
Η μιζέρια δεν έφερε ποτέ την πρόοδο: Ηγουμενίτσα, τουρισμός κρουαζιέρας και ο καθρέφτης της πραγματικότητάς μας
Του Δημήτρη Παπατσάτση
Με αφορμή την εικόνα που αντικρίζω σήμερα στο Nassau στις Μπαχάμες (Αύγουστος 30, 2026), μια πόλη με 296.000 κατοίκους, σκέφτηκα να μοιραστώ κάποιες επαγγελματικού επιπέδου σκέψεις μαζί σας.
Στο λιμάνι αυτή τη στιγμή είμαστε 6 κρουαζιερόπλοια .
Σύνολο: 21.042 επιβάτες (65% Αμερικανοί, 35% από όλη την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, ελάχιστοι Έλληνες) και 8.354 μέλη πληρώματος από 55 διαφορετικές εθνικότητες .
Ένας ζωντανός οικονομικός πνεύμονας που λειτουργεί σχεδόν 365 μέρες τον χρόνο.
Εδώ, οι τοπικές αρχές και οι έμποροι μας υποδέχονται με σεβασμό, επαγγελματισμό και ευγνωμοσύνη, κάνοντας τα πάντα για να μείνει ο επισκέπτης ευχαριστημένος.
Ξέρουν τι σημαίνει τουριστικό προϊόν και πώς αυτό μεταφράζεται σε θέσεις εργασίας και εισόδημα για τις οικογένειές τους.
Ας είμαστε ειλικρινείς: το Nassau, όπως και πολλοί άλλοι διεθνείς προορισμοί, δεν έχουν σε τίποτα την ομορφιά, την ιστορία και τη χάρη της Ελλάδας.
Έχουν όμως κάτι που εμάς μας λείπει παντελώς: επαγγελματισμό, στρατηγική και ένα ανθρώπινο, φιλόξενο τουριστικό πρόσωπο.
Προσφέρουν αυτό ακριβώς που διαθέτουν, το αναδεικνύουν στο έπακρο και το παρουσιάζουν σωστά μέσα από τη δική τους κουλτούρα .Και κάπου εδώ έρχεται η σύγκριση με την πατρίδα μου, την Ηγουμενίτσα.
Μια πόλη που δέχεται το πολύ 15 αφίξεις μεσαίων μεγέθους πλοίων τον χρόνο.
Αντί λοιπόν να αναρωτιόμαστε πώς θα αναπτυχθούμε, επιδιδόμαστε στο εθνικό μας σπορ: την ισοπεδωτική μιζέρια και τα πικρόχολα, ανόητα σχόλια του τύπου: «τι να δουν εδώ;», «ήρθαν, μας λέρωσαν και έφυγαν», «αφού δεν αφήνουν λεφτά, να μην ξανάρθουν», «είναι τσιγκούνηδες», «δεν κάθονται στην πόλη» ή «δεν έχουμε χώρο για αυτούς».
Ας μιλήσουμε λοιπόν με όρους ελεύθερης αγοράς και ναυτικής πραγματικότητας, επειδή η ημιμάθεια και η αναίδεια κοστίζουν ακριβά:
Η νοοτροπία του «αν δεν αφήνουν λεφτά οι τσιγκούνηδες, να μην έρχονται», το παράπονο ότι «δεν κάθονται στην πόλη» και η δικαιολογία ότι «δεν έχουμε χώρο για αυτούς» είναι επιεικώς απαράδεκτα.
Δείχνει μια απύθμενη αναίδεια και μια παντελή έλλειψη εμπορικής παιδείας .
Ας το καταλάβουμε καλά: κανένας δεν χρωστάει σε κανέναν.
Ο ξένος πλήρωσε την εταιρεία για τις διακοπές του, όχι εσένα.
Αν επιλέγει να μην κάτσει στην πόλη και να πάει κάπου αλλού, το κάνει επειδή εσύ απέτυχες να του τραβήξεις το ενδιαφέρον, να του προσφέρεις κίνητρα και να τον κρατήσεις.
Το αν θα αφήσει χρήματα στην αγορά σου εξαρτάται αποκλειστικά από το τι έχεις να του προσφέρεις και πώς θα τον προσελκύσεις.
Η απαίτηση να σου αφήσουν λεφτά με το ζόρι, χωρίς εσύ να κουνήσεις το δάχτυλό σου, αποκαλώντας μάλιστα «τσιγκούνηδες» ανθρώπους που ξοδεύουν χιλιάδες ευρώ για να ταξιδέψουν, είναι ο ορισμός του οπισθοδρομικού παρασιτισμού.
Όσο για το ότι «δεν έχουμε χώρο», αν μια πόλη λιμάνι ισχυρίζεται ότι δεν έχει χώρο για την ανάπτυξη και το μέλλον της, τότε είναι άξια της μοίρας της.
Τα κέρδη μιας πόλης από ένα κρουαζιερόπλοιο δεν είναι μόνο οι επιβάτες – η ημιμάθεια γύρω από τα ναυτιλιακά είναι τεράστια.
Εκτός από τους τουρίστες, ένα πλοίο που προσεγγίζει ένα λιμάνι αφήνει τεράστια έσοδα από τις ίδιες τις επιχειρησιακές του ανάγκες .
Μιλάμε για τα έξοδα μετακίνησης των πληρωμάτων (που βγαίνουν, ψωνίζουν και κινούνται στην περιοχή), τη φιλοξενία εξωτερικών συνεργατών και τεχνικών, τα έσοδα από την πετρέλευση, την παραλαβή πόσιμου ύδατος , καθώς και τις δεκάδες άλλες λιμενικές υπηρεσίες και τροφοδοσίες.
Όλα αυτά είναι χρήματα που μπαίνουν απευθείας στην τοπική οικονομία και στα οποία η πόλη γυρνάει την πλάτη.
Ο τουρίστας δεν ψάχνει τη στημένη πολυτέλεια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος μας.
Ο ξένος επισκέπτης που κατεβαίνει από ένα πλοίο-μεγαθήριο δεν θέλει να δει παλάτια.
Ψάχνει το αυθεντικό, το απλό, το δεδομένο του τόπου μας . Ψάχνει να δει πώς ζούμε, να περπατήσει στα δικά μας βήματα, να γευτεί την καθημερινότητά μας.
Αυτή η απλότητα, η ελληνική φύση και ο τρόπος ζωής μας, για τον άνθρωπο της ξένης μεγαλούπολης είναι μια πολυτέλεια ασύλληπτη. Κι εμείς την απαξιώνουμε επειδή την έχουμε συνηθίσει. Ο τουρίστας δεν γνωρίζει από μόνος του τι διαθέτεις.
Εσύ είσαι αυτός που οφείλει να του δείξει αυτή την αυθεντικότητα. Αν εσύ ο ίδιος υποτιμάς τον τρόπο ζωής σου, γιατί να τον εκτιμήσει ο ξένος;
Έχουμε θησαυρούς και τους κρύβουμε. Λέμε «τι να δουν;» όταν η Θεσπρωτία έχει μοναδικούς αρχαιολογικούς χώρους (Γίτανα, Ελέα, Ντόλιανη) , ιστορικά μοναστήρια παγκόσμιου βεληνεκούς όπως η Μονή Γηρομερίου, και μια απίστευτη, συνεχόμενη ακτογραμμή με καταπληκτικές κοντινές παραλίες και προορισμούς (Δρέπανο, Μακρυγιάλι, Σύβοτα, Πλαταριά, Πέρδικα) .
Ακόμα και σε απόσταση αναπνοής, υπάρχουν κορυφαία αξιοθέατα όπως το μοναδικό Σπήλαιο των Ιωαννίνων και η θρυλική λίμνη με την ιστορία του Αλί Πασά.
Κυρίως όμως, έχουμε μια ζωντανή παράδοση στα χωριά μας.
Οι ξένοι δεν θέλουν απλά να αγοράσουν ένα προϊόν στο ράφι• θέλουν να δουν πώς παράγεται . Θέλουν να ζήσουν την εμπειρία της συγκομιδής της ελιάς, να δουν πώς βγαίνει το αγνό παρθένο ελαιόλαδο, πώς μαζεύεται το θυμαρίσιο μέλι, πώς παρασκευάζονται τα παραδοσιακά προϊόντα στην ενδοχώρα μας.
Αυτό το βίωμα της παραγωγής στα χωριά μας είναι το απόλυτο αξιοθέατο, αυτό ακριβώς ψάχνουν οι επισκέπτες, κι εμείς αντί να το αναδείξουμε, καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα.
Ανοιχτή επιστολή και πρόταση προς τον ΟΛΗΓ: Ως καπετάνιος, οφείλω να επισημάνω και ένα τεράστιο επιχειρησιακό λάθος στη διαχείριση της κρουαζιέρας.
Η σωστή θέση για να ελλιμενιστεί ένα κρουαζιερόπλοιο είναι «φάτσα κάρτα» στην πόλη, όπως ακριβώς η θέση στο παλιό λιμάνι (στο παλιό Τελωνείο) .
Όταν το πλοίο δένει εκεί, ο κόσμος κατεβαίνει απευθείας στον αστικό ιστό, στην αγορά και στα μαγαζιά.
Δεν χρειάζεται να ψάχνεται για το πώς θα απομακρυνθεί ή πώς θα μετακινηθεί.
Τον κερδίζει αμέσως το οπτικό ενδιαφέρον της πόλης.
Παράλληλα, η ίδια η παρουσία του πλοίου μέσα στο λιμάνι αποτελεί κόσμημα, μια ζωντανή διαφήμιση, μια επένδυση και μια ιδιαιτερότητα που αλλάζει όλη την αισθητική της Ηγουμενίτσας.
(Μια απαραίτητη τεχνική παρένθεση για τους «οικολόγους» του πληκτρολογίου): Ακούω συχνά να αναφέρεται η «ρύπανση» ως δικαιολογία.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: το περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι το πιο ευαίσθητο, αυστηρά ελεγχόμενο και ρυθμισμένο αντικείμενο πάνω σε ένα σύγχρονο πλοίο.
Οι διεθνείς έλεγχοι και οι απαιτήσεις υγιεινής, ασφάλειας και αποφυγής ρύπανσης λειτουργούν με καθεστώς μηδενικής ανοχής. Οπότε αποβάλετε μια για πάντα την ανυπόστατη ιδέα ότι τα πλοία έρχονται για να σας «λερώσουν».
Τα πλοία φέρνουν πλούτο, όχι ρύπους.
Τα λεφτά δεν «πέφτουν από τον ουρανό», τα διεκδικείς με έξυπνο μάρκετινγκ, τοπικά προϊόντα, σωστά ωράρια καταστημάτων και επαγγελματική κουλτούρα .
,Οπισθοδρομικότητα και ανάπτυξη δεν πάνε μαζί.
Όταν οι τοπικοί φορείς, οι σύλλογοι και οι πολίτες αντιμετωπίζουν την κρουαζιέρα με ειρωνεία, απάθεια και λάθος σχεδιασμό, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο: τα πλοία θα επιλέγουν άλλους προορισμούς και εμείς θα μένουμε να μετράμε τις χαμένες ευκαιρίες.
Ως καπετάνιος, βλέπω καθημερινά την αξία της κρουαζιέρας σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Είναι θλιβερό να βλέπεις τον τόπο σου να έχει τεράστιες προοπτικές και οι ίδιοι του οι άνθρωποι να τον κρατάνε εγκλωβισμένο στην επαρχιακή αδράνεια, τη λάθος διαχείριση και τη μιζέρια.
Αν θέλουμε η Ηγουμενίτσα να αλλάξει επίπεδο, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε νοοτροπία.
*Δημοσίευση στο thespro.gr