάβει ως μοναδικό κριτήριο τον μέσο όρο, θα συμπεράνει ότι ο κλάδος ευημερεί. Αν όμως το πούμε αυτό στον ιδιοκτήτη του μικρού καταστήματος, δύσκολα θα τον πείσουν οι αριθμοί ότι ο κλάδος ευημερεί, αφού η δική του καθημερινότητα είναι πολύ διαφορετική από τον μέσο όρο. Ο τεράστιος τζίρος του ενός κρύβει την πραγματικότητα του άλλου.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει τις περισσότερες φορές και στην οικονομία συνολικά. Όταν διαβάζουμε ότι αυξήθηκαν οι καταθέσεις των Ελλήνων, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν αυξήθηκαν. Είναι ποιοι ακριβώς απέκτησαν αυτές τις νέες καταθέσεις. Όταν αυξάνονται τα κέρδη συγκεκριμένων κλάδων ή μεγάλων επιχειρήσεων, οι συνολικοί δείκτες πράγματι βελτιώνονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι βελτιώνεται και η καθημερινότητα της πλειοψηφίας.

Και αυτό δεν είναι κάποιο ανεξήγητο παράδοξο της οικονομίας. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει τους συνολικούς δείκτες ως απόδειξη γενικευμένης ευημερίας, αντιμετωπίζοντας σχεδόν κάθε κριτική ως άρνηση της πραγματικότητας. Όμως η αύξηση ενός αριθμού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και βελτίωση της ζωής της πλειοψηφίας.

Όταν η αγορά χαρακτηρίζεται από ολιγοπώλια, όταν η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων αποδυναμώνεται, όταν το κόστος στέγασης εκτοξεύεται και όταν η ανάπτυξη συγκεντρώνεται γεωγραφικά σε λίγες περιοχές της χώρας, τότε το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου πλούτου καταλήγει σε όλο και λιγότερα χέρια.

Η διάχυση της ανάπτυξης δεν είναι αυτόματη διαδικασία. Δεν αρκεί να αυξηθεί ο συνολικός πλούτος μιας χώρας για να βελτιωθεί και η θέση όλων των πολιτών της. Χωρίς παρεμβάσεις που ενισχύουν τον ανταγωνισμό, την εργασία, την περιφέρεια και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η ανάπτυξη τείνει να συγκεντρώνεται εκεί όπου υπάρχει ήδη οικονομική ισχύς.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς περισσότερη ανάπτυξη. Το ζητούμενο είναι περισσότερη διάχυση της ανάπτυξης.
Αν θέλουμε η ανάπτυξη να φτάσει πραγματικά στον πολίτη, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο ύψος του ΑΕΠ. Είναι αναγκαία η εφαρμογή πολιτικών που να ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται ο νέος πλούτος.

Διότι όσο η αγορά παραμένει εγκλωβισμένη σε ολιγοπωλιακές πρακτικές, ένα σημαντικό μέρος της ανάπτυξης καταλήγει στα υπερκέρδη λίγων μεγάλων επιχειρήσεων αντί να επιστρέφει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων τιμών και μεγαλύτερης αγοραστικής δύναμης. Γι’ αυτό η ενίσχυση του ανταγωνισμού δεν είναι απλώς ζήτημα εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.

Είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και πραγματικού εισοδήματος. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Όσο περισσότερες ισχυρές και βιώσιμες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε έναν κλάδο, τόσο δυσκολότερο γίνεται για λίγους ισχυρούς ομίλους να ελέγχουν την αγορά μέσω ολιγοπωλιακών πρακτικών ή καρτέλ. Η ενίσχυση, επομένως, της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας δεν είναι μόνο ζήτημα ανάπτυξης· είναι και προϋπόθεση υγιούς ανταγωνισμού.

Το ίδιο ισχύει και για την εργασία. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία όταν η παραγωγικότητα της οικονομίας αυξάνεται αλλά οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι. Απαιτούνται πολιτικές που θα επιτρέψουν στους εργαζόμενους να συμμετέχουν δικαιότερα στον πλούτο που οι ίδιοι συμβάλλουν να παραχθεί, ώστε η βελτίωση των οικονομικών δεικτών να μεταφράζεται και σε βελτίωση του πραγματικού εισοδήματος.

Παράλληλα, καμία αύξηση μισθών δεν μπορεί να γίνει πραγματικά αισθητή όσο η στεγαστική κρίση απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η πρόσβαση των νέων ανθρώπων στην κατοικία οφείλει να αποτελέσει κεντρική πολιτική προτεραιότητα, αν θέλουμε η ανάπτυξη να αποκτήσει ουσιαστικό κοινωνικό αντίκρισμα. Το ίδιο ισχύει και για τη γεωγραφική της διάχυση, ώστε τα οφέλη της να μην περιορίζονται σε λίγες περιοχές της χώρας.

Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι η ανάπτυξη είναι αναγκαία, αφού χωρίς αυτήν δεν υπάρχουν νέες θέσεις εργασίας, καλύτεροι μισθοί ή περισσότερες ευκαιρίες. Δεν αρκεί όμως να παράγεται πλούτος. Σημασία έχει και πού καταλήγει. Το πραγματικό ερώτημα, δηλαδή, είναι αν τα οφέλη αυτής της ανάπτυξης φτάνουν στους πολλούς ή αν παραμένουν συγκεντρωμένα στους λίγους.

Γιατί αν η ανάπτυξη φαίνεται μόνο στους μακροοικονομικούς πίνακες, αλλά όχι στα σπίτια των πολιτών, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες είναι γκρινιάρηδες. Είναι ότι η ανάπτυξη δεν έχει φτάσει ακόμη σε αυτούς. Και δε θα φτάσει ποτέ, αν δεν αλλάξει δραστικά η οικονομική πολιτική.