
Η βαριά ιστορία του κάστρου Παντοκράτορα στην Πρέβεζα
«Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημιά. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα…»
Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης έγραψε λίγα πεζά, ένα από αυτά με τίτλο «Κάθαρσις», περιγράφει τη σύντομη παραμονή του -μετά από δυσμενή μετάθεση- στη Νομαρχία Πρέβεζας. Ο Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα στις 18 Ιουνίου του 1928, ήταν 32 χρόνων κι έζησε στην πόλη μόλις έναν μήνα.
Στις 21 Ιουλίου, το απόγευμα, ο ποιητής περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση «Βαθύ» της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο, έβγαλε από το σακάκι του ένα πιστόλι, το έβαλε στο μέρος της καρδιάς και πάτησε τη σκανδάλη.
Στη διάρκεια αυτού του ενός μήνα πρόλαβε να δει λίγα μέρη της Πρέβεζας, ένα από αυτά ήταν το ενετικό -τότε έτσι το έλεγαν, αργότερα η έρευνα έδειξε πως ήταν οθωμανικό – κάστρο Παντοκράτορα. Γοητεύτηκε από την αρχιτεκτονική του, θαύμασε τη θέα του στον Αμβρακικό και επέστρεψε στο σπίτι της Πόπης Λυγκούρη, το οποίο νοίκιαζε στην οδό Δαρδανελλίων, στο Σεϊτάν Παζάρ. Εκεί έγραψε το πεζό «Κάθαρσις» και η απόφασή του είχε ήδη ληφθεί…
Ο Αλί πασάς εμπιστεύεται τους Γάλλους αρχιτέκτονες του Ναπολέοντα
Το 1797, μετά την κατάληψη της Βενετίας από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα, οι Γάλλοι αποβιβάζονται στην Πρέβεζα δίνοντας στους κατοίκους πρόσκαιρες ελπίδες για οριστική απαλλαγή από τους Τούρκους. Έναν χρόνο μετά οι Τούρκοι ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους και ο Αλί πασάς επιτίθεται με σφοδρότητα.
Οι Γάλλοι θα νικηθούν στη Νικόπολη και η πόλη θα λεηλατηθεί και θα πυρποληθεί, στη συνέχεια και όλη η γύρω περιοχή. Είναι ο λεγόμενος ιστορικά «Χαλασμός της Πρέβεζας».
Από τις αρχές του 1800 ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής, ο Αλί πασάς ξεκινά την κατασκευή οχυρωματικών έργων στην Ήπειρο για να εδραιώσει την παρουσία του.
Στην Πρέβεζα επισκεύασε και ενίσχυσε το υπάρχον κάστρο του Αγίου Ανδρέα και κατασκεύασε επίσης το κάστρο του Αγίου Γεωργίου, τον προμαχώνα Πευκάκια και καθώς και τάφρο που περιέβαλλε όλη την παλιά πόλη.
Ο φίλος του, Γάλλος πρόξενος στα Γιάννενα Φρανσουά Πουκεβίλ, παρεμβαίνει στη Γαλλική κυβέρνηση, η οποία στέλνει δύο αξιωματικούς του πυροβολικού και μηχανικούς για να συμβουλεύσουν τον πασά στην οχύρωση των στενών της Πρέβεζας.
Ο συνταγματάρχης του γαλλικού πυροβολικού Φρεντερίκ Φρανσουά Γκυγιώμ και ο λοχαγός μηχανικός Πονσετόν γίνονται έμπιστοι συμβουλάτορες του Αλί πασά, ο οποίος θέλει ένα νέο κάστρο στην Πρέβεζα, για τον έλεγχο των στενών του Αμβρακικού κόλπου.
Οι Γάλλοι μηχανικοί οριοθέτησαν τη θέση Φώκια, του είπαν πως από εκεί θα ελέγχει τη ναυσιπλοΐα στον Αμβρακικό, καθώς σε εκείνο το σημείο ο κόλπος έχει το μικρότερο στόμιο.
Το Κάστρο οικοδομήθηκε επί Αλή Πασά, μετά το 1810, ενώ μελέτες τοποθετούν την ολοκλήρωσή του γύρω στο 1818.
Ο Ιρλανδός στρατιωτικός χειρουργός και περιηγητής, Γουίλιαμ Γκούντισον, ο οποίος ταξίδεψε στα Επτάνησα και τον ελλαδικό χώρο τον 19ο αιώνα, ανέφερε πως το κάστρο άρχισε να κατασκευάζεται περίπου το 1815 και δεν είχε ολοκληρωθεί όταν αυτός επισκέφτηκε την Πρέβεζα, το καλοκαίρι του 1818.
Από την περιγραφή του προκύπτει επίσης ότι ο Αλί πασάς είχε σκοπό να χτίσει σεράι στο κέντρο, κάτι το οποίο ανέβαλε για αργότερα.
Με αίμα χαραγμένα μηνύματα κρατουμένων στον εμφύλιο
Το κάστρο ονομάστηκε Ούτζ-Καλέ (Εξωτερική Ακρόπολη) και για πολλά χρόνια αποτελούσε την ασφαλή οχύρωση της Πρέβεζας. Η σημερινή ονομασία του οφείλεται στην εκκλησία του Παντοκράτορα που βρισκόταν εκεί πριν την ανέγερσή του και έδωσε το όνομα της και στον γειτονικό οικισμό.
Στον 20ό αιώνα και συγκεκριμένα τη δεκαετία του ΄40 το ελληνικό κράτος ξεκίνησε να χρησιμοποιεί τον χώρο ως φυλακές. Είχε προηγηθεί η παραχώρησή του από το υπουργείο Οικονομικών στο υπουργείο Δικαιοσύνης και είναι χαρακτηριστικό πως ακόμη είναι ορατά τα μηνύματα των κρατουμένων για ελευθερία και δημοκρατία, χαραγμένα στα τείχη.
Τα κτήρια των φυλακών κατασκευάστηκαν πάνω στο φρούριο. Δεκάδες ΕΠΟΝίτες φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν εκεί και αρκετοί εκτελέστηκαν στη γειτονική Παργινόσκαλα από το τάγμα του αξιωματικού Γαλάνη.
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 μεταξύ των κρατουμένων ήταν ο ιστορικός ηγέτης του ΚΚΕ, Χαρίλαος Φλωράκης. Μάλιστα στη διάρκεια μιας προεκλογικής του περιοδείας στην Ήπειρο το 1985 είπε στους συγκεντρωμένους πως «στην Πρέβεζα πέρασα ζάχαρη».
Όπως εξήγησε, συγκρατούμενός του «ήταν ένας Μπαξεβάνης», ο οποίος ήταν Πρεβεζάνος, ποινικός κρατούμενος, λόγω παράνομης οπλοκατοχής. Οι συγγενείς του Μπαξεβάνη τον επισκέπτονταν συχνά και του πήγαιναν πίτες, γλυκά, φαγητά, τα οποία εκείνος μοιραζόταν με τον Φλωράκη.
Με την ολοκλήρωση των φυλακών Ιωαννίνων και την έναρξη λειτουργίας τους στις 13 Νοεμβρίου του 1968 οι φυλακές του κάστρου Παντοκράτορα σφραγίστηκαν.
Η ανάδειξη του κάστρου Παντοκράτορα
Το υπουργείο Πολιτισμού -σε συνεργασία με την Περιφέρεια Ηπείρου και τον δήμο Πρέβεζας- προχωρά στην προστασία και ανάδειξη του κάστρου Παντοκράτορα, μετά την έγκριση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης αποκατάστασης του σημαντικού οχυρωματικού μνημείου, το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής της Ηπείρου.
Αποτελείται από το κεντρικό πεντάγωνο οχυρό και τον επιθαλάσσιο περίβολο, που εκτείνεται κατά μήκος της βραχώδους ακτής και περιλαμβάνει προμαχώνες, πυροβολεία και την πυριτιδαποθήκη.
Πρόκειται για χαρακτηριστικό δείγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής νέου τύπου, σχεδιασμένο ώστε να συνδυάζει αμυντικές εγκαταστάσεις, χώρους στρατωνισμού και αποθήκευσης πολεμοφοδίων.
Η σημερινή μορφή του αντανακλά διαδοχικές οικοδομικές φάσεις, με μεταγενέστερες επεμβάσεις που συνδέονται με τη χρήση του ως στρατώνα και φυλακής, διατηρώντας παράλληλα σημαντικά αυθεντικά κατασκευαστικά και μορφολογικά στοιχεία.
«Η καταγραφή της παθολογίας του αναδεικνύει την ανάγκη άμεσων επεμβάσεων στερέωσης, αποκατάστασης και διαχείρισης της βλάστησης, και κυρίως, της θαλάσσιας διάβρωσης, ώστε να ανακοπεί η εξέλιξη των βλαβών και να διασφαλιστεί η στατική του επάρκεια», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, προσθέτοντας πως «η μελέτη αποκατάστασης προτείνει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εργασιών, με σεβασμό στην αυθεντικότητα του μνημείου, που αναδεικνύει τις οικοδομικές του φάσεις, κατοχυρώνει την ασφαλή απόδοσή του στο κοινό, αντιμετωπίζοντας συγχρόνως τις δομικές βλάβες που εμφανίζει».
Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, προβλέπει την αποκατάσταση του παράκτιου οχυρωματικού περιβόλου και τη στερέωση των εξωτερικών και εσωτερικών παρειών του κεντρικού πεντάγωνου οχυρού.
Παράλληλα, εκπονείται ξεχωριστή ακτομηχανική και περιβαλλοντική μελέτη για την προστασία του δυτικού τριγωνικού προμαχώνα από τη θαλάσσια διάβρωση.
Βασική επιδίωξη είναι η αντιμετώπιση των σοβαρών δομικών προβλημάτων που προκαλούν η θαλάσσια διάβρωση και η ανεξέλεγκτη βλάστηση, καθώς και η αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής μορφής του μνημείου, ώστε να αναδειχθεί η ιστορική του αξία.
ΠΗΓΗ: Voria.gr